Η Αγία Θεοδότη της Νίκαιας
Μέσα στο πυρωμένο καμίνι της Καππαδοκίας, η πλούσια Θεοδότη φάνηκε ολόρθη ανάμεσα σε δύο νέους με κατάλευκα ενδύματα να υμνεί τον Θεό. Λίγο νωρίτερα οι φλόγες είχαν κάψει εβδομήντα στρατιώτες και τους ειδωλολάτρες ιερείς που τόλμησαν να την πλησιάσουν. Η μάρτυς αυτή καταγόταν από τις περιοχές του Εύξεινου Πόντου και ήταν γνωστή για τον μεγάλο της πλούτο.
Ακόμη πιο μεγάλος όμως ήταν ο πλούτος της ευσέβειας και της φιλανθρωπίας που σκόρπιζε γύρω της. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου του Σεβήρου, όταν διοικητής της Καππαδοκίας είχε σταλεί ο Σιμπλίκιος. Κάποιοι την κατήγγειλαν στον ηγεμόνα ότι με τα λόγια και με τα χρήματά της οδηγούσε πολλούς ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού.
Ο Σιμπλίκιος τη συνέλαβε και προσπάθησε πολλή ώρα να την πείσει να αρνηθεί την πίστη της. Η Θεοδότη όμως έμεινε σταθερή και δεν λύγισε από τις απειλές ούτε από τις υποσχέσεις του ηγεμόνα. Τότε εκείνος έδωσε εντολή να την κρεμάσουν ψηλά και να ξεσχίσουν τις σάρκες της με σιδερένια εργαλεία.
Η μάρτυς δοξολογούσε τον Θεό και έδειχνε σαν να μην αισθανόταν καθόλου τους πόνους που υπέφερε. Μετά τα πρώτα βασανιστήρια οι δήμιοι την έδεσαν με βαριές αλυσίδες και την έριξαν στη φυλακή για να αφανιστεί. Πέρασαν οκτώ ημέρες και η πόρτα του δεσμωτηρίου άνοιξε μόνη της με θαυμαστό τρόπο μπροστά στους φρουρούς.
Όταν εκείνοι έτρεξαν να αναγγείλουν το γεγονός στον Σιμπλίκιο, ο ηγεμόνας αρνήθηκε να πιστέψει τα λόγια τους. Διέταξε λοιπόν να φέρουν αμέσως μπροστά του την Αγία για να διαπιστώσει ο ίδιος την κατάστασή της. Είδε τότε με κατάπληξη ότι το σώμα της ήταν τελείως ακέραιο, με ελάχιστα μόνο σημάδια από τα προηγούμενα βασανιστήρια.
Τη ρώτησε με απορία ποια είναι, και η μάρτυς του απάντησε με γενναιότητα και παρρησία. Του είπε ότι ο νους του έχει σκοτιστεί, ενώ αν ήταν νηφάλιος θα αναγνώριζε αμέσως τη Θεοδότη μπροστά του. Εξοργισμένος ο Σιμπλίκιος έδωσε εντολή να ανάψουν μεγάλο καμίνι και να ρίξουν μέσα τη μάρτυρα του Χριστού.
Ξαφνικά όμως μια τεράστια φλόγα ξεπήδησε από το άνοιγμα και έκαψε εβδομήντα ανθρώπους που στέκονταν τριγύρω. Όσοι σώθηκαν έκλεισαν τρομαγμένοι το στόμιο της καμίνου και έφυγαν τρέχοντας μακριά από τον φοβερό εκείνο τόπο. Ο ηγεμόνας έστειλε δύο ειδωλολάτρες ιερείς μαζί με άλλους ανθρώπους για να σκορπίσουν τις στάχτες της μάρτυρος.
Μόλις όμως άνοιξαν την κάμινο, η φλόγα τίναξε έξω και έκαψε αμέσως τους ιερείς που πλησίασαν πρώτοι. Οι υπόλοιποι απεσταλμένοι είδαν τότε την Αγία να κάθεται μέσα στις φλόγες ανάμεσα σε δύο λαμπρούς νέους. Φορούσαν κατάλευκα ενδύματα και έψαλλαν ύμνους στον Θεό μαζί με τη μάρτυρα της πίστεως.
Η θεϊκή εκείνη οπτασία τους τρομοκράτησε τόσο πολύ, ώστε έπεσαν στη γη ωσάν νεκροί από τον φόβο. Η Αγία βγήκε από το καμίνι χαρούμενη και δοξολογούσε με χείλη πύρινα τον Νυμφίο της. Ο Σιμπλίκιος όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει το θαύμα και έβαλε ξανά τη μάρτυρα στη φυλακή.
Ετοιμαζόταν τότε να ταξιδέψει στο Βυζάντιο και ήθελε να σύρει μαζί του την Αγία σιδηροδέσμια. Όταν επέστρεψε από εκείνο το ταξίδι, σταμάτησε για λίγο στην πόλη της Άγκυρας με την ακολουθία του. Εκεί κάλεσε ξανά τη μάρτυρα μπροστά του και της απείλησε με νέα και ακόμη σκληρότερα βασανιστήρια.
Της είπε ότι, αν δεν θυσιάσει στους θεούς, θα προστάξει να την ξαπλώσουν επάνω σε πυρωμένο σίδερο. Η Θεοδότη του απάντησε με σύνεση, ζητώντας να ανέβει μαζί της στο σιδερένιο φύλλο ο ιερέας Δωρόθεος. Αν το πυρ δεν τον αγγίξει, υποσχέθηκε ότι θα προσφέρει και εκείνη θυσία στα είδωλα των εθνικών.
Ο ηγεμόνας δέχτηκε με χαρά την πρόταση και διέταξε αμέσως να γίνει η φοβερή εκείνη δοκιμασία. Μόλις όμως ο Δωρόθεος πάτησε επάνω στο πυρωμένο σίδερο, κάηκε αμέσως και έγινε στάχτη. Η μάρτυς αντίθετα έμεινε εντελώς ανέπαφη, δίχως να φαίνεται ούτε το παραμικρό σημάδι στο σώμα της.
Ο Σιμπλίκιος βρισκόταν σε πλήρη αμηχανία και δεν γνώριζε πλέον τι να κάνει με τη γενναία αυτή χριστιανή. Έδωσε τότε διαταγή να τη δέσουν με αλυσίδες και να τη μεταφέρουν σιδηροδέσμια στην πόλη της Νίκαιας. Εκεί την οδήγησαν μέσα σε ναό ειδωλολατρικό, για να αναγκαστεί να προσφέρει θυσία στα ομοιώματα των θεών.
Η Αγία έκανε τότε σιωπηλά την προσευχή της και ζήτησε τη βοήθεια του αληθινού Νυμφίου της. Ξαφνικά όλα τα αγάλματα έπεσαν με πάταγο στη γη και έσπασαν σε χίλια κομμάτια μπροστά στους θεατές. Όσοι παρευρίσκονταν στον ναό τρομοκρατήθηκαν και κατάλαβαν ότι η δύναμη του Χριστού νικά κάθε ανθρώπινη μανία.
Ο ηγεμόνας οργίστηκε πάρα πολύ από τη συντριβή των ειδώλων και αναζητούσε νέο τρόπο για να εκδικηθεί τη μάρτυρα. Διέταξε λοιπόν τέσσερις στρατιώτες να τεντώσουν το σώμα της και να το πριονίσουν στη μέση με κοφτερό πριόνι. Το εργαλείο όμως στόμωσε αμέσως και οι υπηρέτες απέκαμαν τελείως, χωρίς να καταφέρουν να βλάψουν την Αγία.
Η μάρτυς παρέμενε όρθια και ακέραιη, δοξάζοντας ακατάπαυστα τον Θεό για τη θαυμαστή αυτή προστασία του. Ο Σιμπλίκιος είδε ότι όλες οι προσπάθειές του πάνε χαμένες και αποφάσισε να δώσει την τελική του εντολή. Πρόσταξε να της κόψουν την τίμια κεφαλή της με το ξίφος, και έτσι η μάρτυς παρέδωσε το πνεύμα της.
Με αυτόν τον τρόπο η Αγία Θεοδότη αξιώθηκε να λάβει το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου από τον Κύριο. Ο επίσκοπος Νικαίας Σωφρόνιος παρέλαβε με ευλάβεια το άγιο λείψανο και το ενταφίασε με τιμές σε αρμόζοντα τόπο.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 17 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη
Από τα στήθη μιας δωδεκάχρονης κοπέλας, αντί για αίμα, ανέβλυσε γάλα μπροστά στους έκπληκτους δήμιους του αυτοκράτορα Αδριανού στη Ρώμη. Η μητέρα της στεκόταν δίπλα και την παρότρυνε να δεχτεί τον θάνατο με γενναιότητα,…
Lexo jetën