EmailFacebookΕπικοινωνία

Η οικογένεια που ξαναβρέθηκε στους Αγίους Τόπους

Δύο νεαρά αδέρφια από την Κωνσταντινούπολη ναυάγησαν στο πέλαγος και τα κύματα τα έβγαλαν ζωντανά σε διαφορετικές ακτές της Φοινίκης. Οι γονείς τους, ο πλούσιος συγκλητικός Ξενοφών και η σύζυγός του Μαρία, τους θρήνησαν για χρόνια ως νεκρούς, χωρίς να γνωρίζουν την αλήθεια. Ο Ξενοφών έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί των ημερών του αυτοκράτορα Ιουστινιανού και ξεχώριζε για τον πλούτο και τη βαθιά του ευσέβεια.

Η Μαρία τον ακολουθούσε σε κάθε καλό έργο και μαζί ανέθρεψαν τα δύο τους παιδιά με φόβο Θεού και αγάπη στις εντολές Του. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, οι γονείς τα έστειλαν στη φημισμένη σχολή της Βηρυτού για να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη. Λίγο πριν αναχωρήσουν για δεύτερη φορά, ο πατέρας αρρώστησε βαριά και τα κάλεσε κοντά του για να τους αφήσει τις τελευταίες πατρικές παραγγελίες.

Τους δίδαξε να φοβούνται τον Θεό, να ελεούν τους φτωχούς και να τιμούν τους μοναχούς και τους ιερείς. Ο Κύριος όμως τον σήκωσε από την κλίνη του και τα αδέρφια ξεκίνησαν ξανά για τη Βηρυτό με όλα τα απαραίτητα εφόδια. Το ταξίδι ξεκίνησε με ευνοϊκό άνεμο, μέχρι τη στιγμή που η θάλασσα άλλαξε όψη και μια ξαφνική καταιγίδα έπληξε το σκάφος.

Καθώς το πλοίο γέμιζε νερά, οι ναυτικοί εγκατέλειψαν το τιμόνι και κατέφυγαν σε μικρότερη βάρκα για να σωθούν. Ο Ιωάννης και ο Αρκάδιος έμειναν με τους δούλους τους πάνω στο σκαρί, που σύντομα διαλύθηκε από την ορμή των κυμάτων. Με δάκρυα στα μάτια θυμήθηκαν τους γονείς τους και παρακάλεσαν τον Θεό να μην τους χωρίσει ούτε στον θάνατο.

Έπειτα αγκαλιάστηκαν, ζήτησαν συγχώρηση ο ένας από τον άλλον και άρπαξαν από μια σανίδα του ναυαγίου. Με τη χάρη του Κυρίου σώθηκαν όλοι, όμως τα κύματα τους διασκόρπισαν σε διαφορετικά μέρη της ακτής. Ο Ιωάννης βγήκε σε τόπο κοντά στην Τύρο, γυμνός και ταλαιπωρημένος από τη μακρά πάλη με τη θάλασσα.

Σκέφτηκε πως ο Θεός τον γλίτωσε για να αφιερωθεί στη μοναχική ζωή και όχι για να επιστρέψει στη ματαιότητα του κόσμου. Έφτασε σε κοντινό μοναστήρι όπου ο θυρωρός τον ντύθηκε και τον φιλοξένησε με αγάπη. Ο ηγούμενος δέχτηκε το αίτημά του και σύντομα τον έκειρε στο αγγελικό σχήμα της μοναχικής πολιτείας.

Από εκείνη τη στιγμή ο νέος μοναχός αγωνιζόταν με νηστεία, προσευχή και υπακοή, θρηνώντας μόνο για τον αδερφό του. Ο Αρκάδιος βγήκε στη στεριά στην περιοχή της Τετραπυργίας και έπεσε με το πρόσωπο στη γη ευχαριστώντας τον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Παρακαλούσε με δάκρυα τον Κύριο να σώσει και τον Ιωάννη από τα κύματα και να του χαρίσει τη χαρά να τον ξαναδεί.

Από την υπερβολική θλίψη αποκοιμήθηκε δίπλα σε έναν στύλο εκκλησίας και είδε σε όνειρο τον αδερφό του να του χαμογελά και να τον καθησυχάζει. Με γεμάτη καρδιά ξεκίνησε για τα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τους Αγίους Τόπους όπου ο Κύριος εργάστηκε τη σωτηρία του κόσμου. Στον δρόμο συνάντησε έναν σεβάσμιο γέροντα με χάρισμα διορατικότητας, ο οποίος του φανέρωσε ότι ο αδερφός του ζει και ήδη βαδίζει τον δρόμο της μοναχικής πολιτείας.

Ο γέροντας τον οδήγησε στη Λαύρα του Αγίου Χαρίτωνος, που στα συριακά ονομαζόταν Σουκά, και τον έκειρε μοναχό. Του παρέδωσε ένα κελί όπου είχε ασκηθεί άλλος μεγάλος ασκητής για πενήντα ολόκληρα χρόνια. Επί έναν χρόνο ο διορατικός γέροντας τον δίδαξε τους κανόνες της ασκητικής ζωής και τον γύμνασε στον πόλεμο εναντίον των αοράτων εχθρών.

Έπειτα αναχώρησε στην έρημο, υποσχόμενος να επιστρέψει μετά από τρία χρόνια. Δύο χρόνια μετά το ναυάγιο, ο Ξενοφών έστειλε έναν δούλο στη Βηρυτό για να μάθει νέα από τα παιδιά. Επειδή δεν τα βρήκε εκεί, ο δούλος πήγε ως την Αθήνα και επέστρεφε λυπημένος στην Κωνσταντινούπολη χωρίς καμία είδηση.

Σε ένα πανδοχείο συνάντησε έναν παλιό σύντροφο των αδερφών, ντυμένο πια με τα ράσα του μοναχού, που του διηγήθηκε την τρομερή τρικυμία. Εκείνος ο μοναχός πίστευε ότι ήταν ο μόνος που γλίτωσε από το ναυάγιο και ότι τα αρχοντόπουλα είχαν χαθεί στο πέλαγος. Με τέτοιο μήνυμα ο δούλος επέστρεψε στο αρχοντικό και αναγκάστηκε να αποκαλύψει την οδυνηρή είδηση στη Μαρία.

Η ευσεβής γυναίκα δεν κατέρρευσε από τον πόνο, αλλά δοξολόγησε με σταθερή πίστη το άγιο όνομα του Κυρίου. Όταν ο Ξενοφών επέστρεψε από το παλάτι το βράδυ, την είδε να κλαίει και τη ρώτησε με ανησυχία τι συνέβη. Μόλις άκουσε για τον φερόμενο χαμό των παιδιών, αναστέναξε και είπε τα λόγια του δικαίου Ιώβ για τον Κύριο που δίνει και που παίρνει.

Φόρεσαν τρίχινα ενδύματα και πέρασαν όλη τη νύχτα σε προσευχή με δάκρυα και ακλόνητη ελπίδα στον Θεό. Όταν ξημέρωσε, ξάπλωσαν χωριστά για λίγο και είδαν την ίδια νυχτερινή οπτασία. Είδαν τους δύο γιους τους να παρίστανται μπροστά στον Χριστό μέσα σε μεγάλη δόξα και να φέρουν στα κεφάλια τους πολύτιμα στεφάνια.

Ο Ιωάννης κρατούσε σκήπτρο και βασιλικό στέμμα στολισμένο με μαργαριτάρια, ενώ ο Αρκάδιος έφερε στεφάνι από αστέρια και σταυρό στο δεξί του χέρι. Όταν διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον την οπτασία, κατάλαβαν με βεβαιότητα ότι τα παιδιά τους ζουν με τη χάρη του Κυρίου. Αμέσως αποφάσισαν να ξεκινήσουν προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, ελπίζοντας να τα συναντήσουν κάπου στα μέρη της Ιερουσαλήμ.

Ρύθμισαν τα του οίκου τους, μοίρασαν άφθονη ελεημοσύνη και πήραν χρυσάφι για τις ανάγκες του ταξιδιού και για τα ιερά καθιδρύματα. Στην Ιερουσαλήμ προσκύνησαν με ευλάβεια όλους τους ιερούς τόπους και έπειτα περιόδευσαν τα γύρω μοναστήρια αναζητώντας τα παιδιά τους. Στον δρόμο συνάντησαν τον διορατικό γέροντα που είχε κείρει τον Αρκάδιο μοναχό και έπεσαν στα πόδια του ζητώντας τις προσευχές του.

Ο άγιος εκείνος γέροντας τους βεβαίωσε ότι τα παιδιά τους ζουν και τους προέτρεψε να συνεχίσουν το προσκύνημά τους στα μέρη του Ιορδάνη ποταμού. Με την πρόνοια του Θεού, ο Ιωάννης και ο Αρκάδιος βρέθηκαν λίγο αργότερα κοντά στον Γολγοθά μπροστά στον ίδιο σεβάσμιο γέροντα. Ο διορατικός πατέρας τους είχε καλέσει εκεί χωριστά και χωρίς να γνωρίζει ο ένας τη συνάντηση του άλλου.

Καθώς ο Ιωάννης διηγούνταν τα παιδικά του χρόνια και το ναυάγιο, ο Αρκάδιος αναγνώρισε τον αδερφό του από τα λόγια και φώναξε με δάκρυα χαράς το όνομά του. Έπεσαν στην αγκαλιά του ενός και του άλλου, ασπάστηκαν αδελφικά και δόξασαν τον Θεό που τους αξίωσε να ξανασυναντηθούν μέσα στο αγγελικό σχήμα. Δύο μέρες αργότερα έφτασαν στην Ιερουσαλήμ και οι γονείς τους από τις περιοχές του Ιορδάνη και προσκύνησαν τον ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου.

Συνάντησαν ξανά τον διορατικό γέροντα και τον παρακάλεσαν να εκπληρώσει την υπόσχεση που τους είχε δώσει για τα παιδιά. Ο γέροντας τους κάλεσε μαζί με τους δύο μαθητές του στο κατάλυμά τους και μοιράστηκαν φιλόξενη τράπεζα. Κατά τη συζήτηση ζήτησε από τον Αρκάδιο να διηγηθεί την καταγωγή του, την ανατροφή του και τον τρόπο που έφτασε στους Αγίους Τόπους.

Καθώς οι λέξεις ξεδιπλώνονταν, ο Ξενοφών και η Μαρία αναγνώρισαν τους χαμένους τους γιους και άρχισαν να φωνάζουν με δάκρυα από αγαλλίαση. Έπεσαν στις αγκαλιές των παιδιών τους και τα φιλούσαν με ασταμάτητη χαρά, ενώ ο γέροντας δάκρυσε μαζί τους από συγκίνηση. Όλοι όρθιοι απέδωσαν δόξα και ευχαριστία στον Θεό για τη θαυμαστή του πρόνοια προς την οικογένειά τους.

Κατόπιν ο Ξενοφών και η Μαρία παρακάλεσαν τον γέροντα να τους κείρει και αυτούς στο μοναχικό σχήμα. Με τα ίδια του τα χέρια ο διορατικός πατέρας τους έκειρε μοναχούς και τους δίδαξε τους κανόνες της ασκητικής πολιτείας. Τους έδωσε εντολή να ζήσουν χωριστά, ώστε ο καθένας να αγωνιστεί ελεύθερα τον δικό του πνευματικό αγώνα.

Η Μαρία εισήλθε σε γυναικείο μοναστήρι και αφιερώθηκε στην ησυχία και τη νηστεία. Ο Ιωάννης και ο Αρκάδιος αποχαιρέτησαν τους γονείς τους και ακολούθησαν τον γέροντα στην έρημο για βαθύτερη άσκηση. Ο Ξενοφών έστειλε εντολή στην Κωνσταντινούπολη να πουληθεί όλη η πατρική περιουσία και να μοιραστεί στους πτωχούς και τους πάσχοντες.

Ελευθέρωσε όλους τους δούλους του και βρήκε ένα κελί στην έρημο όπου παραδόθηκε στη σιωπή και την προσευχή. Με τη χάρη του Κυρίου όλη η οικογένεια έλαμψε στην αρετή και αξιώθηκε από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας και της διοράσεως. Έτσι ο όσιος Ξενοφών, η Μαρία και τα παιδιά τους εκοιμήθησαν με ειρήνη και κατατάχθηκαν στη χορεία των αγίων του Χριστού.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 26 Janar

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιος Αμμωνάς, ο μαθητής του Μεγάλου Αντωνίου

Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια έμεινε κλεισμένος σε μια σκήτη της ερήμου, παρακαλώντας τον Θεό να νικήσει μέσα του τον θυμό και κάθε πάθος της ψυχής. Όταν βγήκε από εκείνη τη μακρόχρονη δοκιμασία, ανέλαβε τη διαδοχή…

Lexo jetën

Όσιος Κλήμης ο εν τω Όρει Σαγματίω ασκήσας

Ένα βράδυ στη μονή του Κιθαιρώνα, ο μοναχός Ιάκωβος αντίκρισε τον συνασκητή του να υψώνεται στον αέρα την ώρα της προσευχής, λουσμένος ολόκληρος στο θείο φως. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ασκητής έφτανε σε…

Lexo jetën

Δαυίδ ο Επανορθωτής της Γεωργίας

Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών ανέβηκε στον θρόνο μιας χώρας ρημαγμένης από τους Σελτζούκους Τούρκους και έναν φοβερό σεισμό που είχε διαλύσει ακόμη και τους πασχαλινούς εορτασμούς. Ο ίδιος βασιλιάς πολέμησε σαν απλός στρατιώτης…

Lexo jetën

Ο Άγιος Ιωσήφ Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Στάθηκε όρθιος μπροστά στον αυτοκράτορα Λέοντα τον Αρμένιο και αρνήθηκε να υπογράψει την εικονομαχική ομολογία πίστεως. Για την άρνησή του αυτή τον έριξαν σε μια ακόμη πιο βρώμικη και σκοτεινή φυλακή, εκεί όπου τελείωνε…

Lexo jetën

Ο Ιερέας Ανανίας και οι εννέα μάρτυρες της Φοινίκης

Με ένα μόνο φύσημα της προσευχής του, ένας νεαρός ιερέας γκρέμισε ολόκληρο ειδωλολατρικό ναό μαζί με τα είδωλά του. Λίγο αργότερα, ο ίδιος δεσμοφύλακας που τον φύλαγε στη φυλακή έγινε συμμάρτυράς του και βαπτίστηκε…

Lexo jetën

Οσία Παύλα η Ρωμαία

Μια αρχόντισσα της Ρώμης, με αίμα από τους ένδοξους οίκους των Γράκχων και των Σκιπιώνων, εγκατέλειψε τα παλάτια της για ένα μικρό σπίτι κοντά στη Βηθλεέμ. Εκεί έχτισε νοσοκομείο για τους προσκυνητές, ανδρικό μοναστήρι…

Lexo jetën
1