EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Άγιοι Μάρτυρες Μάξιμος, Δάδας και Κυντιλιανός

Τρεις αδελφοί κρύφτηκαν στο δάσος της Οζοβίας για να γλιτώσουν από τη θυσία στα είδωλα, μα οι στρατιώτες τους βρήκαν την ώρα της προσευχής. Ο Μάξιμος, χριστιανός αναγνώστης που γνώριζε βαθιά τις Γραφές, ονόμασε τον Δία βρόμικο μοιχό μπροστά στους ρωμαίους ηγεμόνες της Δοροστόλου. Ζούσαν στα δύσκολα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε κηρύξει σκληρό διωγμό κατά των χριστιανών.

Ο διάβολος είχε ξεσηκώσει τους ηγεμόνες, και από τους θρόνους εκδόθηκε αυστηρή διαταγή που υποχρέωνε όλους τους υπηκόους να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Όποιος τολμούσε απλώς να αναφέρει το όνομα του Χριστού, παραδινόταν αμέσως στην οργή των αρχόντων. Οι έπαρχοι Ταρκύνιος και Γαβίνιος, εκπρόσωποι των αυτοκρατόρων στη Δορόστολο, οργάνωσαν λαμπρή γιορτή με θυσίες προς τιμήν των ψεύτικων θεών.

Στη γιορτή έσπευσαν όχι μόνο οι κάτοικοι της πόλης, αλλά και πλήθη ανθρώπων από τα γύρω χωριά της περιοχής. Όλοι μαζί ευχήθηκαν στους ηγεμόνες μακροημέρευση για τη φροντίδα τους προς τα είδωλα. Ο Ταρκύνιος τους κάλεσε να ξεκουραστούν και να επιστρέψουν την επομένη στα σπίτια τους με χαρά.

Έτσι η ειδωλολατρική γιορτή σκέπασε για λίγο τη φωνή των χριστιανών μέσα στην πόλη. Την επόμενη ημέρα ένας ειδωλολάτρης πλησίασε τον Ταρκύνιο και έκανε καταγγελία για τρεις άντρες στην πόλη. Είπε πως δεν υπάκουσαν στη διαταγή, δεν πρόσφεραν θυσία, και ομολογούσαν πίστη μόνο στον αληθινό Θεό των ουρανών.

Οι τρεις αδελφοί, ο Μάξιμος, ο Δάδας και ο Κυντιλιανός, είχαν αποσυρθεί στο χωριό Οζοβία για να γλιτώσουν τη φοβερή απαίτηση. Εκεί προσεύχονταν με δάκρυα και ζητούσαν δύναμη από τον Κύριο για όσα έρχονταν στη ζωή τους. Ο Ταρκύνιος έστειλε αμέσως υπηρέτες με εντολή να συλλάβουν τους ανυπάκουους και να τους φέρουν δεμένους.

Οι στρατιώτες έφτασαν στο δάσος και βρήκαν τους αγίους να υψώνουν τα χέρια προς τον ουρανό. Τους έδεσαν με αλυσίδες και τους οδήγησαν γρήγορα στη Δορόστολο, όπου βρίσκονταν και οι δύο ηγεμόνες της περιοχής. Είχε βραδιάσει όταν έφτασαν στην πόλη, και ο Ταρκύνιος διέταξε να φυλακιστούν μέχρι την αυγή της επόμενης ημέρας.

Όλη τη νύχτα οι τρεις μάρτυρες στάθηκαν όρθιοι στο σκοτεινό κελί και προσεύχονταν με θέρμη στον Κύριο. Παρακαλούσαν τον Ιησού Χριστό να στείλει από τα ουράνια τη δύναμή του για να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Ζητούσαν να αξιωθούν από τη μεγάλη αγαθότητά του τα στεφάνια της νίκης που δίνει στους πιστούς του.

Το πρωί ο Ταρκύνιος και ο Γαβίνιος κάθισαν στο δικαστήριο και διέταξαν να φέρουν μπροστά τους τους δεσμώτες. Όταν τους είδαν, ο Ταρκύνιος ρώτησε αν αυτοί ήταν που περιφρόνησαν τις διαταγές και ομολογούσαν ελεύθερα την πίστη τους. Ο Μάξιμος απάντησε πρώτος και είπε πως κατά την πίστη ήταν χριστιανός, όπως και οι δύο αδελφοί του.

Πρόσθεσε πως κατά την ανθρώπινη ονομασία τον φώναζαν Μάξιμο από τα παιδικά του χρόνια στο χωριό. Ο Δάδας και ο Κυντιλιανός είπαν με τη σειρά τους τα ονόματά τους και ομολόγησαν θαρρετά την ίδια πίστη. Ο Ταρκύνιος έκανε τότε στους μάρτυρες μια δελεαστική πρόταση για να σώσουν τη ζωή τους από το θάνατο.

Τους είπε πως αν πρόσφεραν θυσία στη μητέρα των θεών, θα γίνονταν ιερείς της στον περίφημο ναό της. Ο προηγούμενος ιερέας, εξήγησε, είχε πεθάνει και είχε ανέβει στον ουράνιο Δία για να τον υπηρετήσει εκεί. Ο Μάξιμος απάντησε με παρρησία και αποκάλεσε τον Δία βρόμικο μοιχό, ανάξιο κάθε τιμής από ανθρώπινα στόματα.

Διακήρυξε πως ο αληθινός Βασιλιάς των ουρανών είναι ο Χριστός, ο οποίος φροντίζει και κυβερνά τα πάντα στον κόσμο. Δήλωσε πως ως πλάσματα του αληθινού Θεού δεν επρόκειτο ποτέ να εκτελέσουν την ολέθρια διαταγή των αρχόντων. Ο Γαβίνιος προσπάθησε να πείσει χωριστά τον Δάδα και τον Κυντιλιανό με μακρά και επίμονη συνομιλία.

Εκείνοι αποκρίθηκαν πως ο αδελφός τους Μάξιμος ήταν αναγνώστης στην καθολική Εκκλησία και γνώριζε βαθιά τις θείες Γραφές. Όσα έλεγε εκείνος τα δέχονταν μαζί του, γιατί έδειχναν τον δρόμο της σωτηρίας τους. Οι ηγεμόνες αποφάσισαν να στείλουν πάλι τους τρεις αδελφούς στη φυλακή για να σκεφτούν την πρόταση.

Οι μάρτυρες προχώρησαν με χαρά στο σκοτεινό κελί, συνομιλώντας μεταξύ τους για τη σωτηρία της ψυχής. Μέσα στη φυλακή ο Μάξιμος δίδασκε με αγάπη τους αδελφούς του από τα ιερά κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Τα μεσάνυχτα, ενώ είχαν αποκοιμηθεί από τον κόπο, είδαν στο όνειρό τους τον διάβολο οπλισμένο εναντίον τους.

Όταν ξύπνησαν τρομαγμένοι, αντίκρισαν μπροστά τους έναν φωτεινό άγγελο του Κυρίου που τους μιλούσε γλυκά. Τους είπε να μη φοβούνται, γιατί ο Θεός, η ελπίδα τους, ετοιμαζόταν να τους δεχτεί κοντά του στους ουρανούς. Πρόσθεσε ακόμη πως ο Κύριος δεν βρισκόταν μακριά τους και θα τους ενίσχυε στη μεγάλη δοκιμασία.

Η εμφάνιση και τα λόγια του αγγέλου στήριξαν βαθιά τους μάρτυρες μέσα στη φυλακή. Δοξολογούσαν τον Θεό μέχρι την αυγή της νέας ημέρας με ψαλμούς και ύμνους. Το πρωί οι ηγεμόνες κάθισαν ξανά στο βήμα και διέταξαν να φέρουν μπροστά τους τους δεσμώτες αδελφούς.

Ο Γαβίνιος τους κάλεσε ακόμη μία φορά να προσφέρουν θυσία στα είδωλα και υποσχέθηκε σπουδαίες τιμές. Τους είπε πως αν δεν υπάκουαν, θα ήταν οι ίδιοι υπεύθυνοι για τον σκληρό τους θάνατο μπροστά στους πάντες. Πρόσθεσε πως οι θεοί τους είχαν αποκαλύψει το θέλημά τους εκείνη τη νύχτα μέσα από όνειρο.

Οι μάρτυρες απάντησαν πως και ο δικός τους Θεός τους πρόσταξε να υπομείνουν κάθε βάσανο για το όνομά του. Τότε οι ηγεμόνες έδωσαν εντολή να γδύσουν τους τρεις αδελφούς και να τους δέσουν στη γη. Άρχισαν να τους χτυπούν με σκληρότητα, ενώ οι υπηρέτες τους ρωτούσαν αν άλλαξαν γνώμη για τη θυσία.

Οι άγιοι απάντησαν με μία φωνή πως ο Θεός τους τους ενίσχυε και περιφρονούσαν κάθε βασανιστήριο. Ποτέ δεν θα άκουγαν την πονηρή συμβουλή και ποτέ δεν θα θυσίαζαν στους δαίμονες των ειδώλων. Όταν πέρασε η ώρα του φαγητού, οι ηγεμόνες κάθισαν πάλι στο βήμα και ζήτησαν να φέρουν τους μάρτυρες.

Ο Γαβίνιος ρώτησε τον Μάξιμο αν επιτέλους είχε σκεφτεί καλύτερα και αν θα δεχόταν να θυσιάσει στους θεούς. Ο Μάξιμος αποκρίθηκε πως δεν δέχονταν τη συμβουλή τους και πως θα προσκυνούσαν μόνο τον Χριστό. Ομολόγησε ξανά την πίστη στην Αγία Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα.

Ο Γαβίνιος εξοργίστηκε και απείλησε πως θα τους έστελνε σε έρημο τόπο για να τους αποκεφαλίσουν εκεί. Οι άγιοι παρακάλεσαν τους ηγεμόνες να εκτελέσουν αμέσως την απειλή τους χωρίς άλλες αναβολές. Έτσι οι έπαρχοι έδωσαν εντολή να οδηγηθούν οι μάρτυρες στο χωριό τους και να αποκεφαλιστούν εκεί.

Ακούγοντας τη θανατική απόφαση, οι τρεις αδελφοί δόξαζαν τον Θεό και προσεύχονταν με μεγάλη ευγνωμοσύνη. Παρακαλούσαν τον Κύριο Ιησού Χριστό να τους δεχτεί στη βασιλεία του και να τους χαρίσει την αιώνια ζωή. Έτσι οδηγήθηκαν στην Οζοβία, όπου αποκεφαλίστηκαν και παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού.

**Section 1 (hook):** "Τρεις αδελφοί. ηγεμόνες της Δοροστόλου "Τρεις αδελφοί κρύφτηκαν.

Δοροστόλου " (2 sentences hook) + "Ζούσαν στα δύσκολα χρόνια. μέσα στην πόλη

**Filename:** `04_28_Άγιοι_Μάξιμος_Δάδας_Κυντιλιανός_Ελληνικά_Καθαρά. %$ Οι Άγιοι Μάρτυρες Μάξιμος, Δάδας και Κυντιλιανός $% Ο διάβολος είχε ξεσηκώσει τους ηγεμόνες, και από τους θρόνους εκδόθηκε αυστηρή διαταγή που υποχρέωνε τους υπηκόους να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα.

Όποιος τολμούσε απλώς να αναφέρει το όνομα του Χριστού, παραδινόταν αμέσως στην οργή των ρωμαίων αρχόντων. Στη γιορτή έσπευσαν όχι μόνο οι κάτοικοι της πόλης, αλλά και πλήθη ανθρώπων από τα γύρω χωριά της ευρύτερης περιοχής. Όλοι μαζί ευχήθηκαν στους ηγεμόνες μακροημέρευση για τη μεγάλη φροντίδα τους προς τα είδωλα και τους ναούς.

Ο Ταρκύνιος τους κάλεσε να ξεκουραστούν από το ταξίδι και να επιστρέψουν την επομένη στα σπίτια τους με χαρά. Την επόμενη ημέρα ένας ζηλωτής ειδωλολάτρης πλησίασε τον Ταρκύνιο και έκανε φανερή καταγγελία για τρεις άντρες μέσα στην πόλη. Είπε πως δεν υπάκουσαν στη διαταγή, δεν πρόσφεραν καμία θυσία, και ομολογούσαν πίστη μόνο στον αληθινό Θεό των ουρανών.

Εκεί προσεύχονταν με δάκρυα και ζητούσαν δύναμη από τον Κύριο για όσα δύσκολα έρχονταν στη ζωή τους. Ο Ταρκύνιος έστειλε αμέσως υπηρέτες με αυστηρή εντολή να συλλάβουν τους ανυπάκουους και να τους φέρουν δεμένους μπροστά του. Οι στρατιώτες έφτασαν στο δάσος και βρήκαν τους αγίους να υψώνουν τα χέρια τους προς τον ουρανό.

Τους έδεσαν με βαριές αλυσίδες και τους οδήγησαν γρήγορα στη Δορόστολο, όπου βρίσκονταν και οι δύο ηγεμόνες της περιοχής. Είχε βραδιάσει όταν έφτασαν στην πόλη, και ο Ταρκύνιος διέταξε να φυλακιστούν αυστηρά μέχρι την αυγή της επόμενης ημέρας. Όλη τη νύχτα οι τρεις μάρτυρες στάθηκαν όρθιοι στο σκοτεινό κελί και προσεύχονταν με θέρμη στον Κύριο Ιησού Χριστό.

Παρακαλούσαν τον Ιησού Χριστό να στείλει από τα ουράνια τη δύναμή του για να νικήσουν τους σκληρούς αντιπάλους τους. Ζητούσαν να αξιωθούν από τη μεγάλη αγαθότητά του τα στεφάνια της νίκης που δίνει σε όλους τους πιστούς του. Το πρωί ο Ταρκύνιος και ο Γαβίνιος κάθισαν στο δικαστήριο και διέταξαν να φέρουν μπροστά τους τους δεσμώτες αδελφούς.

Πρόσθεσε πως κατά την ανθρώπινη ονομασία τον φώναζαν Μάξιμο από τα παιδικά του χρόνια εκεί στο χωριό. Ο Δάδας και ο Κυντιλιανός είπαν με τη σειρά τους τα ονόματά τους και ομολόγησαν θαρρετά την ίδια χριστιανική πίστη. Ο γραμματέας Μαγνιλιανός κατέγραψε τα ονόματα των τριών μαρτύρων στα επίσημα έγγραφα του ρωμαϊκού δικαστηρίου.

Όταν ζητήθηκε, τα διάβασε φωναχτά μπροστά σε όλους όσοι παρακολουθούσαν εκείνη την κρίσιμη ανάκριση των αδελφών. Έτσι σφραγίστηκε δημόσια η ομολογία τους ενώπιον των ηγεμόνων και των ειδωλολατρών της περιοχής της Δοροστόλου. Ο Ταρκύνιος έκανε τότε στους μάρτυρες μια δελεαστική πρόταση για να σώσουν τη ζωή τους από τον θάνατο.

Ο προηγούμενος ιερέας, εξήγησε, είχε πεθάνει και είχε ανέβει στον ουράνιο Δία για να τον υπηρετεί εκεί ψηλά. Ο Μάξιμος απάντησε με παρρησία και αποκάλεσε τον Δία βρόμικο μοιχό, ανάξιο κάθε τιμής από στόματα ανθρώπων. Δήλωσε πως ως πλάσματα του αληθινού Θεού δεν επρόκειτο ποτέ να εκτελέσουν την ολέθρια διαταγή των ρωμαίων αρχόντων.

Ο Γαβίνιος προσπάθησε στη συνέχεια να πείσει χωριστά τον Δάδα και τον Κυντιλιανό με μακρά και επίμονη συνομιλία. Όσα έλεγε εκείνος τα δέχονταν μαζί του, γιατί φανέρωναν τον δρόμο της αιώνιας σωτηρίας τους στον Χριστό. Οι ηγεμόνες αποφάσισαν να στείλουν πάλι τους τρεις αδελφούς στη φυλακή για να σκεφτούν καλύτερα την πρόταση.

Οι μάρτυρες προχώρησαν με χαρά στο σκοτεινό κελί, συνομιλώντας μεταξύ τους για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής. Τα μεσάνυχτα, ενώ είχαν αποκοιμηθεί από τον μεγάλο κόπο, είδαν στο όνειρό τους τον διάβολο οπλισμένο εναντίον τους. Τους είπε να μη φοβούνται, γιατί ο Θεός, η μεγάλη τους ελπίδα, ετοιμαζόταν να τους δεχτεί κοντά του.

Πρόσθεσε ακόμη πως ο Κύριος δεν βρισκόταν μακριά τους και θα τους ενίσχυε στη μεγάλη δοκιμασία που ερχόταν. Η εμφάνιση και τα λόγια του αγγέλου στήριξαν βαθιά τους μάρτυρες μέσα στη σκοτεινή φυλακή της Δοροστόλου. Δοξολογούσαν τον Θεό μέχρι την αυγή της νέας ημέρας με ψαλμούς και ύμνους και θερμές προσευχές.

Το πρωί οι ηγεμόνες κάθισαν ξανά στο βήμα και διέταξαν να φέρουν μπροστά τους τους δεσμώτες αδελφούς από τη φυλακή. Ο Γαβίνιος τους κάλεσε ακόμη μία φορά να προσφέρουν θυσία στα είδωλα και τους υποσχέθηκε σπουδαίες τιμές. Οι μάρτυρες απάντησαν πως και ο δικός τους Θεός τους πρόσταξε να υπομείνουν κάθε βάσανο για το άγιο όνομά του.

Τότε οι ηγεμόνες έδωσαν εντολή να γδύσουν τους τρεις αδελφούς και να τους δέσουν απλωμένους στη γη. Άρχισαν να τους χτυπούν με μεγάλη σκληρότητα, ενώ οι υπηρέτες τους ρωτούσαν αν άλλαξαν γνώμη για τη θυσία. Οι άγιοι απάντησαν με μία φωνή πως ο Θεός τους τους ενίσχυε και περιφρονούσαν κάθε σκληρό βασανιστήριο.

Ποτέ δεν θα άκουγαν την πονηρή συμβουλή και ποτέ δεν θα θυσίαζαν στους ψεύτικους δαίμονες των ειδώλων. Όταν πέρασε η ώρα του φαγητού, οι ηγεμόνες κάθισαν πάλι στο βήμα και ζήτησαν να φέρουν ξανά τους μάρτυρες. Ο Μάξιμος αποκρίθηκε πως δεν δέχονταν τη συμβουλή τους και πως θα προσκυνούσαν μόνο τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Ομολόγησε ξανά την πίστη του στην Αγία Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Ο Γαβίνιος εξοργίστηκε και απείλησε πως θα τους έστελνε σε έρημο τόπο για να τους αποκεφαλίσουν εκεί χωρίς οίκτο. Οι άγιοι παρακάλεσαν τους ηγεμόνες να εκτελέσουν αμέσως την απειλή τους χωρίς άλλες χρονοτριβές και αναβολές.

Έτσι οι έπαρχοι έδωσαν εντολή να οδηγηθούν οι μάρτυρες στο χωριό τους Οζοβία και να αποκεφαλιστούν εκεί. Ακούγοντας τη θανατική απόφαση, οι τρεις αδελφοί δόξαζαν τον Θεό και προσεύχονταν με μεγάλη ευγνωμοσύνη και χαρά. Έτσι οδηγήθηκαν στην Οζοβία, όπου αποκεφαλίστηκαν με ξίφος και παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού.

The final text has been prepared as **`04_28_Άγιοι_Μάξιμος_Δάδας_Κυντιλιανός_Ελληνικά_Καθαρά.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 28 Prill

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

1