Ο Άγιος Μιχαήλ του Τσέρνιγκωφ και ο πιστός βογιάρος Θεόδωρος
Μπροστά στις φωτιές του Μπατού, ο πρίγκιπας του Τσέρνιγκωφ πέταξε το σπαθί του και είπε στους συντρόφους του πως δεν χρειάζεται τη δόξα του κόσμου. Δίπλα του στάθηκε ο πιστός του βογιάρος Θεόδωρος, αρνούμενος ηγεμονία και τιμές, για να πεθάνει μαζί με τον κύριό του για τον Χριστό. Η ζωή του Μιχαήλ είχε από νωρίς το αποτύπωμα της ευσέβειας, καθώς ως άρρωστο παιδί θεραπεύτηκε με τις προσευχές του οσίου Νικήτα του Στυλίτου της Περεγιασλάβλ.
Μεγαλώνοντας ανέλαβε την ηγεμονία του Τσέρνιγκωφ μετά τον θάνατο του θείου του Μστισλάβ στη μάχη του Κάλκα. Λίγο αργότερα οι κάτοικοι του Νόβγκοροντ τον κάλεσαν να γίνει άρχοντάς τους, κερδισμένοι από τη δικαιοσύνη και την πραότητά του. Η παρουσία του στην πόλη σήμανε και τη συμφιλίωση με τον μεγάλο πρίγκιπα Γεώργιο του Βλαντίμιρ, του οποίου η σύζυγος Αγάθη ήταν αδελφή του Μιχαήλ.
Σύντομα ωστόσο γύρισε στο αγαπημένο του Τσέρνιγκωφ, αφήνοντας στους κατοίκους του Νόβγκοροντ την υπόσχεση πως οι δύο πόλεις θα ζούσαν ως αδελφικές χώρες. Φρόντισε με ζήλο για την οικοδόμηση του τόπου του, σε χρόνια ιδιαίτερα δύσκολα και ταραγμένα. Όταν ξέσπασε διαμάχη με τον πρίγκιπα του Κουρσκ Όλεγκ, μεσολάβησε ο μητροπολίτης Κύριλλος του Κιέβου και απέτρεψε τον εμφύλιο σπαραγμό.
Την ίδια χρονιά ο Μιχαήλ συμφιλίωσε ειρηνικά τον μεγάλο πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρο Ρουρίκοβιτς με τον άρχοντα του Γκαλίτς. Έδειχνε παντού πνεύμα δικαιοσύνης και ορθόδοξης συνείδησης, αναζητώντας πάντοτε την ομόνοια ανάμεσα στους άρχοντες της Ρωσικής γης. Όταν ανέβηκε στον θρόνο του Κιέβου, οι καιροί είχαν γίνει ήδη σκοτεινοί από τη λαίλαπα των Μογγολοτατάρων.
Μέσα σε λίγα χρόνια ερήμωσαν το Ριαζάν, το Σουζντάλ και το Βλαντίμιρ, και έπειτα στράφηκαν στη νότια Ρωσία, ρημάζοντας τα εδάφη του Τσέρνιγκωφ και του Περεγιασλάβλ. Το φθινόπωρο που οι Μογγόλοι πλησίαζαν το Κίεβο, οι απεσταλμένοι του χάνη ζήτησαν εκούσια παράδοση. Ο Μιχαήλ όμως κατάλαβε τον δόλο τους και διέταξε να θανατωθούν, γνωρίζοντας πως οι βάρβαροι έσφαζαν ακόμη και όσους υποτάσσονταν με τη θέλησή τους.
Μπροστά στην αναπόφευκτη συντριβή, ο πρίγκιπας έφυγε για την Ουγγαρία, αναζητώντας βοήθεια από τον βασιλιά Μπέλα για κοινή αντίσταση των χριστιανικών δυνάμεων. Ο άγιος προσπάθησε να στρατολογήσει στον αγώνα την Πολωνία και τον Γερμανό αυτοκράτορα, η στιγμή όμως της κοινής αντίστασης είχε χαθεί ανεπιστρεπτί. Η Ρωσία ερημώθηκε, και μετά από αυτήν δοκιμάστηκαν σκληρά η Ουγγαρία και η Πολωνία από τις ίδιες ορδές.
Χωρίς συμμάχους, ο Μιχαήλ επέστρεψε στα ερείπια του Κιέβου και έκλαψε πικρά βλέποντας τη Λαύρα των Σπηλαίων κατεστραμμένη ως τα θεμέλιά της. Έπειτα κατέφυγε στο Τσέρνιγκωφ, όπου μόλις πρόλαβε να αναπαυθεί από τον μακρύ δρόμο. Ακόμη και τότε δεν εγκατέλειψε την ελπίδα μιας ενωμένης χριστιανικής Ευρώπης απέναντι στους νομάδες της Ασίας.
Έστειλε μάλιστα ως απεσταλμένο τον συνεργάτη του μητροπολίτη Πέτρο Ακέροβιτς στη Σύνοδο της Λυών, καλώντας τους ηγέτες σε σταυροφορία κατά της Χρυσής Ορδής. Όμως ο Πάπας ήταν απορροφημένος στον πόλεμό του με τον Γερμανό αυτοκράτορα, ενώ οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν τη μογγολική εισβολή για να επιτεθούν και αυτοί στη Ρωσική γη. Έτσι η καθολική Ευρώπη, μέσα από τους κορυφαίους πνευματικούς της ηγέτες, πρόδωσε στην πράξη τα συμφέροντα της Χριστιανοσύνης.
Σε αυτές τις περιστάσεις αναδείχθηκε η οικουμενική σημασία της ομολογίας του Μιχαήλ μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο της ειδωλολατρικής Ορδής. Σύντομα έφτασαν στη Ρωσία απεσταλμένοι του χάνη, για να καταγράψουν τον πληθυσμό και να επιβάλουν τους φόρους της υποτέλειας. Ο Μιχαήλ διατάχθηκε να εμφανιστεί στην Ορδή και να επιβεβαιώσει το δικαίωμα της ηγεμονίας του με αυτοκρατορικό έγγραφο του χάνη.
Βλέποντας τη θλιβερή κατάσταση της Ρωσίας, αναγνώρισε την ανάγκη της εξωτερικής υποταγής, αλλά γνώριζε καλά πως δεν μπορούσε να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό. Πήρε ευλογία από τον πνευματικό του πατέρα, τον επίσκοπο Ιωάννη, να βαδίσει προς την Ορδή ως αληθινός ομολογητής. Ο γέροντας του υπενθύμισε με δάκρυα πως πολλοί πρίγκιπες είχαν χάσει τις ψυχές τους, περνώντας τη φωτιά και προσκυνώντας τον ήλιο και τα είδωλα.
Μαζί του ξεκίνησε ο πιστός φίλος και σύντροφός του βογιάρος Θεόδωρος, άνθρωπος ευσεβής και στερεός στην πίστη. Πριν αναχωρήσουν, κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων, ζητώντας από τον Θεό να τους χαρίσει ανδρεία στο μαρτύριο. Στην Ορδή, ο χάνης γνώριζε ήδη τις προσπάθειες του Μιχαήλ να οργανώσει εξέγερση μαζί με την Ουγγαρία και τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.
Οι παλαιοί εχθροί του είχαν αναζητήσει από καιρό κατάλληλη ευκαιρία να τον εξοντώσουν με τρόπο φαινομενικά νόμιμο. Όταν έφτασαν στο στρατόπεδο, οι μάγοι και οι ιερείς τους είπαν να περάσουν ανάμεσα από δύο φωτιές και να προσκυνήσουν τον ήλιο, τη φωτιά και τα είδωλα των Μογγόλων. Ο άγιος πρίγκιπας απάντησε σταθερά πως ο χριστιανός προσκυνά μόνο τον Θεό, Δημιουργό του ουρανού και της γης, και ποτέ τα κτίσματα.
Ο αυλικός του Μπατού, Ελντεγκά, του μετέφερε την τελευταία πρόταση του ηγεμόνα, υποσχόμενος μεγάλες τιμές και ακέραιη ηγεμονία αν υπάκουε στους ειδωλολατρικούς ιερείς. Σε διαφορετική περίπτωση, η απάντηση θα ήταν θάνατος σκληρός και ατιμωτικός. Ο Μιχαήλ αποκρίθηκε με παρρησία πως δέχεται να υποταχθεί στον χάνη ως άρχοντα, στον οποίο ο Θεός παρέδωσε τα επίγεια βασίλεια, όμως ποτέ δεν θα αρνηθεί τον Χριστό.
Όταν κάποιοι ομογενείς του πρίγκιπες, ανάμεσά τους ο Βόρις του Ροστώφ, τον παρακαλούσαν με δάκρυα να ενδώσει έστω προσχηματικά, εκείνος αρνήθηκε. Έβγαλε τότε το σπαθί του, το πέταξε στα πόδια τους και είπε πως δεν τον ενδιαφέρει η δόξα αυτού του κόσμου. Ο βογιάρος Θεόδωρος του υπενθύμισε τα ευαγγελικά λόγια, πως όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του θα τη χάσει, ενώ όποιος τη χάνει για χάρη του Χριστού θα τη βρει στην αιωνιότητα.
Με αυτά τα λόγια δυναμώνει ακόμη περισσότερο η απόφασή τους και προετοιμάζονται με χαρά για τον μαρτυρικό τους θάνατο. Οι δήμιοι των Τατάρων όρμησαν σαν άγρια θηρία επάνω στον άγιο πρίγκιπα και τον χτυπούσαν με αλύπητο τρόπο σε όλο του το σώμα. Το χώμα κοκκίνισε από το αίμα του, εκείνος όμως υπέμενε με ανδρεία, λέγοντας μόνο τη μία πρόταση: «Είμαι χριστιανός».
Τελικά ο Δομάνος, παλαιός χριστιανός που είχε αρνηθεί την πίστη του, άρπαξε με μανία το ξίφος και αποκεφάλισε τον άγιο μάρτυρα. Λένε πως ακόμη και μετά την αποτομή το άγιο στόμα του συνέχιζε να ομολογεί το όνομα του Χριστού. Έπειτα στράφηκαν προς τον βογιάρο Θεόδωρο, υποσχόμενοι με δόλο μεγάλες τιμές και την ίδια την ηγεμονία του κυρίου του.
Εκείνος όμως απάντησε πως δεν επιθυμεί ούτε αξιώματα ούτε δόξα από τον ηγεμόνα τους, παρά μόνο να ακολουθήσει τον άγιο Μιχαήλ στον ίδιο δρόμο της ομολογίας. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, του απέκοψαν και αυτού την τίμια κεφαλή, λέγοντας πως όποιος δεν θέλησε να προσκυνήσει τον ήλιο δεν είναι άξιος ούτε να τον βλέπει. Τα ιερά τους λείψανα ρίχτηκαν στους σκύλους, ο Κύριος όμως τα διαφύλαξε άθικτα για πολλές μέρες.
Πάνω από τα σώματά τους εμφανιζόταν φλογερός στύλος και αναμμένα κεριά, ώσπου ευλαβείς χριστιανοί τα ενταφίασαν με τιμή. Ο άθλος του βογιάρου Θεοδώρου εξέπληξε ακόμη και τους ίδιους τους δημίους, πείθοντάς τους πως ο ρωσικός λαός μένει αμετακίνητος στην ορθόδοξη πίστη. Από εκείνη τη στιγμή οι χάνες της Ορδής έπαψαν να απαιτούν από τους Ρώσους πρίγκιπες την τέλεση ειδωλολατρικών τελετών στα στρατόπεδά τους.
Ο αγώνας όμως του ρωσικού έθνους και της Εκκλησίας του απέναντι στον μογγολικό ζυγό κράτησε για πολλά ακόμη χρόνια. Μέσα από αυτόν στολίστηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία με πλήθος νέων μαρτύρων και ομολογητών της πίστης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο άγιος Ρωμανός του Ριαζάν, ο άγιος Μιχαήλ της Τβερ και οι γιοι του Δημήτριος και Αλέξανδρος.
Όλοι αυτοί έπαιρναν θάρρος από το παράδειγμα και τις πρεσβείες του πρωτομάρτυρα Μιχαήλ του Τσέρνιγκωφ. Αρκετά χρόνια αργότερα, με την ευλογία του μητροπολίτη Αντωνίου, ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός μετέφερε τα ιερά τους λείψανα σε ναό αφιερωμένο στους ίδιους μέσα στη Μόσχα. Αργότερα τα λείψανα μεταφέρθηκαν στον καθεδρικό ναό της Υπαπαντής και κατόπιν φυλάχθηκαν στον ναό των Αρχαγγέλων του Κρεμλίνου.
Έτσι ο Μιχαήλ και ο Θεόδωρος, αφού περιφρόνησαν την επίγεια δόξα, κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών και δοξάζουν αιώνια την Αγία Τριάδα.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 20 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Ιλαρίων ο Κρητικός, ο νέος οσιομάρτυρας
Μέσα στα στενά της Πόλης, ένας νέος έμπορος από το Ηράκλειο της Κρήτης οδηγήθηκε άδικα στο παλάτι του σουλτάνου, για να γλιτώσει από μια κατηγορία τριάντα γροσίων. Εκεί, με συμβουλή ενός Αιθίοπα αγά, αρνήθηκε…
Lexo jetënΗ Παναγία η Βουλκανιώτισσα και η νυχτερινή κάθοδος στη Μεσσήνη
Μέσα στη νύχτα της δέκατης ένατης προς εικοστή Σεπτεμβρίου, χιλιάδες πιστοί ξεκινούν από το Βουλκάνο και βαδίζουν είκοσι ολόκληρα χιλιόμετρα μέχρι τη Μεσσήνη. Η πορεία αυτή θυμίζει τη θαυμαστή επέμβαση της Παναγίας, όταν φοβερή…
Lexo jetënΟ Άγιος Ευστάθιος ο Πλακίδας και η οικογένειά του
Ένας Ρωμαίος στρατηγός, που τρόμαζε με μόνο το όνομά του τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, γονάτισε ένα πρωινό μπροστά σε έναν φωτεινό Σταυρό ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού. Έγινε από κυνηγός θηραμάτων κυνηγημένος της αγάπης…
Lexo jetën