Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη
Από τα στήθη μιας δωδεκάχρονης κοπέλας, αντί για αίμα, ανέβλυσε γάλα μπροστά στους έκπληκτους δήμιους του αυτοκράτορα Αδριανού στη Ρώμη. Η μητέρα της στεκόταν δίπλα και την παρότρυνε να δεχτεί τον θάνατο με γενναιότητα, ώστε να ενωθεί με τον Χριστό. Αυτή η μητέρα ονομαζόταν Σοφία και είχε γεννήσει τρεις κόρες, στις οποίες έδωσε τα ονόματα Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη.
Έζησαν στην Ιταλία, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, και κατάγονταν από εύπορη και ευσεβή οικογένεια της εποχής. Η Σοφία έμεινε νωρίς χήρα και ανέθρεψε τα κορίτσια της σύμφωνα με τις τρεις αυτές αρετές που φανέρωναν τα ονόματά τους. Τις δίδασκε καθημερινά τις Γραφές, την προσευχή και την αγάπη προς τον Χριστό με υπομονή και θέρμη.
Η φήμη της σοφίας και της ομορφιάς τους απλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την πόλη της Ρώμης. Ένας άρχοντας ονόματι Αντίοχος τις κατήγγειλε στον αυτοκράτορα και τόνισε ότι ομολογούσαν τον Χριστό χωρίς κανέναν φόβο. Ο Αδριανός έστειλε αμέσως στρατιώτες, ώστε να τις φέρουν ενώπιόν του και να τις ανακρίνει.
Όταν οι τέσσερις γυναίκες προσήλθαν στο παλάτι, ο αυτοκράτορας έμεινε έκπληκτος από τη γαλήνη και την ευγένεια του προσώπου τους. Έμοιαζαν να βαδίζουν προς γιορτή και όχι προς δικαστήριο και βασανιστήρια αιώνιας λήθης. Ο Αδριανός ρώτησε τη Σοφία για το γένος, τα ονόματα και την πίστη που πρέσβευε μαζί με τις κόρες της.
Εκείνη απάντησε με τόση φρόνηση, ώστε όλοι οι παρόντες θαύμασαν τη σύνεση και την παρρησία των λόγων της. Ομολόγησε ανοιχτά πως είναι χριστιανή και πως αρραβώνιασε τις κόρες της με τον αθάνατο Νυμφίο. Ο αυτοκράτορας θέλησε να τις λυγίσει χωριστά και τις παρέδωσε σε μια γυναίκα ονόματι Παλλαδία για τρεις ημέρες.
Η Σοφία αξιοποίησε αυτό το διάστημα και στήριξε τα παιδιά της με λόγια εμπνευσμένα από τη Γραφή και την πίστη. Τους θύμισε πως ήρθε η ώρα του στεφάνου και της ένωσης με τον ουράνιο Νυμφίο. Τις προετοίμασε να μη φοβηθούν τις κολακείες, τα δώρα και τις υποσχέσεις του τυράννου για δόξα.
Έπειτα τις προέτρεψε να μην υποχωρήσουν μπροστά σε καμία απειλή ούτε στην εικόνα του θανάτου. Πρώτη παρουσιάστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα η δωδεκάχρονη Πίστη, με σταθερό βλέμμα και αλύγιστη καρδιά. Απέρριψε με γενναιότητα τις κολακείες του τυράννου και έλεγξε με τόλμη τις βίαιες πράξεις του εναντίον των χριστιανών.
Ο Αδριανός εξαγριώθηκε και διέταξε να της σχίσουν τα ρούχα και να τη χτυπήσουν χωρίς έλεος μπροστά σε όλους. Στη συνέχεια πρόσταξε να της ξεριζώσουν τα στήθη, όμως από τις πληγές της δεν έτρεξε αίμα αλλά γάλα. Όσοι έβλεπαν αυτό το θαύμα έμεναν άναυδοι και κουνούσαν τα κεφάλια τους κατηγορώντας μυστικά την ωμότητα του βασιλιά.
Έπειτα την έβαλαν πάνω σε πυρακτωμένη σιδερένια σχάρα, μα η φωτιά δεν την άγγιξε καθόλου. Τη βύθισαν ακόμη και σε καζάνι γεμάτο βραστή πίσσα και λάδι, ωστόσο εκείνη έψαλλε ήρεμα στον Θεό της. Ο τύραννος, καθώς δεν κατάφερε να λυγίσει τη φρόνηση και την αντοχή της, διέταξε τελικά τον αποκεφαλισμό της.
Η Πίστη ασπάστηκε τη μητέρα της και τις δύο αδελφές, και προχώρησε χαρούμενη προς το ξίφος του δημίου. Η Σοφία αγκάλιασε το λείψανο της κόρης της και δόξασε τον Χριστό για το γενναίο της τέλος. Δεύτερη οδηγήθηκε ενώπιον του Αδριανού η δεκάχρονη Ελπίδα, με τη γενναιότητα και την παρρησία της μεγαλύτερης αδελφής της.
Ο αυτοκράτορας τη συμβούλεψε με γλυκά λόγια να γλιτώσει τη ζωή της, προσφέροντας θυσία στη θεά Άρτεμη. Εκείνη όμως απάντησε ότι ανατράφηκε με το ίδιο γάλα και την ίδια διδασκαλία της μητέρας της και θα ακολουθήσει τα ίδια βήματα. Οι στρατιώτες της έσκισαν τα ρούχα και τη χτύπησαν αλύπητα ώσπου εξαντλήθηκαν οι ίδιοι από την κούραση.
Έπειτα την έριξαν μέσα σε αναμμένο καμίνι, αλλά η φωτιά δεν την έβλαψε καθόλου εκείνη τη φοβερή στιγμή. Την κρέμασαν ψηλά και της ξέσχισαν το σώμα με σιδερένια νύχια, αλλά οι πληγές της σκορπούσαν θαυμαστή ευωδία. Στη συνέχεια ετοίμασαν καζάνι γεμάτο πίσσα και λάδι, ώστε να τη ρίξουν μέσα στη βραστή ύλη.
Όταν θέλησαν να την πετάξουν εκεί μέσα, το ίδιο το καζάνι έλιωσε και η πυρακτωμένη ύλη χύθηκε στους δημίους. Ο αυτοκράτορας ντροπιάστηκε ακόμη περισσότερο και διέταξε αμέσως να αποκεφαλίσουν και τη δεύτερη κόρη της Σοφίας. Η Ελπίδα ασπάστηκε χαρούμενη τη μητέρα και την αδελφή της και έσκυψε γενναία τον λαιμό της κάτω από το ξίφος.
Τρίτη παρουσιάστηκε ενώπιον του εξοργισμένου τυράννου η εννιάχρονη Αγάπη, η μικρότερη κόρη της Σοφίας. Διατήρησε την ίδια ακριβώς αντοχή και την ίδια θαρραλέα ομολογία με τις δύο μεγαλύτερες αδελφές της. Ο Αδριανός προσπάθησε ξανά με κολακείες να την πείσει να προσφέρει θυσία στη θεά Άρτεμη μέσα στον ναό.
Εκείνη όμως αρνήθηκε αποφασιστικά και αποκάλεσε μέγα τον Θεό της, διακηρύσσοντας ότι ο τύραννος θα χαθεί μαζί με τα είδωλά του. Οι δήμιοι την έδεσαν πάνω σε τροχό και τη χτύπησαν με ράβδους τόσο σκληρά, ώστε το σώμα της λύθηκε από τις αρθρώσεις. Το αίμα έτρεχε στη γη σαν βροχή και κάλυπτε το μικρό κορμί της σαν πορφυρό ένδυμα.
Έπειτα άναψαν φοβερή κάμινο και την έσπρωξαν μέσα, αλλά εκείνη μπήκε μόνη της ψάλλοντας στον Θεό. Η φλόγα τινάχτηκε έξω και έκαψε τους ασεβείς θεατές, ενώ έφτασε ως τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Στο τέλος, ο τύραννος διέταξε και αυτής τον αποκεφαλισμό, ώστε να λυτρωθεί από τη ντροπή του.
Η Αγάπη δέχτηκε χαρούμενη το ξίφος του δημίου, ευλογώντας το όνομα του Νυμφίου της. Η Σοφία στεκόταν όλη αυτή την ώρα δίπλα στα παιδιά της και τα ενίσχυε με λόγια γλυκά και σοφά. Δεν θρήνησε σαν συνηθισμένη μητέρα, αλλά αγάλλιασε βλέποντας τις κόρες της να βαδίζουν προς τα ουράνια σκηνώματα.
Τους θύμιζε διαρκώς ότι ο Νυμφίος Χριστός τις περιμένει για να τις στεφανώσει αιώνια στο φωτεινό βασίλειό Του. Παρακάλεσε καθεμιά από αυτές, πριν την παράδοση της ψυχής της, να μνημονεύσει και τη γερασμένη μάνα τους ενώπιον του Κυρίου. Ο αυτοκράτορας θέλησε να εντείνει τον πόνο της και επέτρεψε να παραλάβει τα ιερά λείψανα των τριών παρθένων.
Η Σοφία ετοίμασε με τιμή τα σώματα των θυγατέρων της και τα τοποθέτησε σε άρμα για την έξοδο από την πόλη. Τα μετέφερε με ευλάβεια έξω από τη Ρώμη και τα ενταφίασε επάνω σε έναν ψηλό λόφο. Παρέμεινε εκεί κοντά στους τάφους τους για τρεις ολόκληρες ημέρες, προσευχόμενη ολόψυχα προς τον Θεό.
Στο τέλος ο Κύριος άκουσε τη δέησή της και πήρε την ψυχή της κοντά Του. Έτσι η σοφή μητέρα παρέδωσε το πνεύμα της επάνω στους τάφους των αγαπημένων θυγατέρων της Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης. Οι πιστοί της πόλης φρόντισαν να την ενταφιάσουν με τιμή ακριβώς δίπλα στα παιδιά της, στον ίδιο εκείνο λόφο.
Αν και η Σοφία δεν μαρτύρησε με το σώμα της, δεν στερήθηκε καθόλου τον στέφανο του μαρτυρίου ενώπιον του Θεού. Μαρτύρησε με την καρδιά της, καθώς υπέμεινε γενναία τον φοβερό πόνο τριών διαδοχικών αποκεφαλισμών των κορών της. Πρόσφερε ως πολύτιμο δώρο στην Αγία Τριάδα τρεις παρθένες θυγατέρες της, που ομολόγησαν θαρραλέα τον Χριστό.
Η μνήμη τους τιμάται στις δεκαεπτά Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τις γεραίρει με ύμνους. Τα ονόματά τους πάρθηκαν από τη ρήση του Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους περί των τριών αρετών. Η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη φάνηκαν στις θυγατέρες της Σοφίας ως σαρκωμένες αρετές μέσα στο μαρτύριο.
Τα ιερά λείψανα των τεσσάρων αγίων αναπαύονται από τον όγδοο αιώνα στην εκκλησία της Έσχο. Η σοφή μάνα και οι τρεις παρθένες πρεσβεύουν αδιάκοπα στον θρόνο της δόξας του Νυμφίου Χριστού.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 17 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Αγία Θεοδότη της Νίκαιας
Μέσα στο πυρωμένο καμίνι της Καππαδοκίας, η πλούσια Θεοδότη φάνηκε ολόρθη ανάμεσα σε δύο νέους με κατάλευκα ενδύματα να υμνεί τον Θεό. Λίγο νωρίτερα οι φλόγες είχαν κάψει εβδομήντα στρατιώτες και τους ειδωλολάτρες ιερείς…
Lexo jetën