EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Πατριάρχης που Ξανάφερε τις Εικόνες στην Εκκλησία

Από τα ανώτατα αξιώματα της αυτοκρατορικής αυλής, ένας λαϊκός σύμβουλος ανέβηκε σε μία μόνο ημέρα στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Δύο χρόνια αργότερα, το επτακόσια ογδόντα επτά, ο ίδιος άνθρωπος προήδρευε τριακοσίων εξήντα επτά επισκόπων στη Νίκαια και αποκαθιστούσε την τιμή των ιερών εικόνων. Ο Ταράσιος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευγενείς και ευσεβείς, τον Γεώργιο και την Ευκρατία, που ανήκαν στην τάξη των πατρικίων.

Ο πατέρας του ήταν φημισμένος κριτής, στήριγμα των πτωχών και προστάτης των αδικημένων στα δικαστήρια της εποχής. Από τη μητέρα του κληρονόμησε βαθιά πίστη και αγάπη προς τον Θεό, που σημάδεψε ολόκληρη την πορεία της ζωής του. Έλαβε εξαιρετική παιδεία και διακρίθηκε στις θύραθεν επιστήμες, με σπάνια οξύνοια και φρόνηση.

Στην αυλή της βασίλισσας Ειρήνης της Αθηναίας και του ανήλικου γιου της, Κωνσταντίνου του Έκτου, ανέβηκε γρήγορα την κλίμακα των αξιωμάτων. Έγινε ύπατος και πρωτασηκρίτης, δηλαδή πρώτος γραμματέας του κράτους, με μεγάλη επιρροή στα κοινά πράγματα. Παρά τη λαμπρότητα της θέσης του, παρέμενε εσωτερικά ταπεινός και προσευχόταν θερμά, εμπιστευόμενος στον Θεό κάθε του μέριμνα και κάθε δύσκολη πολιτική απόφαση.

Έτσι προετοιμαζόταν, χωρίς να το γνωρίζει, για την ανώτερη διακονία. Εκείνα τα χρόνια η Εκκλησία ταρασσόταν από τη μακρόχρονη αίρεση των εικονομάχων, που είχε ξεκινήσει από τον Λέοντα τον Ίσαυρο. Ο Πατριάρχης Παύλος ο Τέταρτος, αν και είχε υποχωρήσει παλαιότερα στους εικονομάχους, μετανόησε ειλικρινά και επέστρεψε στην Ορθοδοξία με συντριβή.

Καταβεβλημένος από τη βαρειά κατάσταση της Εκκλησίας, παραιτήθηκε από τον θρόνο και αποσύρθηκε στη μονή του Φλώρου. Εκεί ενδύθηκε το μέγα σχήμα και ετοιμαζόταν για την έξοδό του από τον κόσμο. Όταν η βασίλισσα Ειρήνη πήγε μαζί με τον γιο της να τον επιπλήξει για την απόφαση αυτή, ο Παύλος μίλησε με δάκρυα και ειλικρίνεια.

Είπε πως δεν άντεχε άλλο τον σπαραγμό και πως η ένωση με τα άλλα πατριαρχεία ήταν αδύνατη χωρίς νέο ποιμένα. Πρότεινε τον Ταράσιο ως τον μόνο άνθρωπο που μπορούσε να αποκαταστήσει την ορθή πίστη και την ενότητα. Πρότεινε ακόμη τη σύγκληση μεγάλης Οικουμενικής Συνόδου, για να καταδικαστεί η αίρεση οριστικά.

Όταν η πρόταση έφτασε στον Ταράσιο, εκείνος αρνήθηκε με σφοδρότητα, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και πρόβαλε ως κώλυμα την ιδιότητα του λαϊκού. Ωστόσο η βασίλισσα συγκάλεσε σύναξη κλήρου, συγκλητικών και λαού στο ανάκτορο της Μαγναύρας, για να εκφραστεί η κοινή γνώμη. Όλοι φώναξαν ομόψυχα πως κανένας άλλος δεν μπορούσε να αναλάβει τον θρόνο και τη φροντίδα της σπαρασσόμενης Εκκλησίας.

Τότε ο Ταράσιος δέχτηκε, με τον όρο ότι θα συγκληθεί χωρίς αναβολή Οικουμενική Σύνοδος, για να αποκατασταθεί η ενότητα με τα τέσσερα πατριαρχεία. Χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως στις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου, το έτος επτακόσια ογδόντα τέσσερα. Μόλις ανέβηκε στον θρόνο, άλλαξε ριζικά τον τρόπο της ζωής του και ζούσε σαν μοναχός μέσα στο πατριαρχείο.

Νήστευε αυστηρά και αγρυπνούσε ολόκληρες νύχτες σε προσευχή και μελέτη των θείων Γραφών. Έγινε υπόδειγμα ταπείνωσης για όλο τον κλήρο της εποχής εκείνης. Στη φιλανθρωπία ο νέος Πατριάρχης ξεπέρασε κάθε μέτρο και ονομάστηκε από τον λαό «νέος Ιωσήφ» για τη γενναιοδωρία του.

Ίδρυσε νοσοκομεία και ξενώνες και φιλοξενούσε καθημερινά τους πτωχούς στην ίδια του την τράπεζα. Είχε καταγράψει σε ειδικό κατάλογο όσους είχαν διαρκή ανάγκη και τους έστελνε τακτικό βοήθημα από τα έσοδα του πατριαρχείου. Τον χειμώνα έβγαινε ο ίδιος, ντυμένος με τα ιερατικά του άμφια, και μοίραζε άφθονη τροφή στους πεινασμένους κατοίκους της πόλης.

Με τα πατρικά του υπάρχοντα έκτισε μεγάλο μοναστήρι στη δεξιά όχθη του Βοσπόρου, όπου συγκέντρωσε εκλεκτούς μοναχούς. Από εκεί αναδείχθηκαν στύλοι της Ορθοδοξίας, όπως ο άγιος Μιχαήλ Συνάδων και ο Θεόφιλος Νικαίας, σπουδαίοι αγωνιστές της πίστης. Σύμφωνα με την υπόσχεσή του, τον Αύγουστο του έτους επτακόσια ογδόντα έξι, ο Πατριάρχης κάλεσε μεγάλη σύνοδο επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη.

Όμως στρατιώτες εικονομάχοι όρμησαν με βία στον ναό των Αγίων Αποστόλων και διέλυσαν τη σύναξη. Η ταραχή κατεστάλη και η Σύνοδος μεταφέρθηκε στη Νίκαια, όπως ορίστηκε. Η πρώτη συνεδρία της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου άνοιξε στις είκοσι τέσσερις Σεπτεμβρίου, του έτους επτακόσια ογδόντα επτά.

Συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι εξήντα επτά άγιοι πατέρες, ενώ ο Ταράσιος προήδρευσε με σύνεση, διακριτικότητα και αρχιερατικό κύρος. Οι συζητήσεις διήρκεσαν τριάντα ημέρες και στηρίχθηκαν στις Γραφές και στην παράδοση των αγίων πατέρων της Εκκλησίας. Καταδικάστηκε η αίρεση των εικονομάχων και αποκαταστάθηκε επίσημα η τιμή και η προσκύνηση των ιερών εικόνων.

Όσοι επίσκοποι μετανόησαν ειλικρινά για την προηγούμενη πλάνη τους έγιναν δεκτοί στην Εκκλησία με πραότητα. Η οικονομική αυτή στάση προκάλεσε όμως την αντίδραση των αυστηρών μοναχών των Στουδίου, του αγίου Πλάτωνα και του ανιψιού του, αγίου Θεοδώρου. Ο Πατριάρχης αγωνίστηκε επίσης κατά της σιμωνίας στις χειροτονίες των κληρικών, χωρίς να φοβάται καμία αντίδραση από τους ισχυρούς.

Υπερασπίστηκε ακόμη με γενναιότητα το δικαίωμα του ασύλου των διωκομένων μέσα στους ιερούς ναούς. Όταν στρατιώτες συνέλαβαν με βία έναν αξιωματούχο που είχε καταφύγει στην Αγία Σοφία, ο Ταράσιος τους αφόρισε. Έτσι έδειξε πως ο ποιμήν προστατεύει το ποίμνιο μέχρι θανάτου.

Όταν ο Κωνσταντίνος ο Έκτος έγινε μονοκράτορας, το έτος επτακόσια ενενήντα, παρασύρθηκε σε σοβαρή παρανομία απέναντι στους νόμους της Εκκλησίας. Χώρισε τη νόμιμη σύζυγό του, τη βασίλισσα Μαρία, με ψεύτικες κατηγορίες περί δηλητηρίασης, για να πάρει την υπηρέτριά του Θεοδότη. Ο Ταράσιος αρνήθηκε κατηγορηματικά να ευλογήσει αυτή την παράνομη ένωση και ήλεγξε τον αυτοκράτορα με παρρησία προφητική.

Τον απείλησε με αφορισμό, αν επέμενε στη φοβερή αμαρτία του και ασέβεια προς τον θεσμό του γάμου. Ο εξοργισμένος Κωνσταντίνος συνέλαβε τον Πατριάρχη και απαγόρευσε σε κάθε άνθρωπο να επικοινωνεί μαζί του. Ανάγκασε τη νόμιμη σύζυγό του να λάβει το μοναχικό σχήμα και ευλόγησε τον παράνομο γάμο μέσω ενός ιερέα, του Ιωσήφ, οικονόμου της Μεγάλης Εκκλησίας.

Όμως η κρίση του Θεού δεν άργησε να φανερωθεί στους αμαρτωλούς εκείνους ανθρώπους της εξουσίας. Τον επόμενο χρόνο ο Κωνσταντίνος έπεσε θύμα συνωμοσίας, τυφλώθηκε από την ίδια του τη μητέρα και έχασε τον θρόνο. Ο Ταράσιος ανέκτησε την ελευθερία του και αφόρισε τον ιερέα Ιωσήφ για την παρανομία του.

Έτσι συμφιλιώθηκε με τους Στουδίτες, που είχαν αποκοπεί από την κοινωνία μαζί του εξαιτίας της οικονομίας. Μέσα σε όλες αυτές τις δοκιμασίες ο άγιος διατηρούσε ψυχική ειρήνη, υπομονή και ακλόνητη σταθερότητα σαν τον δίκαιο Ιώβ. Δίδασκε ακούραστα τον λαό να μένει στην ορθή πίστη και να την επιβεβαιώνει με την τήρηση των εντολών.

Με την άνοδο του αυτοκράτορα Νικηφόρου του Πρώτου, η Εκκλησία βρήκε επιτέλους τη γαλήνη και την ποθούμενη ηρεμία. Έχοντας ολοκληρώσει το έργο του μετά από είκοσι δύο χρόνια ποιμαντικής διακονίας, ο Πατριάρχης αρρώστησε σοβαρά και βαριά. Παρά την ασθένειά του εξακολουθούσε να τελεί καθημερινά τη Θεία Λειτουργία, στηριζόμενος με δυσκολία σε ένα μπαστούνι.

Όταν έφτασε στις τελευταίες του στιγμές, οι παρόντες τον είδαν να μάχεται με τους δαίμονες, που τον κατηγορούσαν για φανταστικά αμαρτήματα. Με καθαρή συνείδηση μπροστά στον Θεό, τους απομάκρυνε κουνώντας το χέρι του, καθώς δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει. Καθώς οι ψάλτες άρχισαν να ψάλλουν τον στίχο «Κλίνον, Κύριε, το ους σου και επάκουσόν μου», η μακαρία ψυχή του αναχώρησε προς τις αιώνιες μονές.

Όλη η πόλη τον θρήνησε με δάκρυα ειλικρινούς αγάπης. Ενταφιάστηκε στη μονή του και πολλά θαύματα έγιναν στον τάφο του, ιδίως με το λάδι από το κανδήλι.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 25 Shkurt

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Ιερομάρτυς Ρηγίνος της Σκοπέλου

Στο νησί της Σκοπέλου, ένας επίσκοπος στάθηκε μπροστά στον Έπαρχο της Ελλάδος και αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα του Ιουλιανού. Λίγες ώρες αργότερα, στη θέση «Παλαιό γεφύρι», το ξίφος του δημίου έκοβε την τίμια…

Lexo jetën
1