Άγιος Γαβριήλ ο Οσιομάρτυρας ο εν Κωνσταντινουπόλει
Μέσα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, λίγο πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή του χίλια εξακόσια εβδομήντα έξι, ένας νεαρός μοναχός περπατούσε ζητώντας από τον Χριστό να τον αξιώσει του μαρτυρίου. Λίγες ώρες αργότερα, ο Γαβριήλ στεκόταν μπροστά στον κριτή, ομολογώντας με παρρησία την πίστη του και ελέγχοντας τη θρησκεία των κατακτητών. Καταγόταν από την Αλλώνη της Προικονήσου και από πολύ μικρή ηλικία αφιερώθηκε στη μοναχική ζωή με σωφροσύνη και αρετή.
Η αγάπη του για τον Χριστό τον οδήγησε στη Βασιλεύουσα, όπου ανέλαβε τη διακονία του κήρυκα στη Μεγάλη Εκκλησία του Πατριαρχείου. Μέσα στον πατριαρχικό ναό περνούσε τις νύχτες του άγρυπνος, παρακαλώντας τον Κύριο να του φανερώσει τον δρόμο που τόσο επιθυμούσε. Η ψυχή του φλεγόταν από τον πόθο να ακολουθήσει τον Νυμφίο Χριστό μέχρι το τέλος, καθώς προετοιμαζόταν για την Αγία Σαρακοστή.
Μια ημέρα, αφού κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια, βγήκε στους δρόμους της πόλης σαν τη νύμφη του Άσματος που αναζητούσε τον αγαπημένο της. Περιπλανιόταν με την καρδιά γεμάτη προσευχή, πιστεύοντας ότι ο Θεός θα του φανέρωνε το θέλημά του στον κατάλληλο καιρό. Στον δρόμο τον συνάντησε ένας Αγαρηνός που με την συνηθισμένη του αλαζονεία τον έσπρωξε βίαια, θεωρώντας πως δεν παραμέρισε για να περάσει.
Ο μοναχός αντέδρασε, αντισπρώχνοντας τον επιτιθέμενο, και δεν δίστασε να ελέγξει ανοιχτά τη θρησκεία των Οθωμανών μπροστά σε όλους. Οι παρευρισκόμενοι Αγαρηνοί άκουσαν τις φωνές του ομοθρήσκου τους και έτρεξαν εξαγριωμένοι εναντίον του ευλογημένου κήρυκα. Τον άρπαξαν με βιαιότητα, τον χτυπούσαν ανελέητα και τον έσπρωχναν στους δρόμους μέχρι που τον οδήγησαν ενώπιον του κριτή.
Εκεί ένας από αυτούς ζήτησε με κραυγές την καταδίκη του, καταγγέλλοντας πως ύβρισε δημόσια την πίστη του Μωάμεθ. Οι υπόλοιποι κατέθεταν δείχνοντας προσποιητή αγανάκτηση και απαιτούσαν αυστηρή τιμωρία για την τόλμη του χριστιανού μοναχού. Ο κριτής διέταξε αμέσως τη φυλάκισή του και συνέταξε γραπτή απόφαση που τον παρέπεμπε στις ανώτερες αρχές της πρωτεύουσας.
Την επόμενη ημέρα τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον μετέφεραν δεμένο στον καϊμακάμη, καθώς ο σουλτάνος βρισκόταν τότε στην Αδριανούπολη μαζί με τον βεζίρη. Παρουσίασαν το έγγραφο της κατηγορίας, περιμένοντας μια εύκολη καταδίκη του ομολογητή Γαβριήλ απέναντι στην εξουσία. Ο καϊμακάμης τον ρώτησε αν αληθεύουν όσα του καταμαρτυρούσαν και ο Άγιος απάντησε χωρίς δισταγμό πως όλα ήταν αληθινά.
Τότε ο αξιωματούχος προσπάθησε με γλυκόλογα να τον δελεάσει, υποσχόμενος δόξα και τιμές αν ασπαζόταν τη μουσουλμανική θρησκεία. Ο μάρτυρας απάντησε με θαυμαστή παρρησία πως ποτέ δεν θα έφτανε σε τέτοια τρέλα ώστε να αρνηθεί τον Χριστό του. Ομολόγησε ότι ο Ιησούς είναι αληθινός Θεός εκ Θεού αληθινού, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, σωτήρας ολόκληρου του κόσμου.
Σχετικά με τον Μωάμεθ διακήρυξε ανοιχτά πως δεν είναι προφήτης αλλά άνθρωπος ιδιώτης, αγράμματος και πολέμιος της αλήθειας του Χριστού. Ο καϊμακάμης τον ρώτησε αν είναι μεθυσμένος ή αν βρίσκεται έξω από τα λογικά του, βλέποντας τέτοιο ασυνήθιστο θάρρος. Ο Γαβριήλ απάντησε ήρεμα πως ούτε μεθυσμένος είναι ούτε παράφρων, αλλά με τη χάρη του Χριστού διατηρεί υγιείς τις φρένες και την ψυχή του.
Η ηρεμία του εξόργισε τον αξιωματούχο, που έβλεπε με απορία την αμετάθετη απόφαση και την ακλόνητη πίστη του ταπεινού μοναχού της Πόλης. Γεμάτος θυμό και μανία, ο καϊμακάμης διέταξε τον έπαρχο να παραλάβει τον Άγιο και να τον θανατώσει διά ξίφους χωρίς άλλη καθυστέρηση. Ο έπαρχος τον παρέδωσε στον δήμιο, ο οποίος τον έδεσε και τον οδήγησε σε τόπο που λεγόταν Παχτζέ Καπισί, κοντά στο κουμέρκιο της πόλης.
Εκεί ο μάρτυρας γονάτισε με χαρά και προσευχήθηκε γαλήνια, ευχαριστώντας τον Χριστό που τον αξίωσε να φτάσει στο ποθούμενο τέλος. Έκλινε τη μακαρία κεφαλή του και δέχτηκε τον αποκεφαλισμό στις δύο Φεβρουαρίου, ενώ η φωτεινή ψυχή του ανέβηκε στον ουράνιο Νυμφίο. Ο Κύριος του χάρισε τον τρίπλοκο στέφανο της παρθενίας, της άσκησης και του μαρτυρίου, για να αγάλλεται με τους αγίους.
Οι Αγαρηνοί κράτησαν το ιερό λείψανο τρεις ολόκληρες ημέρες και έπειτα το έριξαν στη θάλασσα, εμποδίζοντας τους ευσεβείς χριστιανούς να το εξαγοράσουν. Το μαρτύριό του κατέγραψε ο λόγιος Ιωάννης Καρυοφύλλης, ενώ αργότερα ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το περιέλαβε στο Νέον Μαρτυρολόγιο. Με τις πρεσβείες του οσιομάρτυρος Γαβριήλ, ας αξιωθούμε όλοι της βασιλείας των ουρανών και της σωτηρίας των ψυχών μας.
%$ Άγιος Γαβριήλ ο Οσιομάρτυρας ο εν Κωνσταντινουπόλει $% Μέσα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, λίγο πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή του χίλια εξακόσια εβδομήντα έξι, ένας νεαρός μοναχός περπατούσε και ζητούσε από τον Χριστό να τον αξιώσει του μαρτυρίου. Λίγες ώρες αργότερα, ο Γαβριήλ στάθηκε μπροστά στον κριτή και ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον αληθινό Θεό.
Μέσα στον πατριαρχικό ναό περνούσε άγρυπνες τις νύχτες του και παρακαλούσε τον Κύριο να του φανερώσει τον δρόμο που τόσο επιθυμούσε. Περιπλανιόταν με καρδιά γεμάτη προσευχή και πίστευε ότι ο Θεός θα του φανέρωνε το θέλημά του στον κατάλληλο καιρό. Στον δρόμο τον συνάντησε ένας Αγαρηνός που με την συνηθισμένη του αλαζονεία τον έσπρωξε βίαια, επειδή τάχα δεν παραμέρισε για να περάσει.
Ο μοναχός αντέδρασε, τον αντέσπρωξε με τη σειρά του και δεν δίστασε να ελέγξει ανοιχτά τη θρησκεία των Οθωμανών μπροστά σε όλους. Οι παρευρισκόμενοι Αγαρηνοί άκουσαν τις φωνές του ομοθρήσκου τους και έτρεξαν εξαγριωμένοι εναντίον του ευλογημένου κήρυκα της Εκκλησίας. Τον άρπαξαν με βιαιότητα, τον χτυπούσαν ανελέητα και τον έσπρωχναν στους δρόμους ώσπου τον οδήγησαν ενώπιον του κριτή.
Εκεί ένας από αυτούς ζήτησε με κραυγές την καταδίκη του και κατήγγειλε πως ύβρισε δημόσια την πίστη του Μωάμεθ. Οι υπόλοιποι κατέθεταν με προσποιητή αγανάκτηση και απαιτούσαν αυστηρή τιμωρία για την τόλμη του χριστιανού μοναχού. Παρουσίασαν το έγγραφο της κατηγορίας και περίμεναν μια εύκολη καταδίκη του ομολογητή Γαβριήλ απέναντι στην εξουσία.
Τότε ο αξιωματούχος προσπάθησε με γλυκόλογα να τον δελεάσει και του υποσχέθηκε δόξα και τιμές αν ασπαζόταν τη μουσουλμανική θρησκεία. Ο καϊμακάμης τον ρώτησε αν είναι μεθυσμένος ή αν βρίσκεται έξω από τα λογικά του, μπροστά σε τέτοιο ασυνήθιστο θάρρος. Η ηρεμία του εξόργισε τον αξιωματούχο, ο οποίος έβλεπε με απορία την αμετάθετη απόφαση και την ακλόνητη πίστη του ταπεινού μοναχού της Πόλης.
Εκεί ο μάρτυρας γονάτισε με χαρά και προσευχήθηκε γαλήνια, ενώ ευχαρίστησε τον Χριστό που τον αξίωσε να φτάσει στο ποθούμενο τέλος. Έκλινε τη μακαρία κεφαλή του και δέχτηκε τον αποκεφαλισμό στις δύο Φεβρουαρίου, ενώ η φωτεινή ψυχή του ανέβηκε στον ουράνιο Νυμφίο της. Ο Κύριος του χάρισε τον τρίπλοκο στέφανο της παρθενίας, της άσκησης και του μαρτυρίου, για να αγάλλεται μαζί με όλους τους αγίους.
Οι Αγαρηνοί κράτησαν το ιερό λείψανο τρεις ολόκληρες ημέρες και έπειτα το έριξαν στη θάλασσα, και έτσι εμπόδισαν τους ευσεβείς χριστιανούς να το εξαγοράσουν. Let me save it to the proper filename: `02_02_Άγιος_Γαβριήλ_Οσιομάρτυρας_Κωνσταντινουπόλεως. **Final deliverable file: `02_02_Άγιος_Γαβριήλ_Οσιομάρτυρας_Κωνσταντινουπόλεως.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 02 Shkurt
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Ιορδάνης ο Νεομάρτυρας από την Τραπεζούντα
Ένα αθώο αστείο σε μια παρέα παικτών έγινε αφορμή να χυθεί το αίμα ενός χαλκουργού στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιορδάνης, σαράντα χρονών άνδρας από την Τραπεζούντα, προτίμησε τον αποκεφαλισμό από την άρνηση του Χριστού. Είχε…
Lexo jetënΗ Σύναξη της Παναγίας της Σεϊδανάγιας στην Ιερουσαλήμ
Μέσα στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ, μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας έφυγε δυο φορές μόνη της από τη Δαμασκό και βρέθηκε ξανά στον ίδιο τόπο. Από αυτό το γεγονός πήρε και το όνομά της…
Lexo jetënΗ Υπαπαντή του Κυρίου στον Ναό
Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Χριστού, η Παναγία ανέβηκε στον Ναό της Ιερουσαλήμ κρατώντας τον Νομοθέτη του Ισραήλ ως βρέφος στην αγκαλιά της. Εκεί ένας γέροντας, ο δίκαιος Συμεών, περίμενε χρόνια ολόκληρα να…
Lexo jetën