Βονιφάτιος και Αγλαΐα, από την αμαρτία στη μαρτυρία
Ένας δούλος, που ζούσε μέσα στην παρανομία με την πλούσια κυρά του, ζήτησε αστειευόμενος να τιμηθεί κάποτε ως μάρτυρας. Λίγες μέρες αργότερα, στην Ταρσό της Κιλικίας, χυνόταν αληθινά το αίμα του για τον Χριστό. Η ιστορία αυτή ζωντανεύει στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, όταν οι διωγμοί κατά των χριστιανών μαίνονταν σε όλη την ανατολική επικράτεια.
Στη Ρώμη ζούσε μια νεαρή και ωραία αρχόντισσα, η Αγλαΐα, κόρη ενός ανθυπάτου της πρωτεύουσας. Είχε κληρονομήσει από τους γονείς της τεράστια κτήματα και ζούσε ελεύθερα, χωρίς νόμιμο σύζυγο, μέσα στη χλιδή της ρωμαϊκής κοινωνίας. Διαχειριστής όλης εκείνης της περιουσίας ήταν ο Βονιφάτιος, ένας νέος και όμορφος δούλος του σπιτιού.
Η Αγλαΐα τον είχε εμπιστευτεί απόλυτα και τον αγαπούσε με σαρκικό πάθος, ζώντας μαζί του σε παράνομη σχέση. Παρά την έκλυτη ζωή τους, και οι δύο κρατούσαν μέσα τους κάποιες αρετές που τους ξεχώριζαν. Αγαπούσαν τους ξένους, φιλοξενούσαν με απλοχεριά τους ταξιδιώτες και μοίραζαν πλούσιες ελεημοσύνες στους φτωχούς.
Η συνείδησή τους όμως δεν τους άφηνε ήσυχους, και κρυφά αναζητούσαν μια διέξοδο από τον βούρκο της αμαρτίας. Κάποια στιγμή η Αγλαΐα άκουσε από ευλαβείς χριστιανούς έναν λόγο που της άναψε φωτιά μέσα της. Όποιος είχε στο σπίτι του λείψανα αγίων μαρτύρων και τα τιμούσε με ευλάβεια, έβρισκε μεγάλη βοήθεια στη σωτηρία της ψυχής του.
Πίστεψε πως μέσα από αυτή την τιμή θα μπορούσε να λάβει συγχώρεση για όσα την βάραιναν τόσο πολύ. Φώναξε λοιπόν τον Βονιφάτιο και του εκμυστηρεύτηκε τον πόθο της με δάκρυα στα μάτια. Τον παρακάλεσε να ταξιδέψει στην Ανατολή, εκεί όπου οι χριστιανοί μαρτυρούσαν, για να φέρει λείψανα κάποιου αγίου.
Του έδωσε άφθονο χρυσάφι για την εξαγορά των ιερών λειψάνων και για ελεημοσύνες στους φτωχούς της περιοχής. Ετοίμασε επίσης αρώματα, λευκά υφάσματα και όσα χρειάζονταν για να μεταφερθούν με τιμή τα άγια σώματα. Καθώς ο Βονιφάτιος ξεκινούσε με συνοδεία υπηρετών και αλόγων, γύρισε χαμογελώντας προς την κυρά του.
Της είπε αστειευόμενος πως ίσως το δικό του σώμα έφτανε πίσω ως λείψανο μάρτυρα, και τη ρώτησε αν θα το δεχόταν τότε με τιμή. Η Αγλαΐα τον επέπληξε με αυστηρή φωνή και του είπε πως δεν ήταν ώρα για χωρατά μπροστά σε ένα τόσο ιερό έργο. Του ζήτησε να τινάξει από πάνω του τη μέθη και την ακολασία, και να ταξιδέψει με νηστεία και προσοχή.
Ο Βονιφάτιος συγκλονίστηκε από τα λόγια της και κράτησε στην καρδιά του την αυστηρή της παραγγελία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της οδοιπορίας ένιωθε ανάξιος να αγγίξει τα λείψανα των αγίων μαρτύρων. Άρχισε να νηστεύει, απείχε από το κρασί και το κρέας, και προσευχόταν θερμά για τη σωτηρία της ψυχής του.
Όταν έφτασε στην Ταρσό της Κιλικίας, άφησε τους συντρόφους του στο πανδοχείο για να ξεκουραστούν. Ο ίδιος έτρεξε αμέσως στην πλατεία, όπου βασανίζονταν φοβερά οι ομολογητές του Χριστού. Είκοσι χριστιανοί υπέφεραν μπροστά στα μάτια του ανείπωτα μαρτύρια από τους δημίους του ηγεμόνα.
Άλλος κρεμόταν ανάποδα, άλλος ήταν δεμένος σταυρωτά σε τέσσερις στύλους, ενώ άλλοι δέχονταν μαστιγώματα και γρατζουνιές από σιδερένια γαντζάκια. Τα πρόσωπά τους ωστόσο ακτινοβολούσαν τη χάρη του Κυρίου, σαν να μην ένιωθαν καθόλου τον πόνο. Ο Βονιφάτιος, βλέποντας εκείνη την ουράνια γαλήνη πάνω στα πληγωμένα πρόσωπα, ένιωσε την καρδιά του να λιώνει μέσα του.
Πνιγμένος στα δάκρυα έπεσε στα πόδια των μαρτύρων και άρχισε να φιλά τις πληγές τους με βαθιά ευλάβεια. Δήλωσε φανερά μπροστά σε όλο το πλήθος ότι και ο ίδιος ήταν χριστιανός, και ζήτησε να μαρτυρήσει μαζί τους. Ο δικαστής τον οδήγησε αμέσως μπροστά στο βήμα και τον ρώτησε για το όνομα και την καταγωγή του.
Ο μάρτυρας απάντησε πως το πιο αγαπημένο του όνομα ήταν χριστιανός, και πως καταγόταν από τη μακρινή Ρώμη. Αρνήθηκε με περιφρόνηση να θυσιάσει στα είδωλα και ομολόγησε με θάρρος τον Σωτήρα Χριστό. Τον γύμνωσαν τότε και τον κρέμασαν ανάποδα, χτυπώντας τον τόσο σκληρά ώστε οι σάρκες έπεφταν και φαίνονταν τα κόκαλα.
Του κάρφωσαν μυτερές βελόνες κάτω από τα νύχια των χεριών και των ποδιών του. Στη συνέχεια του έχυσαν λιωμένο μολύβι μέσα στο στόμα, μα ο άγιος έμεινε αβλαβής με τη δύναμη του Κυρίου. Το πλήθος κραύγαζε για το θαύμα και ξεσηκώθηκε εναντίον του δικαστή με πέτρες και απειλές.
Το πρωί ο ηγεμόνας πρόσταξε να ρίξουν τον Βονιφάτιο μέσα σε καζάνι με βραστή πίσσα. Ένας άγγελος όμως κατέβηκε από τον ουρανό και δρόσισε τον μάρτυρα την ώρα που έμπαινε μέσα. Η πίσσα ξεχείλισε με ορμή και έκαψε πολλούς από τους ειδωλολάτρες που στέκονταν γύρω από το καζάνι.
Βλέποντας τη δύναμη του Χριστού, ο δικαστής φοβήθηκε και διέταξε αμέσως να αποκεφαλιστεί ο μάρτυρας με ξίφος. Ο Βονιφάτιος ζήτησε λίγο χρόνο για προσευχή και στράφηκε προς την ανατολή με δάκρυα. Παρακάλεσε τον Κύριο να δεχτεί με ειρήνη την ψυχή του και να τον κατατάξει στη χορεία των αγίων μαρτύρων.
Έσκυψε ύστερα ταπεινά το κεφάλι του και δέχτηκε το χτύπημα του ξίφους με γαλήνια καρδιά. Από την πληγή του ανάβλυσε αίμα μαζί με γάλα, σημάδι της αγνότητας που είχε αποκτήσει μέσα από τη μετάνοια. Πεντακόσιοι πενήντα ειδωλολάτρες πίστεψαν αμέσως στον Χριστό βλέποντας το παράδοξο εκείνο θαύμα.
Έτσι ολοκληρώθηκε με δόξα ο λόγος που είχε πει αστειευόμενος στην κυρά του πριν αναχωρήσει. Οι σύντροφοι του μάρτυρα στο πανδοχείο τον περίμεναν εκείνη τη νύχτα και την επόμενη μάταια. Σκέφτηκαν με δυσπιστία πως είχε ξανακυλήσει στις παλιές του συνήθειες μέσα σε ταβέρνες και πορνεία.
Άρχισαν να τον σχολιάζουν με γέλια και ειρωνείες, ρωτώντας πώς θα έφερνε άγια λείψανα ένας τέτοιος άνθρωπος. Όταν πέρασε και τρίτη ημέρα χωρίς νέα του, ανησύχησαν σοβαρά και γύρισαν την πόλη ψάχνοντας παντού. Συνάντησαν τυχαία τον αδελφό του δημίου που είχε εκτελέσει τον μάρτυρα και τον ρώτησαν για κάποιον ξένο.
Εκείνος τους περιέγραψε έναν Ρωμαίο που μαρτύρησε την προηγουμένη και τους οδήγησε στον τόπο του μαρτυρίου. Όταν τοποθέτησαν το κεφάλι κοντά στο σώμα, αναγνώρισαν τον αγαπημένο τους σύντροφο και έμειναν εμβρόντητοι από κατάπληξη. Με δάκρυα ζητούσαν συγχώρεση για όσα είχαν σκεφτεί και πει σε βάρος του εκείνες τις ημέρες.
Εξαγόρασαν το σώμα του με πεντακόσια χρυσά νομίσματα και το άλειψαν με αρώματα και πολύτιμα μύρα. Το τύλιξαν με καθαρά λευκά σεντόνια και το τοποθέτησαν σε λάρνακα, για να το μεταφέρουν με τιμή πίσω στη Ρώμη. Την παραμονή της άφιξής τους, ένας άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον ύπνο της Αγλαΐας με ουράνιο φως.
Της είπε να ετοιμαστεί να υποδεχθεί εκείνον που υπήρξε δούλος της και τώρα είχε γίνει κύριός της και προστάτης της. Η αρχόντισσα ξύπνησε με τρόμο και χαρά μαζί, και κάλεσε σεβάσμιους κληρικούς της πόλης δίπλα της. Βγήκε στη συνέχεια έξω από τη Ρώμη, σε απόσταση περίπου πενήντα σταδίων από τα τείχη της πρωτεύουσας.
Εκεί υποδέχθηκε τα τίμια λείψανα με δάκρυα ευγνωμοσύνης και βαθιά μετάνοια στην ψυχή της. Θυμήθηκε τότε τον προφητικό αστεϊσμό που είχε πει ο Βονιφάτιος την ώρα της αναχώρησης. Έχτισε στον τόπο εκείνον έναν λαμπρό ναό στο όνομα του αγίου μάρτυρα και κατέθεσε εκεί τα ιερά λείψανα.
Πολλά θαύματα άρχισαν να γίνονται μέσα στον ναό, και αμέτρητοι πιστοί έβρισκαν παρηγοριά και θεραπεία. Η Αγλαΐα μοίρασε όλη την περιουσία της στους πτωχούς και αποσύρθηκε σε μοναστήρι για το υπόλοιπο της ζωής της. Έζησε δεκαπέντε χρόνια μέσα σε αυστηρή άσκηση, νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή, καθαρίζοντας με δάκρυα μετανοίας την ψυχή της.
Η μακάρια Αγλαΐα αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί και η ίδια θαύματα με τις θερμές προσευχές της. Παρηγορούσε τους θλιμμένους, στήριζε τους ασθενείς και έφερνε πολλούς αμαρτωλούς στον δρόμο της επιστροφής. Όταν έφτασε το τέλος της επίγειας ζωής της, κοιμήθηκε εν ειρήνη με την πληροφορία της θείας συγχώρεσης.
Την έθαψαν με τιμή δίπλα στον τάφο του αγίου Βονιφατίου, εκπληρώνοντας τον βαθύτερο πόθο της ψυχής της. Έτσι το θαυμαστό αυτό ζευγάρι, που είχε ζήσει κάποτε μέσα στον βούρκο των παθών, βρέθηκε ενωμένο στη δόξα του Θεού. Ο ένας πλήρωσε με το αίμα του την παλιά του ζωή και στεφανώθηκε με τον αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου.
Η άλλη καθάρισε με ποτάμια δακρύων τη σαρκική ρυπαρότητα του παρελθόντος της. Και οι δύο μαζί παρουσιάστηκαν αψεγάδιαστοι και δικαιωμένοι μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό. Η μνήμη τους τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.
Ο πιστός λαός καταφεύγει στις πρεσβείες του αγίου Βονιφατίου για την απαλλαγή από τη μέθη και την ακολασία. Η ιστορία τους παραμένει ζωντανή απόδειξη πως καμιά πτώση δεν είναι ανεπίστροφη, όταν η ψυχή λυγίζει με ειλικρινή μετάνοια. Δοξάζεται έτσι ο Θεός που δέχεται τους αμαρτωλούς και τους μεταμορφώνει σε αγίους της Εκκλησίας του.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 19 Dhjetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιοι Γεώργιος ο Γραφέας και Σάββας του Χαχούλι
Δώδεκα ολόκληρα χρόνια έζησαν αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από τις ψευδείς κατηγορίες του αυτοκράτορα Βασιλείου του Δευτέρου εναντίον του προστάτη τους άρχοντα. Στα χέρια τους ανδρώθηκε ο μικρός Γεώργιος, εκείνος που αργότερα θα γινόταν…
Lexo jetënΟ Άγιος Βονιφάτιος ο Ελεήμων, Επίσκοπος Φερεντίνου
Μια αλεπού που άρπαζε τα πουλερικά της φτωχής χήρας μητέρας του έπεσε νεκρή μπροστά στα πόδια του μικρού παιδιού, μόλις εκείνο τελείωσε την προσευχή του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος νεαρός είχε ήδη μοιράσει…
Lexo jetënΟ Άγιος Γρηγέντιος και το Θαύμα της Φανέρωσης του Χριστού
Όταν ο σοφός ραβίνος Ερβάν ζήτησε δημόσια να δει ζωντανό τον Χριστό για να πιστέψει, ο Άγιος Γρηγέντιος γονάτισε με τόλμη και προσευχήθηκε ενώπιον όλου του λαού. Τότε η γη σείστηκε, ο ουρανός άνοιξε…
Lexo jetënΟ Όσιος Ηλίας ο Μουρωμίτης και το χέρι που σφράγισε την Ορθοδοξία
Όταν άνοιξαν τον τάφο του Οσίου Ηλία στις Εγγύς Σπηλιές του Κιέβου, τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού βρέθηκαν ενωμένα ακριβώς όπως κάνουμε σήμερα το σημείο του Σταυρού. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια έγινε αργότερα…
Lexo jetënΟι Μάρτυρες Ηλίας, Πρόβος και Άρης από την Αίγυπτο
Στις πύλες της Ασκάλωνος, τρεις Αιγύπτιοι περιπλανώμενοι σταμάτησαν για λίγο και η ζωή τους άλλαξε για πάντα μέσα σε μία μόνο στιγμή. Οι φρουροί τους πέρασαν για κατασκόπους, όμως εκείνοι ήταν χριστιανοί που γύριζαν…
Lexo jetënΟι Μάρτυρες Τιμόθεος και Πολύευκτος στις φλόγες της πίστης
Μέσα στις φλόγες των ειδωλολατρών, δύο άνδρες έψαλλαν ύμνους προς τον Κύριο, χωρίς ίχνος φόβου στα πρόσωπά τους. Ο ένας στάθηκε στην μακρινή Αφρική και ο άλλος στην Καισάρεια, και οι δύο όμως μοιράστηκαν…
Lexo jetën