
Στα δεκαπέντε του χρόνια, ένας μόνο φιλότιμος λογισμός τον αξίωσε να δει τον ίδιο τον Κύριο, καθώς απέκρουσε δαιμονικό λογισμό απιστίας. Λίγα χρόνια αργότερα, ως νεαρός ασυρματιστής στα πεδία του εμφυλίου, έπαιρνε τη θέση παντρεμένων στρατιωτών για να σταλεί ο ίδιος στην πρώτη γραμμή. Ο Όσιος Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, από τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Εζνεπίδη, λίγες μέρες πριν η οικογένειά του πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς.
Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης τον ονόμασε Αρσένιο, λέγοντας ότι ήθελε να αφήσει στη θέση του έναν καλόγερο. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο μικρός Αρσένιος μεγάλωσε με τις διηγήσεις για τον άγιο νονό του. Από πέντε ετών δήλωνε πως θα γίνει μοναχός και αγαπημένη του ασχολία ήταν η ανάγνωση των Βίων των Αγίων.
Προσπαθούσε να μιμηθεί τους ασκητικούς τους αγώνες με ζήλο και θαυμαστή ακρίβεια. Όταν τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές, δεν συνέχισε στα γράμματα, αλλά έμαθε την τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Από εκείνη τη φλόγινη εμπειρία της θέας του Κυρίου, η αγάπη του Θεού άναψε ακόμη πιο δυνατά μέσα στην ψυχή του.
Ο πόθος για τη μοναχική ζωή τον συνόδευε καθημερινά, όμως οι εποχές ήταν δύσκολες για την Ελλάδα. Η ξένη Κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος βρήκαν τον νεαρό Αρσένιο στρατιώτη, με ειδικότητα ασυρματιστή του στρατού. Επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία, πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και την ίδια του τη ζωή για τους συστρατιώτες του.
Πολλές φορές βρέθηκε μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, σώζοντας με τις θερμές προσευχές του πολλούς, ενώ θαυματουργικά διασωζόταν και ο ίδιος. Αργότερα παρομοίαζε τους μοναχούς με ασυρματιστές του Θεού, που κρατούν τη γραμμή της προσευχής ανοιχτή για όλη την ανθρωπότητα. Έλεγε ότι όσο πιο συχνά επικοινωνεί κανείς με τον Θεό, τόσο πιο ασφαλής νιώθει πνευματικά.
Μετά τη θητεία του θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, αναζητώντας οδηγό στη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, αλλά οικογενειακές οικονομικές δυσκολίες τον κάλεσαν πίσω στην Κόνιτσα. Εκεί εργάστηκε ως μαραγκός, περιμένοντας υπομονετικά την κατάλληλη ώρα να φύγει οριστικά από τον κόσμο.
Το χίλια εννιακόσια πενήντα τρία, σε ηλικία είκοσι εννέα ετών, εγκατέλειψε οριστικά τα εγκόσμια και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία. Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου. Εκεί υποτάχθηκε με ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του.
Στις είκοσι επτά Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα τέσσερα εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Αβέρκιος. Επειδή φλεγόταν από τον πόθο για ησύχιο και απράγμονα βίο, με την ευλογία του Ηγουμένου μετέβη στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που τότε λειτουργούσε ιδιόρρυθμα. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση του διακριτικού και σοφού γέροντα Συμεών.
Στις δώδεκα Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα Παΐσιος, χάρη στον Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον Δεύτερο, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Τον Αύγουστο του χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ, υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, κοντά στην Κόνιτσα. Στη Μονή του Στομίου έζησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια, με βίο ισάγγελο και αδιάκοπη πάλη με τους πειρασμούς.
Ευεργετούσε τους ανθρώπους της περιοχής, έσωζε πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί και ανακαίνισε με πολύ μόχθο το Μοναστήρι. Όταν το χίλια εννιακόσια εξήντα δύο ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, παρακαλούσε θερμά τον Θεό να του δείξει τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος Σινά.
Πάνω σε εκείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, βρήκε επιτέλους τη μόνωση που χρόνια ποθούσε. Αγωνιζόταν με ταπείνωση, νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, υπερνικώντας τις παγίδες του εχθρού και απολαμβάνοντας την ένωση με τον Θεό. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, που τους έδινε τροφή με χρήματα από την πώληση ξύλινων σταυρών στους προσκυνητές.
Τα αραβόπουλα της περιοχής τον επισκέπτονταν συχνά και εκείνος συντόμευε τον κανόνα του για να φτιάχνει εργόχειρα και να τους χαρίζει μπισκότα. Μέσα από αυτή την έμπρακτη αγάπη δοκίμασε ακόμη μεγαλύτερη χάρη. Το τραχύ κλίμα όμως κλόνισε το σώμα του και τον ανάγκασε να επιστρέψει στην πατρώα γη.
Επανήλθε στο Άγιον Όρος το χίλια εννιακόσια εξήντα τέσσερα και δεν ελάττωσε διόλου το πλήθος των ασκητικών αγώνων του. Παρά την καταβολή της σάρκας, διατηρούσε άσβεστη την πρότερη πνευματική του ζέση και την αδιάκοπη φλόγα της αγάπης του Θεού. Ζώντας ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού και κοινωνός θείων μυστηρίων.
Αξιώθηκε της Θεομητορικής ευλογίας, συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του και είδε τον Άγγελο Φύλακά του. Άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως που τον πλημμύριζε. Το χίλια εννιακόσια εξήντα έξι ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου της Θεσσαλονίκης, υφιστάμενος εγχείριση που αφαίρεσε τμήμα των πνευμόνων του.
Νεαρές κοπέλες που επιθυμούσαν τη μοναχική ζωή έδωσαν αίμα για την εγχείρισή του. Μετά την ανάρρωσή του τις βοήθησε να ιδρύσουν το Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή. Το χίλια εννιακόσια εξήντα επτά μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου, όπου αξιώθηκε να δει το Άκτιστο Φως και τον ίδιο τον Χριστό.
Στις δώδεκα Αυγούστου του χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ, ο Όσιος Παΐσιος εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και έζησε μόνος στο κελί του Τιμίου Σταυρού. Εκεί εκάρη μεγαλόσχημος από τον Ρώσο γέροντα Τύχωνα, ο οποίος είχε το χάρισμα των δακρύων και της διορατικότητας. Μετά την κοίμηση του γέροντα, ο Παΐσιος επισκεπτόταν τον τάφο του και ρωτούσε ερωτήματα, ενώ ο γέροντας Τύχων απαντούσε από τον τάφο.
Λίγο αργότερα ο Όσιος ασθένησε ξανά και αναγκάστηκε να αφήσει προσωρινά το Άγιον Όρος, παίρνοντας μαζί του ως παρηγοριά τα ιερά λείψανα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη. Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα εννέα άφησε τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί κατέληξε στην εγκαταλελειμμένη Παναγούδα, της Μονής Κουτλουμουσίου, κοντά στις Καρυές. Εκεί εργάστηκε σκληρά και διαμόρφωσε ένα κελί με ομόλογο, στο οποίο έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πλήθος κόσμου τον επισκεπτόταν καθημερινά, σε τέτοιο σημείο ώστε ειδικές σημάνσεις έδειχναν τον δρόμο προς το κελί του. Δεχόταν επίσης πάρα πολλές επιστολές και στενοχωριόταν βαθιά, καθώς μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές και σωματικές. Παρά την υπερκόπωση, ξεκουραζόταν μόλις δύο με τρεις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Στην καθημερινή κούραση προστέθηκαν και βαριά προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν χωρίς ανάπαυλα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από κολίτιδα που τον άφησε μόνιμα δυσπεπτικό, από βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί. Οι πόνοι γίνονταν όλο και περισσότεροι, εκείνος όμως παρέμενε ήρεμος και δεν διαμαρτυρόταν καθόλου για την κατάστασή του.
Αντιθέτως, συνέχιζε να προσεύχεται για όλους όσοι κατέφευγαν στις πρεσβείες του. Μετά το χίλια εννιακόσια ενενήντα τρία παρουσίαζε αιμορραγίες και αρνούνταν να νοσηλευτεί, λέγοντας ότι όλα θα βολευτούν με το χώμα. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου.
Εκεί ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου διαγνώστηκε όγκος στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς τον Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις τέσσερις Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα χειρουργήθηκε, η ασθένεια όμως δεν σταμάτησε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ.
Ο υψηλός πυρετός και η δύσπνοια τον εμπόδισαν να επιστρέψει στο Άγιον Όρος, όπως διακαώς επιθυμούσε. Στα τέλη Ιουνίου οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα έντεκα Ιουλίου, ημέρα της Αγίας Ευφημίας, κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του.
Τις τελευταίες μέρες αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη δώδεκα Ιουλίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα, στις έντεκα το πρωί, και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Ο τάφος του βρίσκεται δίπλα στον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον νονό του, του οποίου τον Βίο είχε ο ίδιος ο Παΐσιος συγγράψει με πολλή αγάπη.
Στις δεκατρείς Ιανουαρίου του δύο χιλιάδες δεκαπέντε συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και αποφάσισε ομόφωνα την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις δώδεκα Ιουλίου, με την Εκκλησία να ψάλλει τον Παΐσιο ως πολύκαρπο δένδρο του Άθωνος. Είη η ευλογία και οι θερμές πρεσβείες του πάντοτε μαζί μας, στους χαλεπούς καιρούς τους οποίους διανύουμε σήμερα ως πιστοί.
Το αρχείο αποθηκεύεται ως: `07_12_Όσιος_Παΐσιος_ο_Αγιορείτης_Ελληνικά_Καθαρά. Skedari ruhet si: `07_12_Oshënar_Paisi_o_Agioreitis_Ελληνικά_Καθαρα.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 12 Korrik
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Ιωάννης ο Ίβηρ, ιδρυτής της Μονής Ιβήρων
Ένας Γεωργιανός ευγενής άφησε τιμές και πλούτη για να γίνει μοναχός στον Άθω και ίδρυσε εκεί τη φημισμένη Μονή των Ιβήρων. Ο γιος του κρατήθηκε όμηρος στο Βυζάντιο ως εγγύηση πολιτικής συμφωνίας, μέχρι που…
Lexo jetën
Όσιος Μιχαήλ ο Μαλεΐνος, ο πνευματικός πατέρας του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη
Ένας νέος ευγενής της αυτοκρατορικής αυλής εγκατέλειψε τα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης και έτρεξε στα βουνά της Βιθυνίας για να ζήσει ως ασκητής. Ο ίδιος ανέθρεψε πνευματικά τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, τον μετέπειτα ιδρυτή…
Lexo jetën
Η Αγία Γολινδούχα η Περσίδα
Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια έμεινε αλυσοδεμένη σε σκοτεινό μπουντρούμι της Περσίας, σύζυγος του αρχιμάγου του βασιλείου που την κατήγγειλε στον ίδιο τον βασιλιά Χοσρόη. Πριν φτάσει εκεί, ένας άγγελος της φανέρωσε σε όνειρο τον τόπο…
Lexo jetën
Η Εικόνα της Παναγίας της Προδρομίτισσας
Ένας γέροντας αγιογράφος στο Ιάσιο μπήκε ένα πρωί στο εργαστήρι του και είδε με δέος τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού να έχουν ζωγραφιστεί από αόρατο χέρι. Λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια εικόνα…
Lexo jetën
Η Παναγία η Τριχερούσα στο Άγιο Όρος
Μπροστά σε αυτή την εικόνα της Παναγίας κατέφυγε κάποτε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κρατώντας στα χέρια του το κομμένο δεξί του χέρι. Οι εικονομάχοι του είχαν αποκόψει το χέρι με το οποίο συνέγραφε…
Lexo jetën
Η αιμορροούσα Βερονίκη και η ευγνωμοσύνη της προς τον Χριστό
Δώδεκα ολόκληρα χρόνια μια γυναίκα από την Πανεάδα ξόδευε όλη της την περιουσία σε γιατρούς, χωρίς ποτέ να βρει την παραμικρή ανακούφιση από την αρρώστια της. Όταν τελικά άγγιξε με πίστη μόνο την άκρη…
Lexo jetën
Θεόδωρος και Ιωάννης, οι πρώτοι μάρτυρες της Ρωσικής γης
Στο Κίεβο του δέκατου αιώνα, ένας γέρος πολεμιστής Βάραγγος στάθηκε με όπλο στο χέρι μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού του, για να μη παραδώσει τον γιο του στους ειδωλολάτρες ιερείς. Ο Θεόδωρος και ο…
Lexo jetën
Ο Όσιος Γαβριήλ ο Ίβηρας και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας
Πάνω στα κύματα της θάλασσας, ένας ταπεινός Γεωργιανός μοναχός περπάτησε με πίστη και υποδέχθηκε στην αγκαλιά του την ιερή εικόνα της Παναγίας Πορταΐτισσας. Για μέρες ολόκληρες ένας φωτεινός στύλος έλαμπε πάνω από τα νερά…
Lexo jetën
Πρόκλος και Ιλάριος, οι μάρτυρες της Αγκύρας
Ένας ηγεμόνας κάθισε καρφωμένος στο άρμα του, ώσπου αναγκάστηκε να γράψει με το ίδιο του το χέρι πως ο Θεός του Πρόκλου είναι ο μόνος αληθινός. Λίγες μέρες αργότερα, ο νεαρός Ιλάριος αγκάλιασε τον…
Lexo jetën