EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Μέγας Βασίλειος, ο φωτεινός στύλος της Εκκλησίας

Στα πενήντα του χρόνια ο Βασίλειος είχε γίνει ήδη φάρος της Ορθοδοξίας, αντιμετωπίζοντας αυτοκράτορες, αιρετικούς και έπαρχους με αδάμαστο φρόνημα. Στην Καισάρεια έχτισε ολόκληρη πολιτεία αγάπης, τη φημισμένη Βασιλειάδα, όπου χιλιάδες πεινασμένοι, ορφανοί και λεπροί έβρισκαν στέγη, τροφή και ιατρική φροντίδα. Γεννήθηκε γύρω στο τριακόσια τριάντα μετά Χριστόν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, μέσα σε μια οικογένεια που στόλισε την Εκκλησία με πλήθος αγίους.

Ο παππούς και η γιαγιά του από την πατρική γραμμή είχαν κρυφτεί επτά χρόνια στα βουνά του Πόντου την εποχή των διωγμών. Οι γονείς του, ο πρεσβύτερος Βασίλειος και η αγία Εμμέλεια, απέκτησαν δέκα παιδιά και έγιναν παράδειγμα ευσέβειας, καλοσύνης και φιλοπτωχίας. Πέντε από τα παιδιά τους αναδείχθηκαν άγιοι της Εκκλησίας μας.

Η μεγαλύτερη αδελφή του, η αγία Μακρίνα, στάθηκε η πραγματική πνευματική οδηγήτρια όλης της οικογένειας. Δίπλα της ο μικρός Βασίλειος έμαθε να αγαπά τον Χριστό και να ποθεί τη ζωή των αγίων. Στη γενιά του έλαμπε ζωντανή ακόμη η μνήμη του αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού.

Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχθηκε από τον πατέρα του, που ήταν ονομαστός δάσκαλος της ρητορικής στην Καππαδοκία. Όταν εκείνος εκοιμήθη, ο νεαρός Βασίλειος αναζήτησε δασκάλους στα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της εποχής του. Σπούδασε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ύστερα στην Κωνσταντινούπολη και τελικά έφτασε στην Αθήνα.

Στην αρχαία πρωτεύουσα της γνώσης και της ευγλωττίας έμεινε περίπου πέντε χρόνια, κατακτώντας όλες τις επιστήμες της εποχής του. Μελέτησε φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, λογική, αστρονομία, μαθηματικά και ιατρική με σπάνια αφοσίωση. Λέγεται ότι γνώριζε μόνο δύο δρόμους στην Αθήνα, εκείνον προς τον ναό και εκείνον προς τη σχολή.

Εκεί συνδέθηκε με βαθύτατη φιλία με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, σαν μία ψυχή σε δύο σώματα. Η συντροφιά τους ήταν ένας ευλογημένος αγώνας προς την αρετή και την αλήθεια. Μαζί απέφευγαν τις διασκεδάσεις των άλλων νέων και ποθούσαν μόνο τη σοφία του Θεού.

Όταν τελείωσε τις σπουδές του, οι συμμαθητές του τον ήθελαν δάσκαλο, εκείνος όμως αναζητούσε άλλους ουρανούς. Επιστρέφοντας στην πατρίδα, βρήκε τη μητέρα και τη Μακρίνα να έχουν μεταμορφώσει το σπίτι σε μοναστήρι. Οι παραινέσεις της αδελφής του και η βαθιά μελέτη του Ευαγγελίου τού αποκάλυψαν πόσο μάταιη ήταν η δόξα του κόσμου.

Εγκατέλειψε τη λαμπρή σταδιοδρομία του ρήτορα, βαπτίστηκε από τον επίσκοπο Διάνιο και αναζήτησε πνευματικό οδηγό. Επειδή δεν βρήκε στον τόπο του, ξεκίνησε μεγάλο ταξίδι στα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Όπως η μέλισσα, μάζευε από κάθε ασκητή το καλύτερο άνθος της αρετής.

Όταν γύρισε στην Καππαδοκία, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και κατοίκησε σε μια έρημη πλαγιά κοντά στον ποταμό Ίρι. Εκεί συγκέντρωσε γύρω του μοναχούς και κάλεσε με γράμματά του τον αγαπημένο του φίλο Γρηγόριο. Μαζί καθάριζαν πέτρες, φύτευαν δέντρα, κουβαλούσαν βάρη και μελετούσαν αδιάκοπα τις Γραφές.

Από τα κείμενα των Πατέρων συνέταξαν το ονομαστό ανθολόγιο της Φιλοκαλίας. Έτσι γεννήθηκαν οι περίφημοι Κανόνες του, που έγιναν θεμέλιο της κοινοβιακής ζωής σε Ανατολή και Δύση. Το τριακόσια εξήντα δύο μετά Χριστόν χειροτονήθηκε διάκονος στην Καισάρεια, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο επίσκοπος Ευσέβιος τον χειροτόνησε πρεσβύτερο.

Από τότε ολόκληρη η φροντίδα της Εκκλησίας πέρασε στα χέρια του, αν και παρέμενε ταπεινός κάτω από τον επίσκοπό του. Κήρυττε καθημερινά και πολλές φορές δύο φορές την ίδια ημέρα, το πρωί και το βράδυ. Όταν η Καισάρεια χτυπήθηκε από φοβερό λιμό, μοίρασε όσα του είχαν απομείνει και άνοιξε με τη δύναμη του λόγου του τις αποθήκες των πλουσίων.

Φρόντιζε ο ίδιος τους πεινασμένους, χρησιμοποιούσε τις ιατρικές του γνώσεις και έσωσε χιλιάδες ψυχές. Όταν ο Ευσέβιος εκοιμήθη, ο λαός με ενθουσιασμό τον ανέδειξε επίσκοπο Καισαρείας το τριακόσια εβδομήντα μετά Χριστόν. Έγινε αμέσως ο μεγαλύτερος ποιμένας της Καππαδοκίας, ο νεότερος ανάμεσα σε πενήντα επισκόπους έντεκα επαρχιών.

Ο μέγας Αθανάσιος δέχθηκε με χαρά την εκλογή του και ευχαρίστησε τον Θεό. Ο νέος μητροπολίτης ετοιμάστηκε αμέσως για τον σκληρό αγώνα υπέρ της Πίστεως. Έπρεπε να στηρίξει τους Ορθοδόξους μέσα σε ένα κράτος βυθισμένο στην αρειανική αίρεση.

Όταν ο αρειανός αυτοκράτορας Ουάλης ήρθε στην Καισάρεια για να τον υποτάξει, έστειλε πρώτα τον έπαρχο Μόδεστο. Εκείνος απείλησε τον Βασίλειο με δήμευση της περιουσίας, με εξορία, με βασανιστήρια και με τον ίδιο τον θάνατο. Ο άγιος απάντησε με θαυμαστή γαλήνη και απαράμιλλη παρρησία ενώπιον της εξουσίας.

Είπε πως τίποτε από αυτά δεν τον φοβίζει, γιατί τίποτε δεν κατέχει σε αυτή τη γη. Δεν έχει παρά κάποια φθαρμένα ρούχα και λίγα βιβλία, που αποτελούν όλον τον πλούτο του. Η εξορία δεν τον πτοεί, γιατί κάθε τόπος ανήκει στον Θεό και παντού νιώθει ξένος.

Τα βασανιστήρια δεν φοβάται, αφού το ασθενικό του σώμα θα λυτρωθεί στο πρώτο χτύπημα. Τον θάνατο μάλιστα θα τον δεχόταν ως δώρο, γιατί θα τον οδηγούσε γρηγορότερα στον αγαπημένο του Χριστό. Ο έπαρχος έμεινε άναυδος και ομολόγησε πως ποτέ δεν είχε ακούσει τέτοια λόγια.

Ο Βασίλειος απάντησε ταπεινά πως δεν είχε συναντήσει ποτέ ως τότε αληθινό επίσκοπο. Έτσι ο Μόδεστος ηττήθηκε από τον λόγο του αγίου ποιμένα. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Ουάλης μπήκε στην εκκλησία της Καισαρείας την ημέρα των Θεοφανείων.

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα από την ομορφιά των ύμνων και την επιβλητική μορφή του αγίου μπροστά στο θυσιαστήριο. Όταν αργότερα του έδωσαν να υπογράψει την εξορία του επισκόπου, η πένα του έσπασε τρεις φορές στα χέρια του. Φοβισμένος από τα σημεία του Θεού, δεν τόλμησε να τον ξαναγγίξει, χώρισε όμως την Καππαδοκία σε δύο μητροπόλεις.

Ο άγιος αντέδρασε αμέσως ιδρύοντας νέες επισκοπές με έμπιστους ποιμένες, ανάμεσά τους τον αδελφό του Γρηγόριο και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Έγραψε αμέτρητες επιστολές προς τις εκκλησίες, τους επισκόπους και τους πιστούς όλης της οικουμένης. Με τον λόγο του και την πένα του πολέμησε ακούραστα τους αρειανούς, τους ευνομιανούς και τους πνευματομάχους.

Πρώτος μεταξύ των Πατέρων κήρυξε με σαφήνεια τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Συνέγραψε τον περίφημο λόγο Περί του Αγίου Πνεύματος ύστερα από παράκληση του αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου. Συνέταξε ακόμη τα τρία βιβλία κατά Ευνομίου, την Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς και τους ασκητικούς όρους του.

Η θεολογία του φώτισε για πάντα τη χριστιανική σκέψη με μοναδική ακρίβεια. Παράλληλα με τον δογματικό αγώνα, ο άγιος υπήρξε στοργικός πατέρας του λαού του και ακούραστος ποιμένας κάθε πιστού. Η αγάπη του για τους φτωχούς δεν γνώριζε όρια ούτε υπολογισμούς.

Έξω από την Καισάρεια έχτισε μια ολόκληρη πολιτεία αγάπης, που έμεινε γνωστή ως Βασιλειάδα. Εκεί λειτουργούσαν φτωχοκομείο, νοσοκομείο, ξενώνες, λεπροκομείο, σχολή και πολλά άλλα κτίσματα γύρω από έναν ναό. Όποτε μπορούσε, πήγαινε ο ίδιος και φρόντιζε με τα χέρια του τους αρρώστους, αγκαλιάζοντας ακόμη και τους λεπρούς.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Εφραίμ του Σύρου, όταν κήρυττε ένας λαμπρός λευκός περιστερός τού ψιθύριζε στο αυτί τα θεόπνευστα λόγια. Όταν τελούσε τη θεία Λειτουργία, φαινόταν σαν στύλος φωτιάς που ανέβαινε από τη γη ως τον ουρανό. Η ίδια η Εκκλησία διατήρησε τη Λειτουργία που συνέταξε εκείνος και τις θεολογικές του ευχές.

Ενθάρρυνε επίσης τη μνήμη των μαρτύρων και την τιμή των ιερών λειψάνων με σταθερό ζήλο. Έτσι ένωσε τη θεολογία με την έμπρακτη φιλανθρωπία σε αρμονία μοναδική. Έγινε αληθινός γιατρός ψυχών και σωμάτων για όλον τον λαό του.

Ο άγιος Βασίλειος γνώρισε όμως και πικρίες, συκοφαντίες, απώλειες και θλίψεις από κάθε μεριά. Παρά τους αγώνες του, τα σχίσματα μέσα στην Εκκλησία συνέχισαν να ταλαιπωρούν τους πιστούς. Οι δυτικοί επίσκοποι έμειναν αδιάφοροι στις εκκλήσεις του για σύνοδο μεγάλη και ορθόδοξη.

Στην Αντιόχεια το σχίσμα μεταξύ Μελετίου και Παυλίνου άνοιγε πληγές βαθύτερες. Όταν ο Ουάλης σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Γότθων, ανέβηκε στον θρόνο ο ευσεβής Θεοδόσιος. Εκείνος καθαίρεσε τους αρειανούς και τοποθέτησε παντού ορθοδόξους ποιμένες.

Όμως το σώμα του αγίου είχε ήδη εξαντληθεί από τις ασθένειες και τους μακρόχρονους κόπους. Παρέδωσε το πνεύμα του στις πρώτες Ιανουαρίου του τριακοσίου εβδομηκοστού ενάτου έτους, σε ηλικία σαράντα εννέα ετών. Λίγο πριν φύγει, ευλόγησε τον φίλο του Γρηγόριο να αναλάβει τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

Δεν πρόλαβε να δει τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο, που επικύρωσε τη θεολογία του. Στην κηδεία του συγκεντρώθηκε πλήθος αμέτρητο, σαν να ήταν η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Χριστιανοί, Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί έναν κοινό ευεργέτη.

Έτσι ο μέγας ιεράρχης πήρε τη θέση του δίπλα στον θρόνο του ουράνιου Βασιλέως, λαμπερός στύλος της Εκκλησίας για πάντα.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 01 Janar

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Περιτομή του Κυρίου και το όνομα Ιησούς

Οκτώ ημέρες μετά τη Γέννησή Του, ο Σωτήρας του κόσμου έσταξε τις πρώτες σταγόνες του τιμίου αίματός Του, προοίμιο εκείνου που θα χυνόταν αργότερα στον Σταυρό. Την ίδια εκείνη ημέρα έλαβε από τον ουρανό…

Lexo jetën
2