EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Άγιος Ευστάθιος ο Πλακίδας και η οικογένειά του

Ένας Ρωμαίος στρατηγός, που τρόμαζε με μόνο το όνομά του τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, γονάτισε ένα πρωινό μπροστά σε έναν φωτεινό Σταυρό ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού. Έγινε από κυνηγός θηραμάτων κυνηγημένος της αγάπης του Χριστού, και μαζί με γυναίκα και παιδιά παραδόθηκε στο πυρακτωμένο χάλκινο βόδι του μαρτυρίου. Ο Πλακίδας ζούσε στη Ρώμη στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού και ξεχώριζε ανάμεσα στους στρατηγούς για τη γενναιότητα και την ευγένειά του.

Αν και ειδωλολάτρης, είχε ψυχή σπάνια και αγαπούσε ιδιαίτερα τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της εποχής του. Χόρταινε πεινασμένους, έντυνε γυμνούς και ελευθέρωνε δεσμίους από τις φυλακές με δικά του έξοδα. Ο Θεός είδε την καλωσύνη της καρδιάς του και αποφάσισε να τον φωτίσει με τρόπο θαυμαστό, παρόμοιο με εκείνον που είχε χρησιμοποιήσει για τον απόστολο Παύλο.

Είχε σύζυγο τη Τατιανή, εξίσου ενάρετη και φιλάνθρωπη, και δύο παιδιά που μεγάλωναν με αρχές καλοσύνης. Η ζωή του φάνταζε γεμάτη, όμως του έλειπε η αληθινή γνώση του ζωντανού Θεού. Μια μέρα, καθώς κυνηγούσε στο πυκνό δάσος μαζί με τους στρατιώτες του, παρατήρησε ένα μεγάλο ελάφι που ξεχώριζε από το κοπάδι.

Άφησε τους συντρόφους του πίσω και το ακολούθησε μέχρι έναν απόκρημνο βράχο, όπου το ζώο σταμάτησε και τον κοίταξε σταθερά. Τότε ο Πλακίδας είδε ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν Σταυρό λαμπρότερο από τον ήλιο και πάνω του τη μορφή του Χριστού. Άκουσε φωνή που τον ρωτούσε γιατί τον καταδιώκει, ενώ με τις καλές του πράξεις τον τιμούσε χωρίς να τον γνωρίζει.

Από τον φόβο έπεσε από το άλογο και έμεινε αναίσθητος για ώρες πολλές. Όταν συνήλθε, ο Κύριος του φανερώθηκε ξανά και του εξήγησε πως είναι ο Δημιουργός ουρανού και γης. Του ζήτησε να βαπτιστεί από επίσκοπο της περιοχής μαζί με όλη του την οικογένεια.

Επιστρέφοντας σπίτι, βρήκε τη γυναίκα του να του διηγείται όραμα παρόμοιο, που είχε δει την ίδια νύχτα. Δίχως να χάσουν χρόνο, έσπευσαν στον επίσκοπο και βαπτίστηκαν όλοι μαζί με μεγάλη χαρά και κατάνυξη. Ο Πλακίδας ονομάστηκε Ευστάθιος και η σύζυγός του Θεοπίστη, ενώ τα παιδιά πήραν τα ονόματα Αγάπιος και Θεόπιστος.

Την επόμενη ημέρα ο Ευστάθιος γύρισε στο σημείο της θαυμαστής εμφάνισης για να ευχαριστήσει τον Κύριο για το πλούσιο έλεός Του. Εκεί άκουσε νέα αποκάλυψη, που τον προετοίμαζε για βαριές δοκιμασίες παρόμοιες με εκείνες του δικαίου Ιώβ. Σε λίγο καιρό άρχισαν να πέφτουν επάνω του οι συμφορές η μία μετά την άλλη με τρόπο ασταμάτητο.

Λοιμική αρρώστια θέρισε υπηρέτες και ζώα, ενώ κλέφτες λεηλάτησαν όσα είχαν απομείνει από την περιουσία του. Ο άλλοτε ένδοξος στρατηγός βρέθηκε ξαφνικά φτωχός, χωρίς όμως να χάσει την πίστη του στον αληθινό Θεό. Μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά εγκατέλειψαν κρυφά τη Ρώμη, ντυμένοι με κουρέλια, και κατευθύνθηκαν προς την Αίγυπτο.

Επιβιβάστηκαν σε καράβι, ο καπετάνιος όμως ήταν άνθρωπος σκληρός και ακόλαστος στην ψυχή. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της Θεοπίστης και κράτησε τη γυναίκα με τη βία, αφήνοντας τον Ευστάθιο και τα παιδιά στην ακτή. Ο άγιος ξεκίνησε τον δρόμο της εξορίας με σπαραγμό στην ψυχή, κουβαλώντας μόνος τα δύο μικρά αγόρια.

Λίγο αργότερα, μπροστά του ορθώθηκε ένα ορμητικό ποτάμι, που έπρεπε να περάσει με τα παιδιά στους ώμους του. Πέρασε πρώτα τον έναν γιο στην απέναντι όχθη και γύρισε πίσω να πάρει τον άλλο. Καθώς όμως βρισκόταν στη μέση του νερού, ένα λιοντάρι άρπαξε το παιδί που είχε αφήσει και χάθηκε στην ερημιά.

Ταυτόχρονα ένας λύκος όρμησε στον δεύτερο γιο και τον έσυρε μέσα στο πυκνό δάσος. Ο Ευστάθιος έμεινε μόνος, βυθισμένος στα δάκρυα και στην προσευχή, με μόνη παρηγοριά την ελπίδα του στον Κύριο. Έφτασε σε ένα χωριό που λεγόταν Βαδησσός και έγινε φύλακας στους αγρούς, ζώντας με μεγάλη φτώχεια και ταπείνωση.

Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια πέρασαν με κόπο, νηστεία και αδιάκοπες προσευχές, χωρίς να ξέρει την τύχη των δικών του. Στο μεταξύ τσοπάνηδες και γεωργοί είχαν σώσει τα δύο αγόρια από τα θηρία και τα μεγάλωναν στο διπλανό χωριό. Η Θεοπίστη γλίτωσε επίσης την ατίμωση, καθώς ο σκληρός καπετάνιος αρρώστησε βαριά και πέθανε σύντομα.

Ζούσε ελεύθερη και ενάρετη, κερδίζοντας τον άρτο της από τον κόπο των χεριών της κάθε μέρα. Στη Ρώμη ο Τραϊανός βρέθηκε σε δύσκολη θέση, καθώς βάρβαροι λαοί απειλούσαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Θυμήθηκε τότε τον γενναίο στρατηγό του και έστειλε τους πιστούς φίλους Αντίοχο και Ακάκιο να τον αναζητήσουν.

Έφτασαν στο χωριό όπου εργαζόταν ο Ευστάθιος, αλλά δεν μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν από την αλλαγμένη όψη του. Εκείνος όμως τους γνώρισε αμέσως και τους φιλοξένησε, κρύβοντας με κόπο τα δάκρυα της συγκίνησής του. Όταν είδαν στον ώμο του την παλιά ουλή από τραύμα πολέμου, κατάλαβαν πως μπροστά τους στεκόταν ο χαμένος στρατηγός Πλακίδας.

Με μεγάλη χαρά τον επανέφεραν στη Ρώμη και ο αυτοκράτορας του απέδωσε ξανά τη στρατιωτική του τιμή. Νέοι στρατιώτες συγκεντρώθηκαν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας, ανάμεσά τους και τα δύο του αγόρια χωρίς να το γνωρίζει κανείς. Στην εκστρατεία ο Ευστάθιος συνέτριψε τους εχθρούς και απελευθέρωσε τις χαμένες πόλεις.

Καθώς το στράτευμα στάθμευε σε ένα χωριό, οι δύο νεαροί αδελφοί αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον μέσα από τις παιδικές τους αναμνήσεις στη σκηνή τους. Τη συνομιλία τους άκουσε από τον κήπο της η μητέρα τους και κατάλαβε ότι επρόκειτο για τους δικούς της γιους. Πλησίασε τον στρατηγό και του ζήτησε να την πάρει μαζί στη Ρώμη, καθώς ήταν αιχμάλωτη Ρωμαία που λαχταρούσε την πατρίδα της.

Καθώς μιλούσε, αναγνώρισε τον άντρα της και του φανέρωσε με δάκρυα την ταυτότητά της και το μυστικό των παιδιών. Ο Ευστάθιος κάλεσε τους δύο νεαρούς στρατιώτες και άκουσε από τα χείλη τους όλη την ιστορία της παιδικής τους ζωής. Έπεσε στην αγκαλιά τους και ολόκληρο το στρατόπεδο γέμισε από αλαλαγμούς χαράς και ευχαριστίας προς τον Θεό.

Η οικογένεια ενώθηκε ξανά μετά από δεκαπέντε χρόνια χωρισμού, δοκιμασιών και σιωπηλής υπομονής. Όμως ο Τραϊανός είχε στο μεταξύ πεθάνει και τον θρόνο είχε αναλάβει ο σκληρός Αδριανός. Ο νέος αυτοκράτορας ετοίμασε θυσίες στα είδωλα ως ευχαριστία για τη νίκη, αλλά ο Ευστάθιος αρνήθηκε με παρρησία να μπει στον ναό.

Δήλωσε πως μόνο τον Χριστό δοξάζει και ευχαριστεί για τη ζωή, τη νίκη και τη συνάντηση με τους δικούς του. Η απάντηση αυτή εξόργισε τον τύραννο και τον οδήγησε σε άγρια μανία εναντίον τους. Ο Αδριανός αφαίρεσε ξανά κάθε αξίωμα από τον στρατηγό και πρόσταξε να οδηγηθεί ολόκληρη η οικογένεια στο δικαστήριο μαζί.

Ο άγιος, η Θεοπίστη και τα παιδιά τους στάθηκαν με σταθερή πίστη και αρνήθηκαν κάθε θυσία στα ψεύτικα είδωλα της Ρώμης. Ο αυτοκράτορας τους καταδίκασε να ριχτούν στα θηρία του σταδίου για να γίνουν τροφή των άγριων ζώων. Όμως τα λιοντάρια πλησίασαν τους μάρτυρες με σεβασμό, έσκυψαν το κεφάλι και δεν τόλμησαν να τους αγγίξουν καθόλου.

Ο λαός εκπλάγηκε από το θαύμα και πολλοί άρχισαν να αναγνωρίζουν τη δύναμη του αληθινού Θεού στους πιστούς Του δούλους. Ο εξαγριωμένος Αδριανός πρόσταξε τότε να πυρακτωθεί ένα χάλκινο βόδι και να ριχτούν μέσα όλοι μαζί ζωντανοί. Πριν μπουν στη φωτιά, ο Ευστάθιος προσευχήθηκε να σκεπάζει η χάρη του Κυρίου όσους τους επικαλούνται σε κίνδυνο.

Μέσα στο πύρινο εκείνο σκεύος παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Θεό με ειρήνη και ευχαριστία. Ύστερα από τρεις ημέρες άνοιξαν το χάλκινο βόδι και βρήκαν τα σώματα ακέραια, χωρίς ούτε μία τρίχα καμένη. Τα πρόσωπα των μαρτύρων έλαμπαν με ομορφιά υπερκόσμια και πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν στον Χριστό βλέποντας το μεγαλείο της θείας χάριτος.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 20 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Ιλαρίων ο Κρητικός, ο νέος οσιομάρτυρας

Μέσα στα στενά της Πόλης, ένας νέος έμπορος από το Ηράκλειο της Κρήτης οδηγήθηκε άδικα στο παλάτι του σουλτάνου, για να γλιτώσει από μια κατηγορία τριάντα γροσίων. Εκεί, με συμβουλή ενός Αιθίοπα αγά, αρνήθηκε…

Lexo jetën

Η Παναγία η Βουλκανιώτισσα και η νυχτερινή κάθοδος στη Μεσσήνη

Μέσα στη νύχτα της δέκατης ένατης προς εικοστή Σεπτεμβρίου, χιλιάδες πιστοί ξεκινούν από το Βουλκάνο και βαδίζουν είκοσι ολόκληρα χιλιόμετρα μέχρι τη Μεσσήνη. Η πορεία αυτή θυμίζει τη θαυμαστή επέμβαση της Παναγίας, όταν φοβερή…

Lexo jetën

Ο Άγιος Μιχαήλ του Τσέρνιγκωφ και ο πιστός βογιάρος Θεόδωρος

Μπροστά στις φωτιές του Μπατού, ο πρίγκιπας του Τσέρνιγκωφ πέταξε το σπαθί του και είπε στους συντρόφους του πως δεν χρειάζεται τη δόξα του κόσμου. Δίπλα του στάθηκε ο πιστός του βογιάρος Θεόδωρος, αρνούμενος…

Lexo jetën
1