EmailFacebookΕπικοινωνία

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων

Όταν οι Ισμαηλίτες λεηλάτησαν την Παφλαγονία, ο πάμπλουτος Φιλάρετος έμεινε με δύο βόδια, έναν όνο, μια αγελάδα και λίγες κυψέλες. Λίγο αργότερα, χωρίς δισταγμό, χάρισε όλα τα ζωντανά του σε φτωχούς γείτονες και κράτησε μόνο την πίστη του στον Θεό. Ζούσε στο χωριό Αμνία της Παφλαγονίας τον όγδοο αιώνα μετά Χριστόν, την εποχή της αυτοκράτειρας Ειρήνης και του γιου της Κωνσταντίνου.

Γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Άννα, που τον ανέθρεψαν με ευσέβεια και βαθύ φόβο Θεού. Παντρεύτηκε τη Θεοσεβώ, μια γυναίκα από πλούσια και σημαντική οικογένεια της περιοχής. Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Ιωάννη, την Υπατία και την Ευανθία.

Ο Θεός τού χάρισε αμπέλια, κοπάδια, χωράφια και πλήθος υπηρετών που φρόντιζαν τα κτήματά του. Όμως ο Φιλάρετος δεν θησαύριζε ποτέ τα πλούτη του για τον εαυτό του. Θυμόταν διαρκώς τα λόγια του Κυρίου για την έσχατη κρίση και την ευθύνη απέναντι στους ελάχιστους αδελφούς.

Το όνομά του σήμαινε φίλος της αρετής και τον ταίριαζε απόλυτα. Άνοιγε το σπίτι του σε κάθε ξένο και έδινε ελεημοσύνη χωρίς μέτρο σε όσους τον πλησίαζαν. Όταν ο γεωργός που του ζήτησε βοήθεια έχασε το βόδι του, ο Άγιος του χάρισε αμέσως το δικό του ζευγάρι ζώων.

Λίγες ημέρες αργότερα συνάντησε στρατιώτη που είχε χάσει το άλογό του και του παρέδωσε το τελευταίο του υποζύγιο. Η γυναίκα του και τα παιδιά τον κατηγορούσαν πικρά για όσα μοίραζε στους ξένους και απορούσαν με την απερισκεψία του. Όμως εκείνος τους μιλούσε με γλυκύτητα και τους υπενθύμιζε τα λόγια του Κυρίου για τα πετεινά του ουρανού.

Τους έλεγε πως είχε κρυμμένο έναν θησαυρό μεγάλο, αρκετό να τους θρέφει για εκατό χρόνια. Δεν εννοούσε χρυσάφι κρυμμένο σε σκευοθήκη, αλλά την ίδια την ευσπλαχνία του Θεού. Όταν ήρθε η πείνα στον τόπο, δανείστηκε σιτάρι από φίλο και γύρισε σπίτι με γεμάτο σαμάρι.

Φτωχός όμως χτύπησε την πόρτα και ο Άγιος του παρέδωσε όλο τον καρπό μαζί με τον όνο. Σύντομα έχασε ακόμη και την αγελάδα με το μοσχάρι, χαρίζοντάς τα σε άνθρωπο που του ζητούσε βοήθεια. Έμεινε μόνος, με μόνη του παρηγοριά τις κυψέλες των μελισσιών.

Κι από αυτές μοίραζε μέλι στους πεινασμένους, ώσπου άδειασαν εντελώς. Σε εκείνον τον καιρό της εσχάτης φτώχειας, η αυτοκράτειρα Ειρήνη αναζητούσε νύφη για τον γιο της Κωνσταντίνο. Απεσταλμένοι περιόδευαν σε όλη την επικράτεια ψάχνοντας κόρη άξια του αυτοκρατορικού θρόνου.

Όταν έφτασαν στην Αμνία, εντυπωσιάστηκαν από τη μεγαλόπρεπη όψη του σπιτιού του Φιλαρέτου. Ο Άγιος τους υποδέχτηκε με τη χαρά του Αβραάμ, παρότι δεν είχε ούτε ψωμί στο τραπέζι. Οι γείτονες έσπευσαν και έφεραν κρασί, κρέατα και κάθε καλό για να τιμηθούν οι ξένοι.

Έτσι ετοιμάστηκε πλούσιο δείπνο και οι απεσταλμένοι θαύμασαν την αρχοντιά της φιλοξενίας. Ζήτησαν να δουν τις κόρες και τις εγγονές του και έμειναν έκπληκτοι από την ομορφιά τους. Διάλεξαν τη Μαρία, την εγγονή του Αγίου, για σύζυγο του νεαρού αυτοκράτορα.

Η δεύτερη αδελφή της δόθηκε σε πατρίκιο της αυλής και η τρίτη παντρεύτηκε άρχοντα των Λογγοβάρδων. Ο γάμος τελέστηκε από τον πατριάρχη Ταράσιο τον Νοέμβριο του έτους εφτακόσια ογδόντα οκτώ μετά Χριστόν. Ο Φιλάρετος προσκλήθηκε στην αυλή και τιμήθηκε με το αξίωμα του υπάτου.

Έλαβε χρυσό, ασήμι, λαμπρά ενδύματα και μεγάλους οίκους. Όμως η καρδιά του παρέμεινε ταπεινή και αμετακίνητη. Ο Άγιος δεν παρασύρθηκε από τη νέα δόξα και τον πλούτο του παλατιού.

Παρήγγειλε πλούσιο δείπνο και κάλεσε όχι άρχοντες αλλά τυφλούς, χωλούς και πτωχούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τους σέρβιρε ο ίδιος μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια του, σαν τελευταίος υπηρέτης. Όλοι θαύμαζαν την ταπείνωσή του και έλεγαν πως πρόκειται για αληθινό μαθητή του Χριστού.

Πρόσταξε υπηρέτη του να ετοιμάσει τρία σακούλια ίδια στο μέγεθος και στην όψη. Το πρώτο γέμισε με χρυσά νομίσματα, το δεύτερο με ασημένια και το τρίτο με χάλκινα. Όταν ζητιάνος πλησίαζε, ο Άγιος βύθιζε το χέρι του χωρίς να βλέπει και έπαιρνε ό,τι όριζε η πρόνοια του Θεού.

Δεν έκρινε ο ίδιος ποιος ήταν άξιος και ποιος ανάξιος της ελεημοσύνης. Άφηνε τον Κύριο να γνωρίζει την πραγματική ανάγκη του καθενός που στεκόταν μπροστά του. Αρνήθηκε να φορέσει πορφυρά ενδύματα και χρυσές ζώνες, όταν τον υποχρέωναν στην αυλή.

Έλεγε πως του αρκούσε να ονομάζεται απλώς παππούς της βασιλίσσης. Σε όλη τη ζωή του φύλαξε την ίδια απλότητα, την ίδια αγάπη για τον φτωχό, την ίδια εμπιστοσύνη στον Θεό. Όταν έφτασε στο ενενηκοστό έτος της ζωής του, ένιωσε πως πλησίαζε το τέλος του.

Πήγε κρυφά στο γυναικείο μοναστήρι της Ροδολφίας στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από την ηγουμένη να τον δεχτεί για την ταφή του. Έδωσε χρυσάφι για τις ανάγκες της μονής και προφήτεψε πως σε δέκα μέρες θα έφευγε από αυτόν τον κόσμο. Επέστρεψε σπίτι του και αρρώστησε, όπως είχε προαναγγείλει με βεβαιότητα.

Τη δέκατη ημέρα συγκέντρωσε γύρω από την κλίνη του τη γυναίκα του, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Τους είπε με γαλήνη πως ο Άγιος Βασιλιάς τον καλούσε κοντά Του εκείνη την ώρα. Τους παρήγγειλε να μην ξεχνούν ποτέ τη φιλοξενία, να επισκέπτονται τους ασθενείς και τους φυλακισμένους και να φροντίζουν χήρες και ορφανά.

Τους ζήτησε να μη μιλούν άσχημα για κανέναν και να μη χαίρονται για τις δυστυχίες των εχθρών τους. Προφήτεψε για το μέλλον κάθε εγγονού του και τα λόγια του βγήκαν αληθινά στον χρόνο. Με το πρόσωπό του να λάμπει από φως, παρέδωσε το πνεύμα του την ώρα που έλεγε γενηθήτω το θέλημά Σου.

Στην εκφορά του ένας δαιμονιζόμενος ελευθερώθηκε αγγίζοντας το άγιο σκήνωμα. Πλήθος θαυμάτων ακολούθησε στον τάφο του ελεήμονος πατρός.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 01 Dhjetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Προφήτης Ναούμ και η πτώση της Νινευή

Με λόγο φλογερό και εικόνες συγκλονιστικές, ο προφήτης Ναούμ προανήγγειλε την ολοκληρωτική καταστροφή της Νινευή, της πανίσχυρης πρωτεύουσας των Ασσυρίων. Η προφητεία του εκπληρώθηκε κατά γράμμα όταν οι Μήδοι κατέλαβαν την πόλη, γκρεμίζοντας ολόκληρη…

Lexo jetën
1