EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Ευγενία της Ρώμης και η νύχτα της φυγής

Μια κόρη Ρωμαίου επάρχου άφησε τα παλάτια της Αλεξάνδρειας, ντύθηκε άντρας και μπήκε σε ανδρικό μοναστήρι με το όνομα Ευγένιος. Εκεί έγινε ηγουμένη χωρίς κανείς να γνωρίζει το μυστικό της, ώσπου μια ψεύτικη κατηγορία την έφερε ενώπιον του ίδιου του πατέρα της. Η Ευγενία γεννήθηκε στη Ρώμη, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κομμόδου, μέσα σε αρχοντική οικογένεια δικαστών και ευγενών.

Ο πατέρας της Φίλιππος ήταν ειδωλολάτρης, μα έβλεπε με συμπάθεια τους χριστιανούς για την καθαρότητα της ζωής τους. Όταν διορίστηκε έπαρχος της Αιγύπτου, μετακόμισε με όλη την οικογένεια στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τη σύζυγό του Κλαυδία και τους γιους Αβίτα και Σέργιο. Εκεί φρόντισε να δώσει στην κόρη του την καλύτερη μόρφωση της εποχής.

Η Ευγενία διακρίθηκε γρήγορα τόσο για την ομορφιά όσο και για το διαυγές πνεύμα της. Σπούδασε ελληνική και λατινική φιλολογία, φιλοσοφία και ρητορική, και θυμόταν με ακρίβεια όσα διάβαζε. Πολλοί νέοι ευγενείς ζήτησαν να την παντρευτούν, μεταξύ τους και ο γιος του συγκλητικού Ακυλίνου.

Η ίδια όμως αρνιόταν κάθε πρόταση γάμου, καθώς αγαπούσε βαθιά την παρθενία και αναζητούσε άλλο νόημα ζωής. Μέσα στις σπουδές της έπεσαν στα χέρια της οι επιστολές του αποστόλου Παύλου, κι εκεί άκουσε φωνή διαφορετική από κάθε φιλοσοφική σχολή της εποχής. Διάβασε για τον Χριστό τον σταυρωμένο, σκάνδαλο για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες, μα δύναμη και σοφία για όσους πιστεύουν.

Η καρδιά της φλέχθηκε και αποφάσισε να ακολουθήσει τη νέα πίστη, κρύβοντας όμως τη θέλησή της από τους γονείς της. Όταν με αυτοκρατορική διαταγή εξορίστηκαν οι χριστιανοί από την Αλεξάνδρεια, ζήτησε άδεια να επισκεφθεί ένα κτήμα της οικογένειας, με πρόσχημα την ξεκούραση στην εξοχή. Πραγματικός σκοπός της όμως ήταν να συναντήσει τους εξορισμένους χριστιανούς και τους μοναχούς που ζούσαν εκεί κοντά.

Πήρε μαζί τους δύο πιστούς ευνούχους της, τον Πρώτο και τον Υάκινθο, σύντροφους στις σπουδές και αδελφικούς φίλους της παιδικής της ηλικίας. Καθώς περνούσαν με την άμαξα έξω από ένα μοναστήρι, άκουσαν τους μοναχούς να ψάλλουν τον στίχο πως όλοι οι θεοί των εθνών είναι δαιμόνια. Η Ευγενία συγκλονίστηκε, μίλησε ανοιχτά στους δύο φίλους της και τους εξήγησε πως πια αναγνώριζε έναν μόνο αληθινό Θεό.

Όλοι μαζί αποφάσισαν να γίνουν αδέλφια στην πίστη. Νύχτα, η Ευγενία κατέβηκε κρυφά από την άμαξα, ενώ οι υπηρέτες προχωρούσαν μπροστά χωρίς να καταλάβουν τίποτε. Έκοψε τα μαλλιά της, φόρεσε ανδρικά ρούχα και πήρε το όνομα Ευγένιος, για να μπορέσει να μπει σε ανδρικό μοναστήρι.

Συνάντησαν τότε τον επίσκοπο Ηλιουπόλεως Ήλιο, που είχε γίνει φημισμένος επειδή είχε μπει αβλαβής μέσα σε αναμμένη φωτιά, ντροπιάζοντας έναν ειδωλολάτρη μάγο. Ο επίσκοπος, φωτισμένος από τον Θεό, γνώριζε ήδη το μυστικό της κόρης και τη δέχθηκε με χαρά. Τη βάπτισε μαζί με τους δύο συντρόφους της και την κατέταξε στη χορεία των μοναχών.

Από την πρώτη στιγμή η Ευγενία διακρίθηκε για τον ζήλο της, μελετούσε τις Γραφές μέρα και νύχτα και σε δύο χρόνια ήξερε απέξω σχεδόν όλη την Αγία Γραφή. Οι αδελφοί την έβλεπαν σαν άγγελο, καθώς η ομιλία της ήταν πράη, ταπεινή και γεμάτη φόβο Θεού. Έφθανε πάντοτε πρώτη στις ακολουθίες και έφευγε τελευταία.

Παρηγορούσε τους θλιμμένους, συνέτιζε τους οργίλους και με τη συμπεριφορά της απάλυνε ακόμη και τις πιο σκληρές καρδιές των γύρω της. Μετά από τρία χρόνια ο ηγούμενος της μονής κοιμήθηκε και οι μοναχοί ομόφωνα ζήτησαν από τον Ευγένιο να τους ποιμάνει. Εκείνη δέχθηκε με φόβο, βάζοντας όρο να γίνει δούλος όλων, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού στο Ευαγγέλιο.

Φόρτωνε νερό, έκοβε ξύλα, καθάριζε τα κελιά και υπηρετούσε τους αδελφούς με χαρά και αυταπάρνηση κάθε μέρα. Διάλεξε για κατοικία της το πιο μικρό και φτωχικό κελί, κοντά στην πύλη της μονής, για να μην ξεχωρίζει από κανέναν. Στα χέρια της πάντοτε υπήρχε εργασία, στο στόμα της αδιάλειπτη προσευχή.

Σύντομα ο Θεός της χάρισε το δώρο της θεραπείας και των θαυμάτων, και πολλοί έτρεχαν κοντά της για βοήθεια. Μια αρχόντισσα της Αλεξάνδρειας, η Μελανθία, που υπέφερε από βαριά αρρώστια για χρόνια, την παρακάλεσε να την επισκεφθεί. Η Ευγενία πήγε και την έχρισε με άγιο έλαιο, και η γυναίκα θεραπεύθηκε αμέσως από τον πόνο της.

Όμως ο φθονερός δαίμονας άναψε στην καρδιά της Μελανθίας πάθος ακάθαρτο για τον νέο και ωραίο μοναχό. Προσποιήθηκε άλλη ασθένεια και τον κάλεσε ξανά κοντά της. Όταν η Ευγενία βρέθηκε δίπλα της, η γυναίκα αποκάλυψε τους ανέντιμους λογισμούς της και προσπάθησε να την παρασύρει στην αμαρτία.

Η αγία την σταμάτησε με αυστηρότητα, της θύμισε την ιερότητα του παρθενικού τάγματος και αναχώρησε αμέσως πίσω στο μοναστήρι. Πληγωμένη και γεμάτη οργή, η Μελανθία διέδωσε παντού πως ο ηγούμενος είχε αποπειραθεί να την ατιμάσει μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η συκοφαντία έφθασε γρήγορα στον έπαρχο Φίλιππο, ο οποίος δεν τόλμησε να αμφισβητήσει τα λόγια μιας τόσο επιφανούς γυναίκας.

Διέταξε να συλλάβουν τον Ευγένιο μαζί με όλους τους μοναχούς της μονής και να τους φέρουν αλυσοδεμένους ενώπιόν του. Στο δικαστήριο, μπροστά στον πατέρα και στα αδέλφια της που δεν την αναγνώριζαν, η αγία στάθηκε σιωπηλή με σκυμμένο το κεφάλι. Όταν είδε πως η συκοφαντία θριάμβευε, αποφάσισε να φανερώσει την αλήθεια, για να μη χλευάζεται το άγιο μοναχικό σχήμα.

Έσκισε το χιτώνα της και αποκάλυψε πως ήταν γυναίκα, και μάλιστα η ίδια η Ευγενία, η χαμένη κόρη του επάρχου. Στράφηκε προς τον Φίλιππο και του φανέρωσε με πραότητα ποια ήταν, ονομάζοντας τη μητέρα της Κλαυδία και τα αδέλφια της Αβίτα και Σέργιο. Η αναγνώριση έγινε μέσα σε δάκρυα χαράς και απερίγραπτη συγκίνηση όλης της οικογένειας.

Ο Φίλιππος, η Κλαυδία και τα δύο αγόρια ασπάστηκαν αμέσως τη χριστιανική πίστη, μαζί με πλήθος ειδωλολατρών που παρευρίσκονταν εκεί. Έλαβαν το άγιο Βάπτισμα και ο Φίλιππος μετά από καιρό χειροτονήθηκε επίσκοπος της Αλεξάνδρειας. Διοίκησε τη μεγάλη πόλη με ευαγγελική σύνεση, στις υλικές και στις πνευματικές υποθέσεις, μέχρι που τον κατήγγειλαν στους αυτοκράτορες κάποιοι ζηλόφθονοι ειδωλολάτρες.

Στη θέση του ήρθε ο σκληρός Τερέντιος, που έστειλε κρυφά δολοφόνους να τον σκοτώσουν την ώρα που προσευχόταν μέσα στον ναό. Ο μάρτυρας έζησε τρεις ημέρες ακόμη και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο που είχε υπηρετήσει με όλη του την καρδιά. Μετά την ταφή του, η Ευγενία, η Κλαυδία και οι δύο πιστοί ευνούχοι Πρώτος και Υάκινθος επέστρεψαν στη Ρώμη και αφιερώθηκαν στη νηστεία και στην προσευχή.

Η Κλαυδία ίδρυσε ξενώνα για τους ξένους και τους φτωχούς, ενώ η Ευγενία οδηγούσε κρυφά στην πίστη πολλές κόρες αρχοντικών οικογενειών. Η Εκκλησία αυξανόταν τότε μέσα στη Ρώμη σαν κρίνο ανάμεσα σε αγκάθια. Στη Ρώμη ζούσε τότε μια νεαρή κόρη βασιλικής γενιάς, ορφανή και κλεισμένη μέσα στο σπίτι του θείου της.

Άκουσε για την Ευγενία και της έστειλε γράμμα ζητώντας να μάθει την πίστη του Χριστού. Η αγία της έστειλε ως ζωντανή επιστολή τους δύο ευνούχους, που την κατήχησαν και ζήτησαν να βαπτισθεί από τον πάπα Ρώμης Κορνήλιο κρυφά. Η Βασίλλα συνδέθηκε στενά με την Ευγενία, καθώς μοιραζόταν την ίδια αγάπη για την παρθενία και την αφιέρωση στον Χριστό.

Όμως μια υπηρέτρια πρόδωσε το μυστικό στον Πομπήιο, που ήταν αρραβωνιαστικός της κόρης. Ο νέος εξοργίστηκε και την κατήγγειλε στον αυτοκράτορα Γαληνό, εχθρό σκληρό των χριστιανών. Έλαβε αμέσως διαταγή να αποκεφαλίσουν τη Βασίλλα, καθώς αρνήθηκε σθεναρά τον γάμο.

Στη συνέχεια συνέλαβαν τον Πρώτο και τον Υάκινθο και τους οδήγησαν στον ναό του Δία για να θυσιάσουν. Μόλις οι άγιοι μπήκαν, το είδωλο έπεσε κάτω και έγινε σκόνη. Οι δήμιοι τους αποκεφάλισαν αμέσως, και έτσι παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Χριστό, για τον οποίο είχαν αφήσει νωρίς κάθε δεσμό με τον κόσμο.

Μετά οδήγησαν με τη βία την Ευγενία στον ναό της Αρτέμιδος, για να την υποχρεώσουν να θυσιάσει στα είδωλα. Με την προσευχή της αγίας τα είδωλα γκρεμίστηκαν στο έδαφος και ο ίδιος ο ναός έπαθε μεγάλη ζημιά, τρομάζοντας τους παρευρισκόμενους. Ο τύραννος διέταξε τότε να την ρίξουν στον Τίβερη με πέτρα δεμένη στον λαιμό, μα η πέτρα λύθηκε και η μάρτυρας περπάτησε πάνω στα νερά.

Την έβαλαν ύστερα μέσα σε αναμμένο καμίνι, όμως η φωτιά έσβησε αμέσως και βγήκε σώα και αβλαβής. Την έριξαν τέλος σε σκοτεινό λάκκο, όπου παρέμεινε δέκα μέρες χωρίς τροφή. Εκεί παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Χριστός και της είπε πως θα την δεχόταν στις ουράνιες μονές την ημέρα της δικής Του γέννησης.

Στις είκοσι τέσσερις Δεκεμβρίου, μέσα στο κελί της φυλακής, ο δήμιος την αποκεφάλισε με ξίφος. Έτσι γεννήθηκε στην αιώνια ζωή την ίδια ημέρα που ο αθάνατος Χριστός έγινε επίγειος και θνητός άνθρωπος. Η μητέρα της Κλαυδία πήρε το τίμιο σώμα και το έθαψε στο κτήμα τους κοντά στη Ρώμη.

Λίγο αργότερα η αγία φανερώθηκε στη μητέρα της, την παρηγόρησε και προείπε τη δική της κοίμηση μέσα σε φως αγγελικών ύμνων.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 24 Dhjetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Αχμέτ ο Κάλφας, ο Νεομάρτυρας από την Κωνσταντινούπολη

Όταν ο Τούρκος γραφέας του αρχιλογιστή στην Κωνσταντινούπολη μιλούσε με τη νεαρή Ρωσίδα σκλάβα του, ένιωθε να βγαίνει από το στόμα της μια άρρητη ευωδία. Εκείνη η μυστηριώδης μοσχοβολιά έγινε η αρχή μιας πορείας…

Lexo jetën

Η Παραμονή της Γεννήσεως του Κυρίου

Στην παραμονή της Γεννήσεως του Κυρίου, ο ιερέας τοποθετεί ένα αναμμένο κερί σε μανουάλι στο κέντρο του ναού, και γύρω του ψάλλεται το τροπάριο της μεγάλης εορτής. Στον Εσπερινό της ημέρας αυτής δεν ακούγονται…

Lexo jetën

Ο Όσιος Νικόλαος ο πρώην στρατιώτης

Ένα ολόκληρο βυζαντινό στράτευμα έπεσε νεκρό μέσα σε μία νύχτα στα στενά της Βουλγαρίας, και μόνο ένας στρατιώτης σώθηκε με θαυμαστό τρόπο. Η ζωή του Νικολάου κρίθηκε όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά σε…

Lexo jetën
0