EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Νεομάρτυρες Ισαάκ και Ιωσήφ οι Γεωργιανοί

Δύο αδέλφια από μουσουλμανικό σπίτι έφτασαν ως την Κωνσταντινούπολη, για να ζητήσουν από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Πρώτο να μείνουν κοντά του ως χριστιανοί. Η Γεωργιανή μητέρα τους, κρυφά μέσα στο ίδιο της το σπιτικό, τους είχε αναθρέψει με την πίστη του Χριστού, χωρίς να το μάθει ο πατέρας τους. Ο Ισαάκ και ο Ιωσήφ μεγάλωσαν με τη ζεστή αγκαλιά της μάνας τους, η οποία τους μετέδωσε τη χριστιανική παράδοση σαν πολύτιμο μυστικό.

Όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο πιο βαθιά ριζώνανε στην ψυχή τους η αγάπη και η αφοσίωση προς τον Χριστό. Έτσι αποφάσισαν να αφήσουν τη Θεοδοσιούπολη, την πόλη που σήμερα ονομάζεται Καρς, και να ταξιδέψουν στο Βυζάντιο. Οι δύο νέοι ήταν ήδη γνωστοί και αγαπητοί ανάμεσα στους άρχοντες της πατρίδας τους, που εκτιμούσαν την ευγένεια και τη σοβαρότητά τους.

Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο ευσεβής αυτοκράτορας τους δέχτηκε με μεγάλη χαρά και θερμή φιλοξενία. Αναγνώρισε αμέσως ότι μπροστά του στέκονταν δύο ψυχές γεμάτες θείο ζήλο και ακλόνητη πίστη στον Σωτήρα Χριστό. Το μακρινό τους ταξίδι δεν ήταν για χρήματα, αξιώματα ή κοσμική προστασία, αλλά για να ζήσουν ελεύθερα την ορθόδοξη πίστη που είχαν λάβει.

Η αναχώρηση των δύο αδελφών δεν άργησε να φτάσει στα αυτιά του εμίρη της Θεοδοσιουπόλεως, που θύμωσε πολύ με την απόφασή τους. Έστειλε ανθρώπους να τους φέρουν πίσω και να εξηγήσουν τους πραγματικούς λόγους του ταξιδιού τους στην πρωτεύουσα. Ο Ισαάκ και ο Ιωσήφ απάντησαν με παρρησία και χωρίς κανέναν φόβο πως αιτία ήταν η πίστη τους στον Χριστό.

Ο εμίρης γέμισε οργή με την απάντησή τους, όμως δίσταζε να βάλει χέρι πάνω τους, επειδή ο λαός τους αγαπούσε βαθιά. Σκέφτηκε λοιπόν να τους μεταπείσει με άλλον τρόπο και να τους τραβήξει πάλι κοντά στη μουσουλμανική θρησκεία. Ο γέροντας πατέρας τους, με δάκρυα στα μάτια, τους ικέτευε να αρνηθούν τον Χριστό και να σώσουν τη ζωή τους.

Ο εμίρης από τη δική του μεριά τους έταζε τιμές, πλούτη και υψηλά αξιώματα στην αυλή του ηγεμόνα. Σε περίπτωση όμως άρνησης, τους απειλούσε με φοβερά βασανιστήρια και βέβαιο, μαρτυρικό θάνατο μπροστά σε όλους. Οι δύο αδελφοί όμως έμειναν ατάραχοι και ασάλευτοι σαν βράχοι, χωρίς να λυγίσουν ούτε από τα δάκρυα ούτε από τις υποσχέσεις.

Η καρδιά τους ανήκε ολόκληρη στον Χριστό και τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφασή τους. Όταν στάθηκαν μπροστά στον εμίρη, οι άγιοι αδελφοί του απάντησαν με λόγια γεμάτα σοφία και θεϊκή παρρησία. Του θύμισαν πως η σάρκα μοιάζει με χορτάρι και κάθε δόξα του κόσμου μοιάζει με λουλούδι του αγρού.

Όταν ξεραίνεται το χορτάρι, πέφτει και το άνθος μαζί του, όπως ακριβώς λέει ο προφήτης Ησαΐας. Οι απειλές για βασανιστήρια και θάνατο τους φαίνονταν παράλογες και γελοίες, μπροστά στην αγάπη του Χριστού. Ομολόγησαν πως ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε εξουσίες θα μπορέσουν να τους χωρίσουν από εκείνον.

Ούτε τα παρόντα ούτε τα μελλούμενα ούτε ύψος ούτε βάθος ούτε κανένα κτίσμα θα τους ξεκόψει από την αγάπη του Θεού. Η αγάπη αυτή, καθώς τόνισαν, βρίσκεται μόνο μέσα στον Κύριο Ιησού Χριστό, τον αληθινό Σωτήρα και Λυτρωτή. Ο εμίρης άκουσε την παρρησία των νέων και η οργή του φούντωσε ακόμη περισσότερο από πριν.

Δεν άντεξε άλλο την ομολογία τους και έδωσε αμέσως την προσταγή στους υπηρέτες του να τους θανατώσουν. Έτσι οι Ισαάκ και Ιωσήφ οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσης, με τη χαρά του μαρτυρίου ζωγραφισμένη στα πρόσωπα. Λίγο πριν παραδώσουν την ψυχή τους στον Κύριο, οι δύο αδελφοί γονάτισαν ταπεινά στη γη και προσευχήθηκαν.

Παρακάλεσαν τον άγιο Βασιλέα και Πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού να ρίξει το έλεός του πάνω τους. Ζήτησαν να γίνουν δεκτοί ως ιερή θυσία και να καταταχθούν στη χορεία των μαρτύρων του. Τον παρακάλεσαν να τους αξιώσει του στεφάνου της δικαιοσύνης, μνημονεύοντας πως κάθε δωρεά τέλεια κατεβαίνει από τον Πατέρα των φώτων.

Έπειτα έσκυψαν με ηρεμία τους τραχήλους τους κάτω από το ξίφος, παραδίνοντας τη ζωή τους στον Χριστό. Οι δήμιοι τους αποκεφάλισαν, χωρίς όμως να αγγίξουν διόλου τα ιερά τους σώματα μετά τον θάνατο. Εκείνη τη νύχτα συνέβη ένα θαυμαστό σημείο που τρόμαξε τους ασεβείς διώκτες της πίστης.

Τα λείψανα των μαρτύρων άστραψαν με λαμπρό, ολόφωτο φως, σαν να τα φώτιζε ολόκληρος ο ουρανός. Οι άπιστοι δήμιοι κυριεύτηκαν από τρόμο και έδωσαν εντολή στους ντόπιους χριστιανούς να θάψουν τα τίμια λείψανα. Ο τοπικός επίσκοπος μαζί με τους κληρικούς παρέδωσαν με μεγάλη ευλάβεια τα σώματα στη γη.

Αργότερα υψώθηκε ναός πάνω στον τόπο όπου αναπαύθηκαν οι άγιοι Ισαάκ και Ιωσήφ.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 16 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Αγία Ευφημία και το θαύμα της Χαλκηδόνας

Σαράντα εννέα χριστιανοί κρύβονταν σε ένα σπίτι της Χαλκηδόνας, για να μη συμμετάσχουν στη γιορτή προς τιμήν του ψεύτικου θεού Άρη. Ανάμεσά τους ξεχώριζε μια νεαρή κόρη ευγενών, η Ευφημία, που σύντομα θα γινόταν…

Lexo jetën

Η Αγία Λουντμίλα της Βοημίας

Δύο απεσταλμένοι μπήκαν νύχτα στον πύργο της και την έπνιξαν με σχοινί την ώρα που εκείνη προσευχόταν γονατιστή στον Χριστό. Η εντολή είχε δοθεί από τη νύφη της, τη Δραγομίρα, που μισούσε την πεθερά…

Lexo jetën

Η Αγία Μελιτίνη και η σιωπηλή νίκη της πίστης

Μέσα στο παλάτι του ηγεμόνα της Θράκης, εκείνη που ανέλαβε να λυγίσει τη Μελιτίνη βαφτίστηκε τελικά η ίδια χριστιανή. Λίγο πριν, τα είδωλα του Απόλλωνα και του Ηρακλή είχαν γκρεμιστεί και γίνει σκόνη μπροστά…

Lexo jetën

Ο Ερημίτης της Θηβαΐδας και το Σημείο του Σταυρού

Εξήντα ολόκληρα χρόνια ο όσιος Δωρόθεος έμεινε μέσα σε μία και μόνη σπηλιά, κοντά στην Αλεξάνδρεια. Κάτω από τον καυτό μεσημεριανό ήλιο μάζευε πέτρες στην ακρογιαλιά και έχτιζε κελιά για όσους ερημίτες δεν μπορούσαν…

Lexo jetën
2