EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Νίκανδρος της Πσκόβ

Μέσα στα πυκνά δάση και τους απάτητους βάλτους ανάμεσα στην Πσκόβ και τον Πόρχοφ, ένας νέος ασκητής έζησε σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια σε απόλυτη ερημιά. Όταν ληστές του πήραν τα μόνα του υπάρχοντα, τις άγιες εικόνες και τα βιβλία του, εκείνος προσευχήθηκε ώστε ο Θεός να μην τους τιμωρήσει για την άγνοιά τους. Ο Όσιος Νίκανδρος γεννήθηκε το έτος χίλια πεντακόσια επτά στο χωριό Βιντελέμπιε της περιοχής Πσκόβ, από ευσεβείς γονείς ονόματι Φίλιππο και Αναστασία.

Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Νίκων και από νωρίς έδειξε αγάπη για τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Αρσένιος είχε ήδη ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, αφήνοντας στον μικρότερο ένα ζωντανό παράδειγμα αφιέρωσης. Ο νεαρός Νίκων αγαπούσε τη σιωπή, απέφευγε τα παιχνίδια και τα φανταχτερά ρούχα της ηλικίας του.

Φορούσε πάντοτε απλά ενδύματα και αγαπούσε τη φτώχεια του πνεύματος και την καθαρότητα της καρδιάς. Όταν ο πατέρας του εκοιμήθη, ο δεκαεπτάχρονος νέος έπεισε με δάκρυα τη μητέρα του να μοιράσει την περιουσία στους φτωχούς. Η Αναστασία ακολούθησε τον δρόμο της μοναχικής ζωής και σύντομα παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα της στον Κύριο, αφήνοντας τον γιο της ελεύθερο για τον δικό του αγώνα.

Ο νεαρός Νίκων ξεκίνησε αμέσως για την πόλη της Πσκόβ, όπου επισκέφθηκε όλες τις εκκλησίες και τις γύρω μονές με βαθιά κατάνυξη. Προσκύνησε με χαρά τα ιερά λείψανα των οσίων Ευφροσύνου και Σάββα του Κρυπέτσκι, που έλαμπαν με τους πνευματικούς τους αγώνες. Επειδή ποθούσε να μάθει βαθύτερα τα θεία λόγια, μπήκε στην υπηρεσία ενός ευσεβούς ανθρώπου της Πσκόβ που ονομαζόταν Φίλιππος.

Εκείνος, βλέποντας τη ζέση του νέου, τον έστειλε να μαθητεύσει κοντά σε έναν σοφό διάκονο της πόλης. Ο Θεός άνοιξε τον νου του και πολύ γρήγορα ο Νίκων κατανόησε σε βάθος τα ιερά κείμενα, προς θαυμασμό όλων. Κάποια μέρα, ενώ προσευχόταν στον ναό, άκουσε καθαρά τα λόγια του Χριστού να καλούν τους κοπιώντες και πεφορτισμένους κοντά Του.

Τα λόγια αυτά τον συγκλόνισαν και αποφάσισε να εκπληρώσει αμέσως τον παλιό του πόθο για την έρημο. Είχε ακούσει για έναν απομακρυσμένο τόπο ανάμεσα στην Πσκόβ και τον Πόρχοφ, μέσα σε δάση και βάλτους. Αναζητώντας οδηγό, επέστρεψε στο χωριό του και βρήκε έναν χωρικό ονόματι Θεόδωρο, που γνώριζε καλά εκείνη την περιοχή.

Ο Θεόδωρος τον οδήγησε κρυφά στην έρημο και έχτισαν εκεί μαζί μια μικρή καλύβα για να αρχίσουν τον ασκητικό βίο. Όταν ο Νίκων επέστρεψε για λίγο στην Πσκόβ, άκουσε φωνή από το ιερό του ναού των Θεοφανείων που τον προέτρεπε να μείνει στην έρημο που του είχε υποδείξει ο Θεόδωρος. Στον δρόμο της επιστροφής συνάντησε τον μακάριο Νικόλαο της Πσκόβ, ο οποίος τον προειδοποίησε για τους πειρασμούς και τις επιθέσεις που θα αντιμετώπιζε.

Όμως ο νέος ασκητής βάδισε με χαρά προς την έρημο σαν στρατιώτης που σπεύδει στη μάχη, χωρίς δισταγμό και φόβο. Έζησε εκεί δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μέσα σε νηστείες, αγρυπνίες, προσευχή και μελέτη των ιερών λόγων του Θεού. Όταν η φήμη του άρχισε να φτάνει στους γύρω κατοίκους, εκείνος αναστατώθηκε, γιατί δεν ήθελε ανθρώπινους επαίνους.

Έτσι κατευθύνθηκε στη μονή του οσίου Σάββα του Κρυπέτσκι και ζήτησε με θερμά δάκρυα να γίνει δεκτός στη συνοδεία. Ο ηγούμενος αρχικά δίστασε, βλέποντας την αδυναμία του σώματός του, αλλά τελικά υποχώρησε μπροστά στη φλογερή του επιμονή. Ο Νίκων κουρεύτηκε μοναχός και έλαβε το όνομα Νίκανδρος, ενώ οι παλιοί συνεργάτες του Φίλιππος και Θεόδωρος ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο.

Έγιναν και αυτοί μοναχοί στην ίδια μονή, με τα ονόματα Φιλάρετος και Θεοδόσιος αντίστοιχα. Λίγο αργότερα αναπαύθηκαν ειρηνικά στον Κύριο, αφήνοντας ευλογημένη μνήμη. Μέσα στη μονή ο Νίκανδρος ξεκίνησε νέους αγώνες, ξεπερνώντας όλους τους αδελφούς με τη σκληρότητα της ζωής του.

Τρεφόταν μόνο με ξερό ψωμί και νερό, ενώ μόνο τις γιορτινές ημέρες δεχόταν λίγο μαγειρευμένο φαγητό. Έφερνε μόνος του νερό και ξύλα από μακριά, περνούσε τις νύχτες σε αδιάκοπη αγρυπνία και προσευχή. Συχνά έβγαινε γυμνός στο δάσος και άφηνε τα κουνούπια να ροφούν το αίμα του, ψάλλοντας τους ψαλμούς του Δαβίδ.

Όταν όμως κατάλαβε πως η ασκητική του ζωή προκαλούσε θαυμασμό στους αδελφούς, αναχώρησε ξανά για την αγαπημένη του έρημο. Έζησε εκεί άλλα δεκαπέντε χρόνια, τρώγοντας πολλές φορές μόνο ένα χορτάρι που ονομαζόταν τοπικά «ουζ». Κάποτε άγριοι ληστές χτύπησαν την καλύβα του, του πήραν τα λίγα υπάρχοντα, τις εικόνες και τα βιβλία.

Τον τραυμάτισαν βαριά στα πλευρά με δόρυ και τον άφησαν μισοπεθαμένο στο έδαφος. Ο όσιος όμως προσευχήθηκε για τους θύτες του, ζητώντας από τον Κύριο να μην τους καταλογίσει το κρίμα τους. Δύο από τους ληστές πνίγηκαν στον ποταμό Δεμιάνκα, ενώ οι άλλοι δύο μετανόησαν ειλικρινά για το έγκλημά τους.

Επέστρεψαν τα κλεμμένα και έπεσαν στα πόδια του Νίκανδρου ζητώντας συγχώρεση, και εκείνος τους δέχθηκε με πατρική αγάπη. Καθώς η φήμη του απλωνόταν σε όλη την περιοχή, ο όσιος επέστρεψε για δεύτερη φορά στη μονή του Κρυπέτσκι, για να αποφύγει την ανθρώπινη δόξα. Εκεί ανέλαβε το βαρύ διακόνημα του εκκλησιαστικού και αργότερα του οικονόμου της μονής.

Έλεγε με χαρά πως, αφού ο Χριστός ονόμασε Σώμα Του τον άρτο, αυτός όφειλε να αγαλλιάται καθώς ετοίμαζε τα πρόσφορα της θείας Λειτουργίας. Επειδή φοβόταν μήπως αδικήσει κάποιον στη νέα του θέση, έφυγε ξανά και εγκαταστάθηκε σε ένα νησάκι κοντά στη μονή. Έζησε εκεί τρεισήμισι χρόνια προσευχόμενος και κοπιάζοντας στους συνηθισμένους του αγώνες με μεγάλη σταθερότητα.

Τελικά επέστρεψε για πάντα στην αγαπημένη του έρημο ανάμεσα στους ποταμούς και τα βάλτια. Επί σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια έζησε εκεί ως αναχωρητής, παλεύοντας με τους δαίμονες και τα άγρια ζώα. Κάποτε ένα μεγάλο αρκούδι έφτασε στην καλύβα του και την έσειε με τέτοια δύναμη, ώστε φάνηκε έτοιμη να γκρεμιστεί.

Ο όσιος βγήκε ατάραχος έξω, σταύρωσε το θηρίο, και εκείνο έπεσε στα πόδια του γλείφοντας τα με ημερότητα. Δύο φορές του εμφανίστηκε ο όσιος Αλέξανδρος του Σβιρ, στηρίζοντάς τον στους πνευματικούς του αγώνες. Από εκείνη τη στιγμή οι δαίμονες δεν τολμούσαν πλέον να πλησιάσουν στο ταπεινό του κελλί.

Ο Κύριος χάρισε στον πιστό δούλο Του πλούσιο το χάρισμα της προοράσεως και της θαυματουργίας. Κάποιος Πέτρος Εσιούκωφ, που λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά, οδηγήθηκε στην καλύβα του οσίου ακολουθώντας ένα ελάφι. Ο Νίκανδρος, χωρίς ποτέ να τον έχει δει, τον προσφώνησε με το όνομά του και προφήτευσε τη γέννηση γιου με τις πρεσβείες της Παναγίας.

Η προφητεία εκπληρώθηκε, και ο Πέτρος επέστρεφε συχνά για να ακούει τα σωτήρια λόγια του γέροντα. Άλλοτε θεράπευσε έναν άνθρωπο ονόματι Ναζάριο, που υπέφερε από φοβερή πληγή στο στήθος του επί ενάμισι χρόνο. Ο όσιος προσευχήθηκε όλη τη νύχτα και το πρωί ο ασθενής σηκώθηκε εντελώς υγιής, δοξάζοντας τον Θεό.

Ένας χωρικός ονόματι Συμεών παραπονέθηκε πως του έκλεψαν το άλογο, και ο γέροντας του προείπε πως θα επέστρεφε μόνο του. Πράγματι την ίδια νύχτα το ζώο γύρισε στο σπίτι, αλλά ο κλέφτης πνίγηκε στο ποτάμι χωρίς να προλάβει να μετανοήσει. Ο Νίκανδρος λυπήθηκε βαθιά για εκείνη την ψυχή και δίδαξε τον Συμεών να προσεύχεται για τους αμαρτωλούς.

Επί όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ο όσιος έτρωγε μόνο μία φορά την εβδομάδα και Μεγάλη Παρασκευή πήγαινε στη μονή Δημιάνσκι για να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Οκτώ χρόνια πριν από την κοίμησή του ο όσιος έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα στη μονή Δημιάνσκι. Κατόπιν επέστρεψε στην ερημιά του, ετοιμαζόμενος ψυχικά για τη συνάντηση με τον Κύριο της δόξης.

Στα τελευταία του χρόνια τον επισκεπτόταν συχνά ένας διάκονος από τον Πόρχοφ που ονομαζόταν Πέτρος. Σε εκείνον αποκάλυψε ο γέροντας πως πλησίαζε η κοίμησή του και πως τότε θα ερχόταν εχθρικός πόλεμος στην περιοχή. Του παρήγγειλε να μη φοβηθεί, αλλά να έρθει και να θάψει το σώμα του εκεί που θα το έβρισκε.

Προφήτευσε επίσης πως πάνω από τον τάφο του θα οικοδομούνταν ναός προς τιμήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Στις είκοσι τέσσερις Σεπτεμβρίου του έτους χίλια πεντακόσια ογδόντα ένα, ο όσιος Νίκανδρος αναπαύθηκε ειρηνικά στον Κύριο. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και ψιθύρισε με πίστη πως ευλογητός είναι ο Θεός που τα οικονόμησε όλα έτσι.

Έζησε συνολικά εβδομήντα πέντε χρόνια και οκτώ μήνες με πλήρη αφιέρωση στον Νυμφίο Χριστό. Εκείνες τις ημέρες ο πολωνικός στρατός του βασιλιά Στεφάνου Βατόρι πολιορκούσε τις πόλεις Πσκόβ και Πόρχοφ. Ένας χωρικός ονόματι Ιωάννης, από το χωριό Μπορόβιτσι, βρήκε το σώμα του οσίου και ένιωσε ολόκληρη την καλύβα γεμάτη ουράνια ευωδία.

Ο Ιωάννης κάλυψε με ευλάβεια το τίμιο σώμα με χώμα και έσπευσε στον Πόρχοφ να αναγγείλει την κοίμηση. Οι κάτοικοι θρήνησαν βαθιά για τον χαμό του μεγάλου τους προστάτη και μεσίτη ενώπιον του Θεού. Φοβούνταν όμως να βγουν από τα τείχη εξαιτίας του εχθρικού στρατού που είχε καταλάβει την περιοχή.

Τότε ο διάκονος Πέτρος τους θύμισε την προφητεία του οσίου πως ο Κύριος δεν θα τους παρέδιδε στα χέρια των εχθρών. Με την παρότρυνσή του όλοι μαζί, κληρικοί και λαϊκοί, άντρες και γυναίκες, ξεκίνησαν προς την ερημία. Χωρίς να τους εμποδίσει κανείς, έφτασαν στον τόπο όπου αναπαυόταν το σώμα και το έθαψαν με τιμές.

Τρία χρόνια αργότερα, στο ίδιο ευλογημένο σημείο, εγκαταστάθηκε ένας μοναχός ονόματι Ησαΐας. Ο Ησαΐας είχε θεραπευθεί από επώδυνη ασθένεια των ποδιών με τις πρεσβείες του οσίου Νίκανδρου. Σύντομα συγκεντρώθηκε γύρω του μεγάλη αδελφότητα και ιδρύθηκε μονή προς τιμήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Ο Ησαΐας χειροτονήθηκε ηγούμενος από τον επίσκοπο Νοβγκορόντ Αλέξανδρο, ο οποίος φρόντισε με ζήλο τη νέα μονή. Πάνω από τον τάφο του οσίου ανεγέρθηκε ναός, εκπληρώνοντας έτσι ολοκληρωτικά την προφητεία του ίδιου του αγίου. Η επίσημη αναγνώρισή του έγινε επί πατριάρχη Ιωακείμ, και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο με βαθιά ευλάβεια.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 24 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Ιουβενάλιος ο Πρωτομάρτυρας της Αμερικής

Έγινε ο πρώτος Ορθόδοξος Χριστιανός που έχυσε το αίμα του στο αμερικανικό χώμα, βαπτίζοντας πάνω από εφτακόσιους ιθαγενείς Τσουγκάτσι στο Νούσεκ μέσα σε λίγους μήνες αποστολικού κόπου. Όταν τον χτύπησαν θανάσιμα, εκείνος σηκώθηκε ξανά…

Lexo jetën

Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Μια νύχτα ένα φοβερό όνειρο τάραξε τη ζωή ενός νέου χωρικού· είδε φίδι να μπαίνει στο στόμα του και άκουσε τη Θεοτόκο να του μιλά με γλυκύτητα. Λίγο πριν, ο ίδιος νέος είχε παραλίγο…

Lexo jetën

Η Οσία Δωροθέα του Κασίν

Μέσα στα ερείπια ενός λεηλατημένου μοναστηριού, μια εξηντάχρονη χήρα έχτισε με τα ίδια της τα χέρια ένα μικρό κελί για να ζήσει ασκητικά. Ανάμεσα στα συντρίμμια βρήκε την εικόνα της Παναγίας της Κορσούν, που…

Lexo jetën

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων

Μέσα σε μια ερημική κοιλάδα γεμάτη μυρτιές, ένας απλός βοσκός των Κυθήρων αντίκρισε την ίδια την Παναγία να του μιλά και να του ζητά την κρυμμένη εικόνα της. Λίγο αργότερα, ένας παράλυτος απόγονός του…

Lexo jetën

Η Παναγία του Μυρσινιδίου και οι ηρωικοί ηγούμενοί της

Πάνω στον γκρεμό που κοιτάζει τις μικρασιατικές ακτές, ένα μοναστήρι κρύβει επιτραχήλιο που αποδίδεται στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Πέμπτο. Στους σκοτεινούς χρόνους της Κατοχής, ο ηγούμενός του φυγάδευε Άγγλους και Νεοζηλανδούς στρατιώτες μέσα από…

Lexo jetën

Θέκλα, η πρωτομάρτυς που νίκησε φωτιά και θηρία

Δεκαοκτώ ετών, αρραβωνιασμένη με έναν από τους πλουσιότερους νέους του Ικονίου, η Θέκλα άκουσε για τρεις μέρες κρυμμένη πίσω από ένα παραπέτασμα τη φωνή του Αποστόλου Παύλου και ξέχασε φαγητό, ύπνο και κόσμο. Από…

Lexo jetën

Ο Οσιομάρτυρας Γαλακτίων της Βολογκντά

Ένα μικρό αγόρι μόλις επτά ετών μεταφέρθηκε κρυφά στην πόλη Σταρίτσα, για να γλιτώσει από την οργή του τσάρου Ιβάν του Τρομερού. Πολλά χρόνια αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος έζησε αλυσοδεμένος μέσα στο κελί του…

Lexo jetën
1