Άγιος Ροστισλάβος ο Μέγας Πρίγκιπας του Κιέβου
Για περισσότερα από σαράντα χρόνια κυβέρνησε το Σμολένσκ και το μεταμόρφωσε σε ισχυρό κέντρο της ρωσικής γης. Ίδρυσε με δικές του ενέργειες τη χωριστή επισκοπή του Σμολένσκ, δίνοντας στην πόλη πρωτοφανή εκκλησιαστική ακτινοβολία. Ο Άγιος Ροστισλάβος έλαβε στο βάπτισμα το όνομα Μιχαήλ και υπήρξε γιος του μεγάλου πρίγκιπα του Κιέβου, του Αγίου Μστισλάβου του Μεγάλου.
Ήταν αδελφός του οσίου πρίγκιπα Βσέβολοντ-Γαβριήλ και μία από τις σπουδαιότερες πολιτικές και εκκλησιαστικές μορφές των μέσων του δωδέκατου αιώνα. Το όνομά του συνδέθηκε στενά με την οχύρωση και την άνοδο του Σμολένσκ, με τη γέννηση του ξεχωριστού πριγκιπάτου και με την οργάνωση της τοπικής επισκοπής. Μέχρι τον δωδέκατο αιώνα η γη του Σμολένσκ ανήκε στο κράτος του Κιέβου και δεν διέθετε δική της πολιτική υπόσταση.
Η πολιτική της αυτονόμηση άρχισε το έτος χίλια εκατόν είκοσι πέντε, όταν ο πατέρας του τού παρέδωσε το Σμολένσκ ως κληρονομιά. Είχε λάβει την περιοχή από τον παππού του, τον μέγα πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρο Μονομάχο. Χάρη στους κόπους και τη φροντίδα του Αγίου το πριγκιπάτο μεγάλωσε, γέμισε πόλεις και χωριά, στολίστηκε με ναούς και μοναστήρια.
Με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκαν οι πόλεις Ροστισλάβλ, Μστισλάβλ, Κρίτσεφ, Προπόισκ και Βασίλιεφ, μαζί με πολλές άλλες πολίχνες της περιοχής. Από αυτόν ξεκίνησε ολόκληρη η πριγκιπική δυναστεία του Σμολένσκ. Το έτος χίλια εκατόν τριάντα έξι κατάφερε να ιδρύσει χωριστή επισκοπή στο Σμολένσκ, που σήμαινε τεράστια ωριμότητα για την περιοχή.
Πρώτος επίσκοπος έγινε ο Μανουήλ, τον οποίο χειροτόνησε ο μητροπολίτης Κιέβου Μιχαήλ την άνοιξη του ίδιου έτους. Ο πρίγκιπας εξέδωσε επίσημο διάταγμα στο Σμολένσκ, με το οποίο εξασφάλιζε στον επίσκοπο όλα τα αναγκαία μέσα για το έργο του. Στις τριάντα Σεπτεμβρίου του έτους χίλια εκατόν πενήντα παραχώρησε στην επισκοπή τον λόφο όπου βρισκόταν ο καθεδρικός ναός της Κοιμήσεως.
Εκεί στέκονταν και άλλα διοικητικά κτίρια της τοπικής Εκκλησίας, που αποτελούσαν την καρδιά της εκκλησιαστικής ζωής. Οι σύγχρονοί του τόνιζαν με θαυμασμό την οικοδομική δραστηριότητα του πρίγκιπα, αναγνωρίζοντας ότι αυτός έχτισε τον ναό της Θεοτόκου στο Σμολένσκ. Ο καθεδρικός της Κοιμήσεως είχε ανεγερθεί από τον παππού του στα αρχές του ίδιου αιώνα και ανακαινίστηκε εκ βάθρων από τον Άγιο.
Ο επίσκοπος Μανουήλ καθαγίασε τον ανακαινισμένο ναό τη μεγάλη ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τη δεκάτη πέμπτη Αυγούστου εκείνης της χρονιάς. Ο Άγιος Ροστισλάβος ήταν πραγματικός κτήτορας της Εκκλησίας με την ευρύτερη έννοια αυτής της λέξης. Προικοδότησε τον καθεδρικό της Κοιμήσεως και τον μετέτρεψε από αστικό ναό σε εκκλησιαστικό κέντρο της απέραντης επισκοπής του Σμολένσκ.
Έχτισε επίσης το Κρεμλίνο του Σμολένσκ και τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος στη μονή των αγίων Βόριδος και Γκλιεμπ. Η μονή είχε ιδρυθεί στον τόπο όπου είχε δολοφονηθεί ο άγιος πρίγκιπας Γκλιεμπ, σε ένα σημείο γεμάτο μνήμη και πόνο. Αργότερα ο γιος του Δαβίδ, ίσως εκπληρώνοντας πατρική επιθυμία, μετέφερε εκεί τα παλιά ξύλινα σκευοφόρα των αγίων αδελφών.
Τα ιερά λείψανα μεταφέρθηκαν από το κιεβινό Βίσγκοροντ στη Σμιαντίν, σε μια πράξη βαθιά συμβολική για όλη τη ρωσική Εκκλησία. Ο Άγιος ήταν πατέρας πολλής αρετής και προστάτης της θρησκευτικής ζωής όλων των υπηκόων του. Στη δεκαετία του πενήντα του δωδέκατου αιώνα ο Άγιος Ροστισλάβος βρέθηκε μπλεγμένος σε παρατεταμένο αγώνα για τον θρόνο του Κιέβου.
Στον αγώνα αυτό συγκρούονταν οι δύο ισχυρότερες πριγκιπικές γενιές, οι Όλγκοβιτσι και οι Μονομάχοβιτσι, με σκληρές αντιπαλότητες. Από την πλευρά των Μονομάχοβιτσι κύριος διεκδικητής του τίτλου του μεγάλου πρίγκιπα ήταν ο θείος του, ο Γιούρι Ντολγκορούκι. Ο ίδιος ως πρίγκιπας του Σμολένσκ ήταν ένας από τους ισχυρότερους ηγεμόνες της ρωσικής γης και είχε αποφασιστικό ρόλο στις στρατιωτικές και διπλωματικές διαπραγματεύσεις.
Για όλους τους εμπλεκόμενους ήταν συγχρόνως επικίνδυνος αντίπαλος και πολυπόθητος σύμμαχος. Βρισκόταν συνεχώς στο επίκεντρο των εξελίξεων, χωρίς να χάνει ποτέ την εσωτερική του ηρεμία και την πνευματική του προοπτική. Διακρινόταν για τη σύνεσή του στα πολιτικά πράγματα και για την αυστηρή του αίσθηση δικαιοσύνης απέναντι σε όλους.
Σεβόταν απόλυτα τους μεγαλύτερους και έτρεφε βαθιά ευλάβεια προς την Εκκλησία και την ιεραρχία της. Για πολλές γενιές παρέμεινε στη μνήμη του λαού ως φορέας της Ρωσικής Αλήθειας και της παραδοσιακής έντιμης συμπεριφοράς των αρχόντων. Μετά τον θάνατο του αδελφού του Ιζιασλάβου το έτος χίλια εκατόν πενήντα τέσσερα, ο Άγιος ανέλαβε τον θρόνο του Κιέβου.
Κυβέρνησε όμως την πόλη μαζί με τον θείο του Βιάτσεσλαβ Βλαδιμίροβιτς, διατηρώντας στη συναρχία ειρήνη και αρμονία. Μετά τον θάνατο του θείου του επέστρεψε στο Σμολένσκ και παραχώρησε το πριγκιπάτο του Κιέβου στον άλλον θείο του, τον Γιούρι Ντολγκορούκι. Έτσι απομακρύνθηκε με τη θέλησή του από την αιματοχυσία των πριγκιπικών διαμαχών και τις φοβερές συνέπειές τους.
Κατέλαβε το Κιέβο για δεύτερη φορά στις δώδεκα Απριλίου του έτους χίλια εκατόν πενήντα εννέα. Έμεινε μέγας πρίγκιπας ως τον θάνατό του και υπερασπίστηκε πολλές φορές με το σπαθί την πατρική του κληρονομιά. Τα χρόνια της διακυβέρνησής του συνέπεσαν με μια από τις πιο σύνθετες περιόδους της ρωσικής εκκλησιαστικής ιστορίας.
Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ιζιασλάβος, υπέρμαχος του αυτοκεφάλου της Ρωσικής Εκκλησίας, είχε προτείνει τον Ρώσο μοναχό Κλήμη Σμολιάτιτς για μητροπολίτη. Ήθελε να τον αναδείξει σύνοδος Ρώσων επισκόπων χωρίς την έγκριση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και αυτό συνέβη το έτος χίλια εκατόν σαράντα επτά. Η ρωσική ιεραρχία στήριξε στη μεγάλη της πλειονότητα τον Κλήμη και τον πρίγκιπα Ιζιασλάβο στον αγώνα για ανεξαρτησία από την Κωνσταντινούπολη.
Όμως αρκετοί επίσκοποι με επικεφαλής τον άγιο Νίφωνα Νόβγκοροντ αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το αυτοκέφαλο της ρωσικής μητροπόλεως. Διέκοψαν την κοινωνία τους με τον Κλήμη και μετέτρεψαν τις επισκοπές τους σε ανεξάρτητες εκκλησιαστικές περιφέρειες, ώσπου να λυθεί το μεγάλο αυτό ζήτημα. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο επίσκοπος Σμολένσκ Μανουήλ, ο οποίος ακολουθούσε τη συνείδησή του και την κανονική παράδοση.
Ο Άγιος Ροστισλάβος κατάλαβε καθαρά τον κίνδυνο που έκρυβε η ιδέα του ρωσικού αυτοκεφάλου σε εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Φοβόταν ότι θα οδηγούσε στη διάσπαση της Ρωσίας και σε εκκλησιαστική αναταραχή χωρίς προηγούμενο. Οι συνεχείς αγώνες των πριγκίπων για το Κιέβο μπορούσαν να μεταφερθούν εύκολα και στον μητροπολιτικό θρόνο.
Πολλοί υποψήφιοι θα προβάλλονταν από τις διάφορες πριγκιπικές μερίδες, και η Εκκλησία θα γινόταν όμηρος των πολιτικών παθών. Οι ανησυχίες του δικαιώθηκαν πλήρως από τα γεγονότα που ακολούθησαν μέσα σε λίγα χρόνια. Ο Γιούρι Ντολγκορούκι, που παρέμενε πιστός στην Κωνσταντινούπολη, κατέλαβε το Κιέβο το έτος χίλια εκατόν πενήντα τέσσερα.
Εξόρισε αμέσως τον μητροπολίτη Κλήμη και ζήτησε από την Κωνσταντινούπολη νέο μητροπολίτη για τη Ρωσία. Επιλέχθηκε ο άγιος Κωνσταντίνος, ο οποίος όμως έφτασε στη Ρωσία μόλις το έτος χίλια εκατόν πενήντα έξι. Έξι μήνες αργότερα πέθανε ο Γιούρι Ντολγκορούκι, και η κατάσταση άλλαξε ξανά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Όταν ο ανιψιός του Αγίου, ο Μστισλάβος Ιζιασλάβιτς, μπήκε στην πόλη στις είκοσι δύο Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ο άγιος Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να φύγει. Στη θέση του επέστρεψε ο καθαιρεμένος Κλήμης Σμολιάτιτς, και άρχισε μια εποχή μεγάλης σύγχυσης στη ρωσική Εκκλησία. Υπήρχαν δύο μητροπολίτες ταυτόχρονα, και ολόκληρη η ιεραρχία και ο κλήρος έπεσαν σε αμοιβαία ακοινωνησία.
Ο Έλληνας μητροπολίτης τιμωρούσε τους υποστηρικτές του Κλήμη, και ο Κλήμης απαντούσε με ανάλογες ποινές στους υποστηρικτές του Κωνσταντίνου. Για να σταματήσει το σκάνδαλο, ο Άγιος Ροστισλάβος μαζί με τον Μστισλάβο αποφάσισαν να απομακρύνουν και τους δύο μητροπολίτες. Ζήτησαν από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως νέον αρχιποιμένα για τον μητροπολιτικό θρόνο.
Όμως αυτός ο συμβιβασμός δεν έλυσε οριστικά το ζήτημα και άφησε ανοιχτά πολλά εκκρεμή θέματα. Ο νέος μητροπολίτης Θεόδωρος έφτασε στο Κιέβο το φθινόπωρο του έτους χίλια εκατόν εξήντα ένα. Πέθανε όμως την επόμενη άνοιξη, και ο θρόνος έμεινε πάλι κενός χωρίς ποιμένα.
Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Ανδρέου Μπογκολιούμπσκι, ο Άγιος Ροστισλάβος πρότεινε δικό του υποψήφιο για τη μητρόπολη. Ο υποψήφιος αυτός ήταν ο πολύπαθος Κλήμης Σμολιάτιτς, που για χρόνια είχε υπομείνει διωγμούς και αντιδράσεις. Η αλλαγή της στάσης του μεγάλου πρίγκιπα απέναντι στον Κλήμη φανερώνει την επιρροή της μονής των Σπηλαίων του Κιέβου.
Ιδιαίτερος ρόλος ανήκει στον αρχιμανδρίτη Πολύκαρπο, που ακολουθούσε τις γνήσιες παραδόσεις των Σπηλαίων με συνέπεια. Ο Πολύκαρπος έγινε ηγούμενος της μονής το έτος χίλια εκατόν εξήντα πέντε και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον Άγιο Ροστισλάβο. Ο Άγιος είχε την ευλαβική συνήθεια να καλεί τον ηγούμενο μαζί με δώδεκα μοναχούς στο τραπέζι του.
Αυτό γινόταν τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και ο ίδιος ο πρίγκιπας τους διακονούσε με ταπείνωση. Πολλές φορές εξέφρασε την επιθυμία του να γίνει μοναχός στη μονή των Αγίων Αντωνίου και Θεοδοσίου, μέσα από βαθιά εσωτερική ορμή. Έδωσε μάλιστα εντολή να κτιστεί ειδικό κελί για τη φιλοξενία του στη μονή, ως απόδειξη της αληθινής του βούλησης.
Οι μοναχοί των Σπηλαίων είχαν τεράστια πνευματική επιρροή στην αρχαία Ρωσία και καθοδηγούσαν συνειδήσεις σε κάθε επίπεδο. Παρότρυναν τον πρίγκιπα να σκεφτεί σοβαρά την ανεξαρτησία της Ρωσικής Εκκλησίας από εξωτερικές πιέσεις. Εκείνα τα χρόνια υπήρχε στη Ρωσία υποψία για την ορθοδοξία ορισμένων επισκόπων ελληνικής καταγωγής.
Αιτία ήταν η περίφημη διαμάχη για τις νηστείες, που ονομάστηκε λεοντιανή αίρεση και προκάλεσε μεγάλη ταραχή. Η ευσεβής πρόθεση του Αγίου να αποσπάσει την ευλογία του Πατριάρχη για τον Κλήμη δεν τελεσφόρησε ποτέ. Οι Έλληνες θεωρούσαν τον διορισμό μητροπολίτη Κιέβου ένα από τα σπουδαιότερα προνόμιά τους.
Αυτό εξυπηρετούσε όχι μόνο εκκλησιαστικά αλλά και πολιτικά συμφέροντα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθώς η Ρωσία αποτελούσε στρατηγικό χώρο επιρροής της. Έτσι η πρόταση του πρίγκιπα έμεινε χωρίς ανταπόκριση, παρά τις ειλικρινείς προθέσεις του. Το έτος χίλια εκατόν εξήντα πέντε έφτασε στο Κιέβο νέος Έλληνας μητροπολίτης, ο Ιωάννης, και ο Άγιος Ροστισλάβος τον δέχτηκε με ταπείνωση.
Τον υποδέχτηκε με εκκλησιαστική υπακοή, χωρίς να εκδικηθεί για την προηγούμενη άρνηση του Πατριαρχείου να συμμορφωθεί με τις προτάσεις του. Ο νέος μητροπολίτης, όπως και ο προηγούμενος, ποίμανε τη Ρωσική Εκκλησία λιγότερο από έναν χρόνο και κοιμήθηκε. Ο θρόνος του Κιέβου έμεινε ξανά κενός, και ο μέγας πρίγκιπας στερήθηκε την πατρική συμβουλή ενός πνευματικού πατέρα.
Η μοναδική του πνευματική παρηγοριά ήταν ο ηγούμενος Πολύκαρπος και οι άγιοι γέροντες της μονής των Σπηλαίων. Δεν παρέλειπε επίσης να επισκέπτεται τη μονή του Αγίου Θεοδώρου στο Κιέβο, την οποία είχε ιδρύσει ο πατέρας του. Επιστρέφοντας από εκστρατεία εναντίον του Νόβγκοροντ την άνοιξη του έτους χίλια εκατόν εξήντα επτά αρρώστησε βαριά.
Όταν έφτασε στο Σμολένσκ, όπου ηγεμόνευε ο γιος του Ρωμανός, οι συγγενείς του τον παρακαλούσαν να μείνει. Όμως ο μέγας πρίγκιπας έδωσε εντολή να τον μεταφέρουν στο Κιέβο, για να φτάσει στους τόπους όπου είχε ορίσει η ψυχή του. Είπε με σαφήνεια ότι, αν πέθαινε στον δρόμο, ήθελε να τον ενταφιάσουν στη μονή του Αγίου Θεοδώρου του πατέρα του.
Πρόσθεσε ότι, αν ο Θεός τον θεράπευε με τις πρεσβείες της Παναγίας και του Αγίου Θεοδοσίου, θα γινόταν μοναχός στη μονή των Σπηλαίων. Ο Θεός δεν εκπλήρωσε την έσχατη επιθυμία του Αγίου να τελειώσει τη ζωή του ως μοναχός στο αγιασμένο μοναστήρι. Ο όσιος πρίγκιπας κοιμήθηκε στον δρόμο προς το Κιέβο, στις δεκατέσσερις Μαρτίου του έτους χίλια εκατόν εξήντα επτά.
Σε άλλες ιστορικές πηγές αναφέρεται ως έτος κοιμήσεώς του το χίλια εκατόν εξήντα οκτώ, χωρίς αυτό να αλλάζει την ουσία. Το σώμα του, σύμφωνα με τη ρητή τελευταία επιθυμία του, μεταφέρθηκε στη μονή του Αγίου Θεοδώρου στο Κιέβο. Εκεί αναπαύθηκε ο μεγάλος εκείνος ηγεμόνας, που υπήρξε δίκαιος δικαστής, σοφός κυβερνήτης και ταπεινός υπηρέτης της Εκκλησίας.
Έζησε ως άρχοντας με συνείδηση μοναχού και ως μοναχός με ευθύνη άρχοντα, ενώνοντας τις δύο κλήσεις. Ο λαός τον τίμησε ως άγιο, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τη σπάνια συνύπαρξη της εξουσίας με την αληθινή χριστιανική ταπείνωση και αγάπη. Η μνήμη του παραμένει ζωντανή στη Ρωσική Εκκλησία και τιμάται με βαθιά ευλάβεια από τους πιστούς κάθε γενιάς.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 14 Mars
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας του Θεοδώρου της Κοστρόμα
Λένε πως η αγία αυτή εικόνα φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον Ευαγγελιστή Λουκά και μοιάζει εκπληκτικά με την περίφημη εικόνα της Παναγίας του Βλαντίμιρ. Όταν οι Τάταροι πλησίασαν την Κοστρόμα, ένας άγνωστος καβαλάρης με…
Lexo jetënΟ Όσιος Βενέδικτος και το Φως της Ερήμου
Ένας νεαρός ευγενής της Νουρσίας πέταξε τα πλούτη και τα γράμματα της Ρώμης για να κρυφτεί τρία χρόνια μέσα σε μια απρόσιτη σπηλιά. Ένας μοναχός, ο Ρωμανός, του κατέβαζε ψωμί με σκοινί από την…
Lexo jetënΟ Όσιος Ευσχήμων, ο Επίσκοπος Λαμψάκου
Ένα νεκρό παιδάκι ξαναβρήκε την πνοή του στα χέρια του Οσίου Ευσχήμονος, όταν η μάνα του το έφερε δακρυσμένη. Λίγο αργότερα, ο ίδιος άγιος έδιωχνε με τον λόγο του τα άγρια θηρία που απειλούσαν…
Lexo jetënΤο Τρίτο Ψυχοσάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
Μέσα στην καρδιά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία σταματά τον αγώνα της νηστείας και στρέφει το βλέμμα προς εκείνους που έφυγαν από τη ζωή. Επειδή τις καθημερινές της Σαρακοστής δεν τελείται Θεία Λειτουργία, ορίστηκαν…
Lexo jetën