Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος
Στον κήπο της Γεθσημανή, τη νύχτα της προδοσίας, ένας νεαρός ακολούθησε τον Χριστό τυλιγμένος μόνο σε ένα σεντόνι. Όταν οι στρατιώτες προσπάθησαν να τον συλλάβουν, άφησε το ύφασμα στα χέρια τους και έφυγε γυμνός μέσα στο σκοτάδι. Αυτός ο νεαρός, σύμφωνα με αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, ήταν ο μετέπειτα Ευαγγελιστής Μάρκος.
Καταγόταν από εβραϊκή οικογένεια της φυλής του Λευί, της ιερατικής γενιάς, και γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ. Το εβραϊκό του όνομα ήταν Ιωάννης, ενώ το λατινικό Μάρκος το πρόσθεσε αργότερα, όταν ξεκίνησε το αποστολικό ταξίδι του στη Ρώμη. Η μητέρα του Μαρία είχε σπίτι στην Ιερουσαλήμ, που γειτνίαζε με τον κήπο της Γεθσημανή.
Στο σπίτι αυτό συγκεντρώνονταν οι πρώτοι χριστιανοί για προσευχή, και εκεί βρήκε καταφύγιο ο Απόστολος Πέτρος μετά τη θαυμαστή απελευθέρωσή του από τη φυλακή. Ο Μάρκος ανήκε στους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου και υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας πολλών γεγονότων της επίγειας ζωής του Χριστού. Από μικρός βρισκόταν σε στενή επικοινωνία με τους Αποστόλους, ιδιαίτερα με τον Πέτρο, που τον αγαπούσε σαν παιδί του και τον αποκαλούσε υιό του στην πρώτη του επιστολή.
Θείος του ήταν ο Απόστολος Βαρνάβας, λευίτης από την Κύπρο, μέσω του οποίου γνώρισε αργότερα και τον Παύλο. Όταν οι χριστιανοί της Ιερουσαλήμ υπέφεραν από φοβερή πείνα γύρω στο σαράντα πέντε μετά Χριστόν, οι αδελφοί της Αντιόχειας έστειλαν βοήθεια με τους Βαρνάβα και Παύλο. Επιστρέφοντας, οι δύο Απόστολοι πήραν μαζί τους τον Μάρκο, ο οποίος έγινε στενός συνεργάτης τους στο πρώτο αποστολικό ταξίδι.
Πέρασαν από τη Σελεύκεια, έφτασαν στην Κύπρο και διέσχισαν το νησί από τη Σαλαμίνα ως την Πάφο. Εκεί ο Μάρκος έγινε μάρτυρας του θαύματος που τύφλωσε τον μάγο Ελύμα, όταν ο ανθύπατος Σέργιος ζήτησε να ακούσει το κήρυγμα του Χριστού. Στην Πέργη όμως αποχωρίστηκε τους δύο Αποστόλους και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, στο σπίτι της μητέρας του.
Λίγο αργότερα συνόδευσε τον Πέτρο στη Ρώμη, όπου ήδη υπήρχαν πιστοί που είχαν ακούσει το ευαγγέλιο. Με το κήρυγμα και τα θαύματά τους, οι δύο άνδρες στερέωσαν την Εκκλησία της πρωτεύουσας και οδήγησαν στον Χριστό πλήθος Ιουδαίων και εθνικών. Οι Ρωμαίοι χριστιανοί παρακάλεσαν τότε τον Μάρκο να καταγράψει όσα είχε διδαχθεί μαζί με τον Πέτρο.
Έτσι γεννήθηκε το Ευαγγέλιο του Μάρκου, που ο ίδιος ο κορυφαίος Απόστολος επικύρωσε και ενέκρινε για ανάγνωση στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες ως κείμενο γνήσιο και θεόπνευστο. Μετά τους κόπους στη Ρώμη, ο Μάρκος ξεκίνησε για την Ακυληία, στις βόρειες ακτές της Αδριατικής, όπου ίδρυσε εκκλησία και κήρυξε σε γειτονικές περιοχές. Στη συνέχεια, με εντολή του Πέτρου, αναχώρησε για την Αίγυπτο, χώρα γεμάτη εβραϊκές κοινότητες και ειδωλολατρικές παραδόσεις.
Πρώτος από τους Αποστόλους έφτασε στην Αλεξάνδρεια και άρχισε να κηρύσσει την ελευθερία από τα δεσμά του διαβόλου. Πλήθος ανδρών και γυναικών πίστεψαν αμέσως στον Χριστό, και ο ίδιος έγινε πρώτος επίσκοπος της πόλης. Έχτισε εκκλησίες, χειροτόνησε επισκόπους και πρεσβυτέρους στις γύρω πόλεις και κατόπιν επέστρεψε για λίγο στη Μέση Ανατολή.
Στην Αντιόχεια συναντήθηκε ξανά με τον Παύλο και τον Βαρνάβα, και ταξίδεψε με τον θείο του στην Κύπρο. Έπειτα γύρισε στην Αίγυπτο, όπου μαζί με τον Πέτρο θεμελίωσε χριστιανικές κοινότητες, ακόμη και στην πόλη Βαβυλώνα της Αιγύπτου. Από εκεί ο Πέτρος έστειλε την πρώτη του καθολική επιστολή στους χριστιανούς της Μικράς Ασίας.
Αργότερα ο Μάρκος συνεργάστηκε ξανά με τον Παύλο όταν αυτός βρέθηκε δέσμιος στη Ρώμη. Στη συνέχεια στάλθηκε στις Κολοσσές για να αντιμετωπίσει τους ψευδοδιδασκάλους που πλανούσαν τους πιστούς εκείνης της φρυγικής πόλης. Ο Μάρκος βρέθηκε στην Έφεσο κοντά στον επίσκοπο Τιμόθεο, λίγο πριν από το τέλος της επίγειας πορείας του Αποστόλου Παύλου.
Όταν ο Παύλος φυλακίστηκε για δεύτερη φορά στη Ρώμη, κάλεσε κοντά του και τον Μάρκο, που του ήταν αναγκαίος για τη διακονία. Στη Ρώμη ο Ευαγγελιστής έγινε μάρτυρας του ένδοξου μαρτυρίου των δύο μεγάλων διδασκάλων του. Ο Παύλος, ως Ρωμαίος πολίτης, αποκεφαλίστηκε με ξίφος, ενώ ο Πέτρος σταυρώθηκε ανάποδα για την αγάπη του Χριστού.
Μετά τον θάνατο των κορυφαίων Αποστόλων, ο Μάρκος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια για να στερεώσει την εκκλησία που είχε ιδρύσει. Η πόλη ήταν τότε κέντρο της ελληνικής παιδείας, με περίφημη βιβλιοθήκη και πλήθος φιλοσόφων, ρητόρων και ποιητών από κάθε γωνιά της οικουμένης. Ακόμη και πολλοί Ιουδαίοι κάτοικοι παρασύρονταν από την ειδωλολατρική σοφία.
Για να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση, ο Μάρκος ίδρυσε εκεί τη χριστιανική κατηχητική σχολή, που έμελλε να αναδείξει μεγάλους διδασκάλους όπως ο Πάνταινος, ο Κλήμης, ο Διονύσιος Αλεξανδρείας και ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός. Συνέταξε επίσης τη Θεία Λειτουργία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, της οποίας ορισμένες ευχές διασώζονται μέχρι σήμερα στη λατρεία των Αιγυπτίων χριστιανών. Με ακούραστο ζήλο, ο Ευαγγελιστής περιόδευσε σε πολλές περιοχές της Αφρικής, κηρύσσοντας στη Λιβύη, τη Μαρμαρική, την Κυρηναϊκή και την Πεντάπολη.
Όλες αυτές οι χώρες βρίσκονταν βυθισμένες στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, με ναούς γεμάτους είδωλα και τόπους όπου τελούνταν μαγγανείες και χρησμοί. Μέσα από το κήρυγμά του και μέσα από μεγάλα θαύματα, ο Μάρκος φώτιζε τις καρδιές των ανθρώπων. Με έναν λόγο της θείας χάριτος θεράπευε ασθενείς, καθάριζε λεπρούς και έδιωχνε ακάθαρτα και άγρια πνεύματα.
Τα είδωλα έπεφταν, οι ειδωλολατρικοί ναοί ερημώνονταν, και πλήθη βαπτίζονταν στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Παντού όπου περνούσε, στερέωνε εκκλησίες και άφηνε ποιμένες για τη διακονία του λαού. Η ζωή των Αιγυπτίων χριστιανών έγινε παράδειγμα αγιότητας, που προκαλούσε τον θαυμασμό ακόμη και των απίστων.
Ο Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων, όπως διασώζουν ο Ευσέβιος και ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος, περιέγραφε με θαυμασμό τη ζωή τους. Άφηναν τα υλικά αγαθά, αποσύρονταν σε ερημικούς τόπους, νήστευαν αυστηρά και μελετούσαν τις Γραφές με βαθιά αλληγορική ερμηνεία. Οι γυναίκες έμεναν παρθένες ως τα γηρατειά, από ελεύθερη αγάπη προς τον Θεό και τη σοφία.
Όταν ο Μάρκος βρέθηκε στην Κυρήνη της Πεντάπολης, έλαβε εντολή από το Άγιο Πνεύμα να επιστρέψει για ακόμη μία φορά στην Αλεξάνδρεια. Μετά από αποχαιρετιστήριο τραπέζι με τους πιστούς, αναχώρησε με πλοίο και έφτασε την επόμενη ημέρα. Καθώς έμπαινε στις πύλες της πόλης, στον τόπο Μενδίον, σχίστηκε στα δύο το σανδάλι του και ο άγιος το θεώρησε καλό σημάδι.
Έδωσε το υπόδημα σε έναν τσαγκάρη που εργαζόταν εκεί κοντά, και εκείνος, καθώς το επιδιόρθωνε, τρύπησε άθελά του το αριστερό του χέρι. Από τον πόνο φώναξε δυνατά το όνομα του Θεού. Ο Μάρκος χάρηκε ακούγοντας αυτή την επίκληση, έφτιαξε πηλό από χώμα και σάλιο και άλειψε την πληγή, λέγοντας στο όνομα του ζώντος Ιησού Χριστού να γίνει υγιής.
Αμέσως η πληγή έκλεισε και το χέρι του αποκαταστάθηκε. Ο τσαγκάρης, που ονομαζόταν Ανανίας, παρακάλεσε τον άγιο να μπει στο σπίτι του. Εκεί ο Μάρκος άρχισε να του διηγείται για τον Υιό του Θεού και να εξηγεί τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης.
Ο Ανανίας πίστεψε ολόψυχα και βαπτίστηκε μαζί με όλη του την οικογένεια, ενώ πλήθος γειτόνων ακολούθησαν το παράδειγμά του. Ο αριθμός των πιστών αυξανόταν μέρα με την ημέρα, και οι ειδωλολάτρες άρχοντες της Αλεξάνδρειας πληροφορήθηκαν ότι κάποιος Γαλιλαίος βλασφημούσε τους θεούς τους. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν και αναζητούσαν τρόπο να τον συλλάβουν και να τον σκοτώσουν.
Ο Μάρκος, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, χειροτόνησε επίσκοπο τον Ανανία, μαζί με τρεις πρεσβυτέρους, τον Μαλχό, τον Σαβίνο και τον Κέρδωνα, καθώς και επτά διακόνους και έντεκα κληρικούς για την υπηρεσία της εκκλησίας. Έφυγε στη συνέχεια στην Πεντάπολη, όπου παρέμεινε δύο χρόνια στερεώνοντας τους αδελφούς. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, βρήκε τους χριστιανούς πολλαπλασιασμένους και ενισχυμένους στην πίστη.
Υπήρχε ήδη ναός κοντά στη θάλασσα, στον τόπο που ονομαζόταν Βουκόλου. Βλέποντάς τον, ο άγιος γονάτισε με συγκίνηση και δόξασε τον Θεό. Οι Έλληνες άρχοντες πληροφορήθηκαν για τη δράση του και άναψαν από φθόνο, ακούγοντας ότι θεράπευε ασθενείς, έδινε ακοή στους κωφούς και φως στους τυφλούς.
Πλησίαζε η λαμπρή εορτή του Πάσχα, την εικοστή τετάρτη Απριλίου, που εκείνη τη χρονιά συνέπεσε με τη γιορτή του ειδωλολατρικού Σεράπιδος. Ενώ ο Ευαγγελιστής τελούσε τη Θεία Λειτουργία, οι ειδωλολάτρες όρμησαν στον ναό μέσα σε όχλο μανιασμένο και τον άρπαξαν με δεμένα χέρια. Έδεσαν τον άγιο με σχοινιά και τον έσερναν στους δρόμους και τα προάστια της πόλης, φωνάζοντας ότι θα οδηγήσουν το βόδι στον στάβλο.
Ο Μάρκος υπέμενε τα δεινά και ευχαριστούσε τον Κύριο, που τον αξίωσε να πάθει για το όνομά του. Το σώμα του ξεσχιζόταν πάνω στις αιχμηρές πέτρες και το αίμα του έβαφε τους δρόμους της Αλεξάνδρειας. Καταματωμένος και εξαντλημένος, ρίχτηκε στη φυλακή, ενώ οι ειδωλολάτρες συσκέπτονταν για το είδος του θανάτου που θα του επέβαλλαν.
Μέσα στη νύχτα παρουσιάστηκε σε αυτόν άγγελος Κυρίου που τον ενίσχυσε, αναγγέλλοντας τη μέλλουσα δόξα του στους ουρανούς. Έπειτα φανερώθηκε και ο ίδιος ο Χριστός, παρηγορώντας τον πιστό μαθητή του. Το επόμενο πρωί ο όχλος έσυρε ξανά τον άγιο στους δρόμους της πόλης, ώσπου το ταλαιπωρημένο σώμα του δεν άντεξε άλλο.
Παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου, ψιθυρίζοντας τα λόγια του ψαλμωδού. Οι ειδωλολάτρες θέλησαν να κάψουν τα ιερά λείψανά του, αλλά ξαφνικό σκοτάδι, βροντές, σεισμός και χαλάζι διασκόρπισαν το πλήθος και έσβησαν τη φωτιά. Οι χριστιανοί τότε παρέλαβαν με ευλάβεια το άγιο σώμα και το έθαψαν σε πέτρινο τάφο, στον τόπο όπου συγκεντρώνονταν για προσευχή.
Πάνω από τα ιερά λείψανα του Ευαγγελιστή χτίστηκε ναός κατά το τριακοσιοστό δέκατο έτος, και έμειναν στην Αλεξάνδρεια μέχρι τον ένατο αιώνα. Όταν η κυριαρχία των Αράβων και η αίρεση των μονοφυσιτών εξασθένησαν την Ορθοδοξία στην Αίγυπτο, τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Βενετία, κοντά στην Ακυληία, όπου ο άγιος είχε κάποτε κηρύξει. Εκεί αναπαύονται μέχρι σήμερα σε λαμπρό ναό αφιερωμένο στο όνομά του, όπου φυλάσσεται και αρχαιότατο χειρόγραφο του Ευαγγελίου του Μάρκου σε λεπτό αιγυπτιακό πάπυρο.
Σύμφωνα με την παράδοση, γράφτηκε από το ίδιο το χέρι του Ευαγγελιστή. Στις ιερές εικόνες ο Μάρκος εικονίζεται μαζί με λιοντάρι, γιατί το Ευαγγέλιό του ξεκινά με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τη φωνή του βοώντος στην έρημο, που μοιάζει με λιοντάρι που βρυχάται στις ερημιές. Το σύμβολο αυτό δείχνει ακόμη τη δύναμη και τη βασιλική αξία του Χριστού.
Οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, που τιμούν τον Μάρκο ως ιδρυτή και προστάτη της Εκκλησίας τους και πρώτο Πατριάρχη, ευλογούν τους πιστούς με τα λόγια του δεσπότη Χριστού, της Παναγίας και του αγίου Ευαγγελιστή Μάρκου. Στη σφραγίδα τους φέρουν μάλιστα την εικόνα φτερωτού λιονταριού που κρατεί ανοιχτό το Ιερό Ευαγγέλιο της σωτηρίας.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 25 Prill
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Ο Όσιος Βασίλειος της Ποϊάνα Μαρούλουι
Στο Άγιον Όρος, το έτος χίλια επτακόσια πενήντα, ένας Ρουμάνος Γέροντας έκειρε μοναχό τον μετέπειτα μεγάλο πατέρα του φιλοκαλικού κινήματος, τον Όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι. Ο πνευματικός αυτός διδάσκαλος ήταν ο Όσιος Βασίλειος, ο οποίος…
Lexo jetënΟ Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρας
Στα πυκνά δάση της βόρειας Ρωσίας, ένας μαθητής του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ έζησε χρόνια ολόκληρα τρώγοντας φλοιούς δέντρων και ρίζες. Όταν η πείνα τον λύγιζε και έπεφτε αναίσθητος στο χώμα, ένας θαυμαστός άνδρας…
Lexo jetën