Ο απλός παπα-Νικόλας της Αθήνας
Για πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία, κρατώντας μαζί του δισάκι γεμάτο χαρτάκια με χιλιάδες ονόματα ζωντανών και κεκοιμημένων. Παιδιά και ευλαβείς ψυχές τον αντίκρισαν πολλές φορές μετέωρο, υψωμένο πάνω από το έδαφος, την ώρα που λειτουργούσε στα ταπεινά εκκλησάκια της Αθήνας. Γεννήθηκε στη Νάξο, το χίλια οκτακόσια πενήντα ένα, από γονείς ευσεβείς, τον Ιωάννη και την Αυγουστίνα.
Από μικρός ξεχώριζε για την απλότητα και την αφοσίωσή του στα ιερά πράγματα της πίστης. Το ψωμί που του έδινε η μητέρα του το μοίραζε στους φτωχούς του χωριού, ενώ χάριζε στα φτωχόπαιδα ακόμη και τα ρούχα του. Σε όλη του τη ζωή δεν κράτησε τίποτε για τη δική του απόλαυση ή την προσωπική του άνεση.
Παντρεύτηκε σε ηλικία δεκαεπτά ετών και απέκτησε έναν γιο, τον μικρό Γιαννάκη. Η πρεσβυτέρα του όμως έφυγε νωρίς από αυτή τη ζωή, αφήνοντάς τον χήρο με το βρέφος στην αγκαλιά. Εμπιστεύθηκε τότε τον γιο του στους γονείς του και παρέδωσε όλη την πατρική κληρονομιά σε έναν συμπατριώτη του που πνιγόταν στα χρέη.
Έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό, ζώντας μέσα στην Αθήνα τη ζωή των ασκητών της ερήμου. Χειροτονήθηκε διάκονος στις είκοσι οκτώ Ιουλίου του χίλια οκτακόσια εβδομήντα εννέα, στον ναό της Μεταμορφώσεως της Πλάκας. Πέντε χρόνια αργότερα έγινε πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι.
Σύντομα όμως απομακρύνθηκε από τον ναό του Αγίου Παντελεήμονος, όπου είχε τοποθετηθεί, και κατέληξε στην απλή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του λεγόμενου Κυνηγού. Η ενορία αποτελούνταν μόνο από οκτώ οικογένειες, από τις οποίες ο ίδιος δεν έπαιρνε ούτε λεπτό ως αμοιβή. Αν και αγράμματος, με την ταπείνωσή του έγινε ο πιο αγαπητός ιερέας ολόκληρης της πρωτεύουσας.
Λειτουργούσε καθημερινά σε διάφορους ναούς, και συχνότερα σε μισοερειπωμένα ξωκλήσια των γύρω συνοικιών. Ταύτιζε τη ζωή του με τη ζωή της Εκκλησίας, και του ήταν αδιανόητο να τελέσει την αναίμακτη Θυσία χωρίς όλες τις άλλες ιερές ακολουθίες. Ξεκινούσε γύρω στις οκτώ το πρωί και τελείωνε στις δύο ή τρεις το μεσημέρι, με απόλυτη ησυχία.
Κατά την Προσκομιδή μνημόνευε επί δύο ή τρεις ώρες τα ονόματα από τα αμέτρητα χαρτάκια που φύλαγε προσεκτικά. Όποια κι αν ήταν η ελάχιστη προσφορά που του έδιναν, εκείνος θυμόταν τα ίδια ονόματα για ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή. Όταν του ζητούσαν ολονύκτιες αγρυπνίες, παρακλήσεις ή ευχέλαια, τα τελούσε όλα χωρίς να λογαριάζει χρόνο ή κόπο.
Στο τέλος της Λειτουργίας διάβαζε αργά τρία ή τέσσερα Ευαγγέλια, μασώντας τις δύσκολες λέξεις με χαρακτηριστικό τρόπο. Έπειτα μνημόνευε έναν μακρύ κατάλογο αγίων, σαν να μην ήθελε να παραλείψει κανέναν από τους αόρατα παρόντες φίλους του Θεού. Οι Λειτουργίες του απλού παπα-Νικόλα γίνονταν αληθινές μυσταγωγίες, που μαλάκωναν και τις πιο σκληρές καρδιές των ακροατών.
Πλήθη πιστών συγκεντρώνονταν στις αγρυπνίες του στον ναό του Προφήτη Ελισσαίου, όπου έψαλλαν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Σαν άγγελος ένσαρκος, ο άγιος ιερέας ήταν πάντοτε έτοιμος να υπηρετήσει οπουδήποτε και να προσευχηθεί αδιάκριτα για όλους, πλούσιους και φτωχούς, χωρίς καμία διάκριση. Τα χρήματα που του έδιναν οι πιστοί δεν τα κρατούσε ποτέ μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας.
Τα μοίραζε αμέσως στους ενδεείς ή τα διέθετε για κάποιο εκκλησιαστικό έργο της ενορίας. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να ανεγείρει τον δικό του ναό και βοήθησε στην προίκα πολλών ορφανών κοριτσιών. Χρηματοδότησε επίσης τις σπουδές φτωχών φοιτητών, ενώ για τη δική του επιβίωση του αρκούσαν λίγες δεκάρες την ημέρα.
Τρεφόταν με λίγο ψωμί και χόρτα που μάζευε ο ίδιος, ή με κανένα ποτήρι γάλα που του πρόσφεραν οι βοσκοί. Το πρόσωπό του φωτιζόταν διαρκώς από ένα παιδικό χαμόγελο, και ήταν αδύνατον να αποκτήσει εχθρούς ή αντιπάλους. Συγχωρούσε εκείνους που τον έκλεβαν και έβρισκε δικαιολογίες για όσους τον προσέβαλλαν ή τον συκοφαντούσαν άδικα.
Πέρασε μέσα από όλες τις πικρίες της ζωής με τη Χάρη του Παρακλήτου, που κατοικούσε μέσα του πλούσια. Ένα μόνο μπορούσε να τον στενοχωρήσει: όταν τον διέκοπταν στην προσευχή ή τον εμπόδιζαν στη λατρεία του Κυρίου. Όταν ο μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης απαγόρευσε τις αγρυπνίες, εκείνος παρακάλεσε θερμά τον Θεό για πέντε ολόκληρες μέρες.
Τελικά πήρε την άδεια που τόσο επιθυμούσε και συνέχισε ακάθεκτος το λειτουργικό του έργο μέχρι το τέλος. Όταν περπατούσε στους δρόμους, αργά και με κόπο λόγω της ορθοστασίας, τα παιδιά τον συνόδευαν με αγάπη. Οι περαστικοί τον χαιρετούσαν με σεβασμό και οι οδηγοί ταξί μάλωναν μεταξύ τους ποιος θα τον πάρει πρώτος.
Πίστευαν ακράδαντα ότι εκείνη την ημέρα θα είχαν ευλογία και προκοπή στη δουλειά τους. Αυστηρός με τον εαυτό του, ο παπα-Νικόλας ήταν γεμάτος καλοσύνη με τους πιστούς που πήγαιναν να εξομολογηθούν κοντά του. Έβρισκαν εκεί την παρηγοριά του ουράνιου Πατέρα και την ανάπαυση των κουρασμένων ψυχών.
Έβλεπε βαθιά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και προέβλεπε με ακρίβεια τα μελλούμενα γεγονότα. Κάποια μέρα μια γυναίκα του έφερε ένα πρόσφορο για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία υπέρ αυτής. Ο άγιος όμως της το αρνήθηκε, λέγοντας πως δεν μπορούσε να το δεχτεί όσο εκείνη συζούσε χωρίς γάμο.
Μια άλλη φορά ήπιε από ένα μπουκάλι με αρσενικό, νομίζοντας πως ήταν νάμα της Λειτουργίας. Η Χάρη όμως τον προστάτεψε θαυμαστά και δεν έπαθε το παραμικρό από το θανατηφόρο δηλητήριο. Υπόδειγμα ορθόδοξου λειτουργού, ταυτισμένος ολοκληρωτικά με την αγία παράδοση, στάθηκε αληθινός ποιμένας των φτωχών και των ταπεινών ανθρώπων του λαού.
Είχε κερδίσει στη συνείδηση των Αθηναίων το κύρος και τη μορφή ενός νέου αποστόλου των εσχάτων χρόνων. Έφτασε στα ογδόντα δύο του χρόνια, δίνοντας πρωτοφανή στον αιώνα μαρτυρία οσιότητας και ταπείνωσης. Αναδείχθηκε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων ορφανών και φτωχών, ζώντας πάντοτε σαν τον τελευταίο όλων.
Μετά από μια βαριά αρρώστια κοιμήθηκε εν ειρήνη με χαμόγελο στα χείλη, στις δύο Μαρτίου του χίλια εννιακόσια τριάντα δύο. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί γύρω του για να τον τιμήσει στις τελευταίες του στιγμές πάνω στη γη. Τον έθαψαν μπροστά στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού, εκεί όπου είχε ζήσει και είχε λειτουργήσει τόσα χρόνια.
Στις είκοσι εννιά Αυγούστου του χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο τα θαυματουργά λείψανά του τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε επίσημα άγιο κατά την εκατοστή τριακοστή πέμπτη Συνοδική Περίοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η μνήμη του τιμάται με λαμπρότητα και κατάνυξη από όλο τον ορθόδοξο κόσμο μέχρι σήμερα.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 02 Mars
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Αρσένιος, ο ποιμένας του Τβερ
Με τα ίδια του τα χέρια σκάλισε τη μαρμάρινη σαρκοφάγο του μέσα στο μοναστήρι που ίδρυσε στις όχθες του Τμάκα. Στην ίδια εκείνη λάρνακα, εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά την κοίμησή του, βρέθηκε το λείψανό…
Lexo jetënΌσιος Αγάθων ο Αιγύπτιος
Όταν κάποιοι μοναχοί τον κατηγόρησαν πως είναι πόρνος και υπερήφανος, εκείνος συμφώνησε ταπεινά μαζί τους χωρίς καμία αντίδραση. Όμως, όταν τον αποκάλεσαν αιρετικό, αρνήθηκε αμέσως, λέγοντας πως η αίρεση τον χωρίζει από τον Θεό.…
Lexo jetënΌσιος Ιωακείμ ο Ιθακήσιος
Στην κορυφή της προσευχής του τον έβλεπαν να αιωρείται πάνω από το έδαφος, λουσμένο από ένα φως που δεν ήταν αυτού του κόσμου. Με το καΐκι ενός παπά από την Κεφαλονιά γλίτωσε αμέτρητα γυναικόπαιδα…
Lexo jetënΗ Εικόνα της Παναγίας της Ενθρόνου
Την ίδια μέρα που ο τσάρος Νικόλαος ο Δεύτερος υπέγραφε την αναγκαστική παραίτησή του από τον θρόνο της Ρωσίας, μια αγράμματη γυναίκα ξέθαβε μέσα από τη σκόνη ενός υπογείου την Παναγία να φοράει στέμμα…
Lexo jetënΗ Παρθενομάρτυς Ευθαλία της Σικελίας
Μια μάνα που υπέφερε χρόνια από αιμορραγία βρήκε τη θεραπεία της σε ένα όνειρο, όπου τρεις άγιοι μάρτυρες της μίλησαν για τον Χριστό. Η κόρη της, η νεαρή Ευθαλία, λίγο αργότερα έπεσε νεκρή από…
Lexo jetënΟ Ιερομάρτυρας Θεόδοτος της Κυρήνειας
Όταν οι στρατιώτες του ηγεμόνα Σαβίνου έβγαιναν να τον συλλάβουν, ο επίσκοπος Θεόδοτος δεν περίμενε, αλλά πήγε μόνος του στο δικαστήριο για να ομολογήσει τον Χριστό. Στα πόδια του κάρφωσαν αργότερα σιδερένια καρφιά, και…
Lexo jetën