EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, ο θαυματουργός της Ρωσίας

Ένας σαλός ονόματι Καμένεφ χτύπησε κάποτε τον ιεράρχη στο μάγουλο λέγοντάς του να μην υπερηφανεύεται. Ο άγιος δέχτηκε το χτύπημα με ευγνωμοσύνη και χάριζε στον σαλό τρία καπίκια κάθε μέρα ως το τέλος της ζωής του. Γεννήθηκε στο χωριό Κορότσκ της επισκοπής Νόβγκοροντ, σε μια οικογένεια τόσο φτωχή που η μητέρα του σκέφτηκε να τον δώσει σε έναν γείτονα αμαξά για να γλιτώσει την πείνα.

Ο μικρός Τιμόθεος δούλευε ολόκληρη μέρα με τους χωρικούς μόνο για ένα κομμάτι μαύρο ψωμί. Στα δεκατρία του χρόνια στάλθηκε σε εκκλησιαστική σχολή κοντά στον αρχιεπίσκοπο και πλήρωνε τη διατροφή του εργαζόμενος στους λαχανόκηπους. Το χίλια επτακόσια σαράντα έγινε δεκτός με κρατική υποτροφία στο σεμινάριο και ξεχώρισε γρήγορα στις σπουδές του.

Όταν τελείωσε τις σπουδές του, δίδαξε ο ίδιος ελληνικά, ρητορική και φιλοσοφία στους νεότερους μαθητές. Το χίλια επτακόσια πενήντα οκτώ έγινε μοναχός με το όνομα Τύχων και ανέλαβε αμέσως καθήκοντα προϊσταμένου του σεμιναρίου. Έναν χρόνο αργότερα μετατέθηκε στο Τβερ, όπου χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης της μονής Ζελτίκοφ και ηγούμενος της μονής Οτρότς.

Η εκλογή του στην επισκοπή υπήρξε γεγονός βαθιά προνοιακό και θαυμαστό για όσους το έζησαν από κοντά. Στην Πετρούπολη, ανήμερα του Πάσχα, ο νεαρός αρχιμανδρίτης ήταν ένας από τους οκτώ υποψηφίους για βοηθός επίσκοπος Νόβγκοροντ. Ο μητροπολίτης Δημήτριος τον θεωρούσε πολύ νέο, αλλά κατέθεσε το όνομά του, και ο κλήρος έπεσε τρεις φορές πάνω του.

Την ίδια εκείνη ημέρα, την ώρα του Χερουβικού, ο επίσκοπος Αθανάσιος του Τβερ τον μνημόνευσε ως επίσκοπο χωρίς να το καταλάβει, ενώ έβγαζε μερίδες στην προσκομιδή. Στις δεκατρείς Μαΐου του χίλια επτακόσια εξήντα ένα χειροτονήθηκε επίσκοπος Κεξγκόλμα και Λαντόγκα, βοηθός της μητρόπολης Νόβγκοροντ. Δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην επισκοπή του Βορόνεζ, που διοίκησε για τεσσερισήμισι χρόνια με σπάνια αφοσίωση και διαρκή ποιμαντική φροντίδα.

Οι κάτοικοι έβλεπαν σε αυτόν έναν ιεράρχη που στήριζε τους ιερείς με συμβουλές και με ψυχωφελή βιβλία γραμμένα από τον ίδιο. Συνέταξε ολόκληρη σειρά εγχειριδίων για τους κληρικούς, ανάμεσά τους κείμενα για τα επτά μυστήρια, τη μετάνοια και τον γάμο. Θεωρούσε απαραίτητο κάθε ιερέας, διάκονος και μοναχός να έχει στα χέρια του Καινή Διαθήκη και να τη μελετά καθημερινά.

Με εγκύκλιό του καλούσε τους ποιμένες να τελούν τα ιερά μυστήρια με ευλάβεια, με φόβο Θεού και με αγάπη προς τον πλησίον. Στο Βορόνεζ κατάργησε ένα αρχαίο ειδωλολατρικό έθιμο, τη γιορτή προς τιμή του Γιαρίλα, παλιού θεού της γονιμότητας των σπαρτών και των ζώων. Στις απομακρυσμένες περιοχές των κοζάκων του Ντον συγκρότησε ιεραποστολική επιτροπή, για να επαναφέρει στην Εκκλησία όσους είχαν παρασυρθεί σε σχίσματα.

Το χίλια επτακόσια εξήντα πέντε μετέτρεψε την παλιά σλαβο-λατινική σχολή σε κανονικό σεμινάριο, καλώντας έμπειρους δασκάλους από το Κίεβο και το Χάρκοβο. Φρόντισε με όλες του τις δυνάμεις για τα σχολεία και τους ναούς, πείθοντας τους ιερείς για τη μεγάλη ανάγκη της μόρφωσης. Ο ίδιος έμενε άοκνος στη διοίκηση της τεράστιας επισκοπής, και πολλές νύχτες τις περνούσε χωρίς ύπνο.

Η υγεία του όμως κλονίστηκε, και το χίλια επτακόσια εξήντα επτά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη διοίκηση και να αποσυρθεί στη μονή Τόλσεφ, σαράντα βέρστια μακριά από το Βορόνεζ. Εκεί βρήκε λίγη ησυχία και αναπνοή, μέσα στη φύση και στην προσευχή. Δύο χρόνια αργότερα τον μετέφεραν στη μονή της Θεοτόκου στην πόλη Ζαντόνσκ, όπου επρόκειτο να ολοκληρώσει τον δρόμο της αγιότητάς του.

Στη μονή Ζαντόνσκ ο άγιος Τύχων αναδείχθηκε μεγάλος διδάσκαλος της χριστιανικής ζωής και του γνήσιου μοναχισμού. Με βαθιά σοφία διατύπωσε το ιδεώδες του αληθινού μοναχού στον Κανόνα Μοναστικής Πολιτείας και στην Οδηγία αποστροφής από τη ματαιότητα του κόσμου. Όσα έγραφε, τα έζησε πρώτος ο ίδιος, με αυστηρή τήρηση των εκκλησιαστικών παραδόσεων και διαρκή παρουσία στον ναό.

Σχεδόν κάθε ημέρα κατέβαινε στην ακολουθία, έψαλλε και διάβαζε στο αναλόγιο, χωρίς να ζητά τιμές ή διακρίσεις. Με τον καιρό, από βαθιά ταπείνωση, σταμάτησε εντελώς να συμμετέχει στις ιεροτελεστίες και στεκόταν σιωπηλός στο ιερό κάνοντας ευλαβικά τον σταυρό του. Αγαπούσε να μελετά τους βίους των αγίων και τα έργα των πατέρων της Εκκλησίας.

Ήξερε ολόκληρο το Ψαλτήρι απέξω και το έψαλλε ή το απήγγειλε στις διαδρομές του. Στη μονή Ζαντόνσκ ολοκλήρωσε τα δύο μεγάλα έργα του, τον Πνευματικό Θησαυρό συναγμένο από τον κόσμο και τη μελέτη για την αληθινή χριστιανική ζωή. Επισκεπτόταν επίσης το χωριό Λιπόβκα και τελούσε ακολουθίες στο σπίτι των Μπεχτέγιεφ, ενώ συχνά κατέφευγε στη μονή Τόλσεφ που αγαπούσε ιδιαίτερα.

Ο επίσκοπος Τύχων ζούσε με μεγάλη απλότητα, κοιμόταν πάνω σε άχυρο και σκεπαζόταν με μια προβιά αρνίσια. Η ταπείνωσή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αδιαφορούσε για τους εργάτες της μονής που τον κορόιδευαν περπατώντας στους διαδρόμους. Έλεγε πως ευχαριστεί τον Θεό όταν τον περιπαίζουν, γιατί το αξίζει εξαιτίας των αμαρτιών του, και επαναλάμβανε ότι η συγχώρηση είναι ανώτερη από κάθε εκδίκηση.

Αν και αυστηρός με τον εαυτό του, ήταν επιεικής και τρυφερός απέναντι στους άλλους ανθρώπους γύρω του. Μια Παρασκευή προ των Βαΐων μπήκε στο κελί του φίλου του σχημομονάχου Μητροφάνη και τον είδε στο τραπέζι με τον Κοσμά τον Ιγνάτιεβιτς. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ψάρι και οι φίλοι του ταράχτηκαν, καθώς δεν επιτρεπόταν τότε.

Ο άγιος όμως τους είπε ήσυχα να καθίσουν, γιατί η αγάπη είναι ανώτερη από τη νηστεία, και έφαγε λίγη ψαρόσουπα για να τους ηρεμήσει. Αγαπούσε ιδιαίτερα τους απλούς ανθρώπους και τους παρηγορούσε στη δύσκολη ζωή τους. Μεσολαβούσε στους τσιφλικάδες, ώστε να συμπονούν τους αγρότες, και μοίραζε όλη τη σύνταξή του στους φτωχούς της γύρω περιοχής.

Με τέτοιες πράξεις αυταπάρνησης και αγάπης ο άγιος προχώρησε στη θεωρία των ουρανίων και έλαβε προφητικό χάρισμα. Το χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ, σε ένα όραμα του ύπνου, είδε την Παναγία πάνω σε νεφέλες με τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο κοντά της. Γονατιστός παρακαλούσε την υπεραγία Παρθένο για την ειρήνη ολόκληρου του κόσμου, και ο απόστολος Παύλος του ανέφερε με δυνατή φωνή τα λόγια της Γραφής.

Όταν θα μιλούν για ειρήνη και ασφάλεια, τότε θα έρθει ξαφνική καταστροφή πάνω στους ανθρώπους. Ο άγιος ξύπνησε τρέμοντας και δακρύζοντας από τον φόβο του Θεού. Τον επόμενο χρόνο είδε ξανά την Παναγία στον αέρα και τέσσερις λευκοφορεμένους κοντά του να γονατίζουν μαζί.

Παρακάλεσε την υπεραγία Παρθένο για κάποιον συγκεκριμένο, και εκείνη του απάντησε πως θα γίνει όπως ζητά. Προφήτευσε πολλά πράγματα για το μέλλον, και ιδίως τη νίκη της Ρωσίας απέναντι στους Γάλλους το χίλια οκτακόσια δώδεκα. Πολλές φορές τον είδαν σε κατάσταση πνευματικής αρπαγής, με πρόσωπο μεταμορφωμένο και λαμπερό, αλλά απαγόρευε αυστηρά κάθε διάδοση τέτοιων γεγονότων.

Τρία χρόνια πριν την κοίμησή του ζητούσε καθημερινά να μάθει το τέλος του από τον Κύριο. Μια ήσυχη φωνή στο χάραμα του αποκάλυψε ότι ο θάνατός του θα συμβεί ημέρα Κυριακή. Την ίδια χρονιά είδε σε όνειρο ένα ωραίο λιβάδι με θαυμαστά παλάτια και θέλησε να μπει μέσα.

Του είπαν όμως πως μετά από τρία χρόνια θα μπορούσε να εισέλθει, ενώ ως τότε όφειλε να συνεχίσει τους κόπους του. Έπειτα από αυτό ο άγιος έκλεισε το κελί του και δεχόταν μόνο λίγους φίλους. Είχε ετοιμάσει εκ των προτέρων άμφια και τάφο, και πήγαινε συχνά να κλαίει πάνω από το φέρετρό του κρυμμένος.

Έναν χρόνο και τρεις μήνες πριν φύγει, είδε σε ζωντανό όνειρο πως στεκόταν στον ναό της μονής. Ένας γνωστός του ιερέας έβγαζε από την Ωραία Πύλη το θείο Βρέφος σκεπασμένο με κάλυμμα. Όταν φίλησε το παιδί στο δεξί μάγουλο, αισθάνθηκε χτύπημα στο αριστερό, και ξυπνώντας βρήκε μούδιασμα στο αριστερό του χέρι και πόδι.

Δέχτηκε την ασθένεια με χαρά, σαν δώρο και σαν προετοιμασία για το αιώνιο. Λίγο πριν την κοίμησή του ο άγιος Τύχων είδε σε όνειρο μια ψηλή και ελικοειδή σκάλα και άκουσε εντολή να την ανέβει. Φοβήθηκε αρχικά λόγω της αδυναμίας του, όπως είπε ο ίδιος στον φίλο του Κοσμά, αλλά καθώς ανέβαινε άνθρωποι γύρω από τη σκάλα τον σήκωναν όλο και ψηλότερα, ως τα σύννεφα.

Ο Κοσμάς ερμήνευσε την εικόνα και είπε πως η σκάλα είναι ο δρόμος της βασιλείας των ουρανών. Όσοι τον βοηθούσαν ήταν εκείνοι τους οποίους είχε βοηθήσει ο ίδιος με τις συμβουλές του και τον θυμούνταν με ευγνωμοσύνη. Ο άγιος αποκρίθηκε με δάκρυα πως κι ο ίδιος το ίδιο σκέφτηκε, και αισθανόταν πως το τέλος του πλησίαζε.

Στην τελευταία ασθένειά του κοινωνούσε τα άχραντα μυστήρια με μεγάλη συχνότητα και ταπείνωση. Εκοιμήθη ημέρα Κυριακή, στις δεκατρείς Αυγούστου του χίλια επτακόσια ογδόντα τρία, σε ηλικία πενήντα εννέα ετών, όπως ακριβώς του είχε αποκαλυφθεί. Η πρώτη ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε στις δεκατέσσερις Μαΐου του χίλια οκτακόσια σαράντα έξι.

Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε στις δεκατρείς Αυγούστου του χίλια οκτακόσια εξήντα ένα.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 13 Gusht

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού

Του έκοψαν τη γλώσσα και του ακρωτηρίασαν το δεξί χέρι, επειδή αρνήθηκε να σιωπήσει μπροστά στην αίρεση των Μονοθελητών. Πάνω στον τάφο του στη μακρινή Σκυθία άναψαν θαυματουργικά τρία κεριά, μαρτυρώντας τη δόξα του…

Lexo jetën

Η Εικόνα της Παναγίας των Παθών

Δύο άγγελοι στέκονται δεξιά και αριστερά της Παναγίας κρατώντας τον Σταυρό, τη λόγχη και τον σπόγγο, τα ίδια τα όργανα του Πάθους του Κυρίου. Από αυτή τη σύνθεση πήρε το όνομά της η θαυματουργή…

Lexo jetën

Η Ιερή Εικόνα της Παναγίας του Μινσκ

Ένας Τάταρος ξέσπασε την οργή του πάνω στην ιερή εικόνα, την ξεγύμνωσε από τα πολύτιμα στολίδια της και την πέταξε στα νερά του Δνείπερου ποταμού. Όμως η εικόνα ταξίδεψε θαυματουργικά και βρέθηκε να επιπλέει…

Lexo jetën

Η Παναγία των Επτά Βελών

Για αιώνες μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας κειτόταν αγνώριστη στο καμπαναριό ενός ναού κοντά στη Βολογκντά, και οι πιστοί περπατούσαν επάνω της σαν να ήταν απλή σανίδα. Μόνο όταν ένας παράλυτος άνδρας από την…

Lexo jetën

Η ανακομιδή των λειψάνων του οσίου Μαξίμου του διά Χριστόν σαλού

Χειμώνα και καλοκαίρι ο Μάξιμος περπατούσε στους δρόμους της Μόσχας σχεδόν γυμνός, αψηφώντας τον παγετό και τον καύσωνα της ρωσικής γης. Στα χείλη του ζούσε διαρκώς μια φράση που έγινε παροιμιακή στον λαό: «σκληρός…

Lexo jetën

Ο Μάρτυς Ιππόλυτος και η συνοδεία του

Ένας Ρωμαίος αξιωματικός και δεσμοφύλακας έθαψε με τιμή το σώμα του αρχιδιακόνου Λαυρεντίου, και τότε άλλαξε για πάντα η ζωή του. Δεκαεννέα άνθρωποι του σπιτιού του, άντρες και γυναίκες, βαπτίστηκαν χριστιανοί και βάδισαν μαζί…

Lexo jetën
2