Η ανακομιδή του λειψάνου του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου
Το σώμα του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου έμεινε άταφο μια ολόκληρη μέρα και νύχτα, ριγμένο να γίνει βορά στα θηρία και στα όρνεα της ερήμου. Όμως ο Κύριος το φύλαξε ανέπαφο, ώσπου ο σοφός νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ έστειλε ευλαβείς άνδρες να το παραλάβουν κρυφά. Ο Γαμαλιήλ, ο δάσκαλος του αποστόλου Παύλου στον Νόμο, είχε ήδη κλίνει την καρδιά του στην πίστη του Χριστού και είχε γίνει μυστικός φίλος των αγίων Αποστόλων.
Μετέφερε λοιπόν το τίμιο σώμα στο χωριό του, την Καφαργαμαλά, που απείχε είκοσι μίλια από την Αγία Πόλη. Εκεί το εναπόθεσε με τιμές στο καινούργιο μνήμα που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του σε μια σπηλιά. Λίγο αργότερα κοιμήθηκε και ο Νικόδημος, ο νυκτερινός μαθητής του Κυρίου, που είχε γλιτώσει από τον διωγμό των Ιεροσολύμων.
Ο Γαμαλιήλ τον δέχθηκε στο σπίτι του και τον φρόντισε μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του. Όταν ο Νικόδημος παρέδωσε την ψυχή του, ο Γαμαλιήλ τον έθαψε στην ίδια σπηλιά, κοντά στον τάφο του Πρωτομάρτυρα. Έτσι ξεκίνησε η κρυφή ιστορία ενός τάφου που θα φανέρωνε αργότερα μεγάλα θαύματα.
Με το πέρασμα του χρόνου ο ίδιος ο Γαμαλιήλ δέχθηκε το άγιο βάπτισμα μαζί με τον γιο του τον Αβίβ. Ο νεαρός Αβίβ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία είκοσι ετών, μέσα σε αγνότητα ψυχής και σώματος. Ο πατέρας του τον έθαψε στην ίδια σπηλιά, σε τρίτο τάφο που είχε σκαφτεί μέσα στο βράχο.
Λίγο αργότερα κοιμήθηκε και ο Γαμαλιήλ και αναπαύθηκε κοντά στους τρεις αγαπημένους του νεκρούς. Πέρασαν πολλά χρόνια και οι τάφοι λησμονήθηκαν από τους ανθρώπους της περιοχής. Όταν όμως οι διωγμοί έσβησαν και ο Μέγας Κωνσταντίνος έφερε ειρήνη στην Εκκλησία, ο Θεός θέλησε να φανερώσει τα κρυμμένα λείψανα των αγίων του.
Ένας ευλαβής πρεσβύτερος του χωριού, ο Λουκιανός, αξιώθηκε να δει την πρώτη οπτασία. Ήταν η τρίτη ώρα της νύχτας από Πέμπτη προς Παρασκευή. Παρουσιάστηκε μπροστά του ένας ψηλός γέροντας με κατάλευκα μαλλιά και μακριά γενειάδα.
Φορούσε λευκή στολή με χρυσοΰφαντους σταυρούς και κρατούσε χρυσό ραβδί στο χέρι. Ο γέροντας άγγιξε με το ραβδί τον πρεσβύτερο και τον φώναξε τρεις φορές με το όνομά του. Ύστερα του είπε καθαρά να πάει στον αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη και να μεταφέρει το μήνυμα του ουρανού.
Φανέρωσε ότι είναι ο Γαμαλιήλ, ο διδάσκαλος του αποστόλου Παύλου, και ότι μαζί του αναπαύεται ο αρχιδιάκονος Στέφανος. Εξήγησε πως στην ίδια σπηλιά βρίσκονται και τα λείψανα του Νικοδήμου και του γιου του Αβίβ. Παρακάλεσε να μη μένουν άλλο τα τίμια αυτά λείψανα κάτω από τη βροχή και την περιφρόνηση των απίστων διαβατών.
Ο Λουκιανός γέμισε φόβο και ταραχή και ζήτησε από τον Κύριο σημείο βεβαιότητας. Παρακάλεσε με νηστεία και προσευχή να επαναληφθεί η οπτασία άλλες δύο φορές, για να μη φανεί ψεύτης στον αρχιεπίσκοπο. Πράγματι, την επόμενη Παρασκευή ο Γαμαλιήλ ξαναφάνηκε και του έδειξε τέσσερα μυστικά καλάθια.
Τα τρία ήταν χρυσά και το ένα ασημένιο, γεμάτα με κόκκινα και λευκά άνθη και ευωδιαστό κρόκο. Του εξήγησε ότι κάθε καλάθι συμβολίζει τον τάφο του καθενός από τους τέσσερις αναπαυμένους αγίους εκείνης της σπηλιάς. Την τρίτη Παρασκευή ο Γαμαλιήλ παρουσιάστηκε ξανά και αυτή τη φορά μίλησε με αυστηρότητα στον διστακτικό πρεσβύτερο.
Του θύμισε τη μεγάλη ξηρασία και τη θλίψη του κόσμου και τον ρώτησε γιατί καθυστερεί ακόμα να υπακούσει. Του είπε πως υπάρχουν στην έρημο πολλοί άγιοι άνδρες, ανώτεροί του στην άσκηση και στην αρετή. Όμως ο Θεός διάλεξε εκείνον για να γίνει ο μάρτυρας της αποκαλύψεως των αγίων λειψάνων.
Ο Λουκιανός σηκώθηκε αμέσως, δόξασε τον Θεό και έτρεξε στον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη. Όταν διηγήθηκε τις τρεις οπτασίες, ο αρχιεπίσκοπος δάκρυσε από συγκίνηση και χαρά. Έδωσε εντολή στον πρεσβύτερο να επιστρέψει στο χωριό και να σκάψει στον τόπο που του είχε υποδείξει ο άγιος.
Ο Λουκιανός μάζεψε ευλαβείς συγχωριανούς και ανέβηκαν σε έναν λόφο μέσα στον αγρό Δελαγαυρί. Πέρασε όλη τη νύχτα προσευχόμενος, νομίζοντας πως εκεί ακριβώς βρίσκονται οι τάφοι των αγίων. Όμως ο Γαμαλιήλ παρουσιάστηκε σε έναν κοντινό μοναχό, τον Νουγέτιο, και του φανέρωσε το αληθινό σημείο.
Του εξήγησε ότι η σπηλιά βρίσκεται κάτω, στη μεσημβρινή πλαγιά, και όχι πάνω στο χώμα του λόφου. Ο μοναχός έσπευσε και μετέφερε το μήνυμα στον πρεσβύτερο Λουκιανό. Όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στη μεσημβρινή πλευρά του χωραφιού και άρχισαν να ψάχνουν με προσοχή.
Σύντομα βρήκαν μια μεγάλη πέτρα με εβραϊκή επιγραφή που έγραφε «Χελιήλ», δηλαδή «δούλοι του Θεού». Σήκωσαν την πέτρα και ανακάλυψαν μια στενή είσοδο που οδηγούσε σε υπόγεια σπηλιά. Μπήκαν με αναμμένα κεριά και είδαν τρεις σκαλιστούς τάφους μέσα στους τοίχους της σπηλιάς.
Στα δεξιά, προς την ανατολή, αναπαυόταν ο Πρωτομάρτυς Στέφανος, όπως ακριβώς το είχε φανερώσει η οπτασία. Απέναντι από την είσοδο βρισκόταν ο τάφος του Νικοδήμου και στη δυτική πλευρά ο Γαμαλιήλ μαζί με τον γιο του Αβίβ. Ο πρεσβύτερος ειδοποίησε αμέσως τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη και εκείνος έσπευσε επιτόπου.
Πήρε μαζί του τους επισκόπους Ελευθέριο της Σεβαστής και Ελευθέριο της Ιεριχούς, για να γίνει η ανακομιδή με πρέπουσα τάξη. Όταν άνοιξαν τον τάφο του Πρωτομάρτυρα, η γη σείστηκε δυνατά από τα θεμέλιά της. Ευωδία ανέκφραστη ξεχύθηκε σε δέκα μίλια γύρω και κάλυψε όλη την περιοχή σαν παράδεισος.
Οι παρόντες άκουσαν φωνές αγγέλων που έψαλλαν «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη». Εβδομήντα τρεις άρρωστοι, που είχαν συγκεντρωθεί από την Ιερουσαλήμ και τα γύρω χωριά, θεραπεύτηκαν εκείνη τη μέρα. Τυφλοί, κουτσοί, δαιμονιζόμενοι και πληγωμένοι έβρισκαν αμέσως την υγεία τους κοντά στα άγια λείψανα.
Ο αρχιεπίσκοπος μετέφερε με ψαλμωδίες τα τίμια λείψανα πάνω στον λόφο, ενώ ο λαός τα ασπαζόταν με δάκρυα ευλάβειας. Έκτισε στον τόπο εκείνο ναό προς τιμήν των τεσσάρων αγίων και τοποθέτησε εκεί τα λείψανα του Νικοδήμου, του Γαμαλιήλ και του Αβίβ. Τα λείψανα όμως του αρχιδιακόνου Στεφάνου τα μετέφερε επίσημα στην Ιερουσαλήμ.
Τα κατέθεσε στον ναό της αγίας Σιών, στις είκοσι έξι Δεκεμβρίου του έτους τετρακόσια δεκαπέντε. Μια πλούσια βροχή κατέβηκε από τον ουρανό και έδωσε τέλος στη μεγάλη ξηρασία της Παλαιστίνης. Λίγο αργότερα ένας ευγενής συγκλητικός από την Κωνσταντινούπολη, ο Αλέξανδρος, με τη σύζυγό του Ιουλιανή, ήρθαν να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους.
Έβλεπε ο Αλέξανδρος τα θαύματα στον τάφο του Πρωτομάρτυρα και έκτισε ναό προς τιμήν του στην Ιερουσαλήμ. Παρακάλεσε τον αρχιεπίσκοπο να μεταφέρει εκεί τα τίμια λείψανα και η παράκλησή του εισακούστηκε. Όταν ο Αλέξανδρος πέθανε στην Ιερουσαλήμ, η σύζυγός του τον έθαψε σε λάρνακα όμοια με εκείνη του Πρωτομάρτυρα, δίπλα στον άγιο.
Μετά από οχτώ χρόνια η Ιουλιανή θέλησε να φύγει από την Αγία Γη και να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Πήρε άδεια από τον αυτοκράτορα και άνοιξε τις δύο λάρνακες για να παραλάβει το σώμα του συζύγου της. Όμως, με τη θεία οικονομία και τη μυστική θέληση του Πρωτομάρτυρα, παρέλαβε χωρίς να καταλάβει τη λάρνακα του αγίου Στεφάνου.
Καθώς προχωρούσε η συνοδεία προς τη θάλασσα, ακούγονταν στον αέρα αγγελικές υμνωδίες και κραυγές δαιμόνων. Οι πονηρές δυνάμεις φώναζαν από μακριά πως ο Στέφανος έρχεται και τις χτυπά παντού. Στο πλοίο που έπλεε για την Κωνσταντινούπολη ξέσπασε φοβερή τρικυμία, αλλά ο άγιος εμφανίστηκε και ησύχασε τη θάλασσα.
Όταν το καράβι έδεσε στη Χαλκηδόνα, πλήθος αρρώστων έτρεξε και βρήκε θεραπεία από τα τίμια λείψανα. Οι δαίμονες φώναζαν πως ο λιθοβολημένος Στέφανος τους κατατρέχει στη γη και στη θάλασσα. Έπειτα το πλοίο έφτασε με ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη και η Ιουλιανή φανέρωσε όλη την αλήθεια στον πατριάρχη.
Ο πατριάρχης μαζί με τον κλήρο και τον λαό κατέβηκε στην προκυμαία για να υποδεχθεί τα άγια λείψανα. Τοποθέτησαν την τίμια λάρνακα πάνω σε βασιλική άμαξα και ξεκίνησαν με ψαλμωδίες προς τα ανάκτορα. Ο αυτοκράτορας είχε δώσει εντολή να μεταφερθούν πρώτα στο παλάτι, ώστε να τα προσκυνήσει με ευλάβεια.
Όσο προχωρούσε η πομπή, αμέτρητα θαύματα γίνονταν ανάμεσα στο πλήθος, και κάθε άρρωστος έβρισκε αμέσως την υγεία του. Όταν όμως έφτασαν στον τόπο που λεγόταν Κωνσταντιανές, οι μούλες της άμαξας σταμάτησαν ξαφνικά και αρνήθηκαν να προχωρήσουν. Οι υπηρέτες τις χτυπούσαν για να τις κάνουν να κινηθούν, αλλά κανένα ζώο δεν σάλευε από τη θέση του.
Τότε μία από τις μούλες έλαβε από τον Θεό τη χάρη του ανθρώπινου λόγου και μίλησε μπροστά σε όλους. Είπε πως μάταια τις χτυπούν, διότι εκεί ακριβώς θέλει ο Πρωτομάρτυς να αναπαυθεί. Πρόσθεσαν στην άμαξα και άλλα δώδεκα ζώα, αλλά κανείς δεν κατάφερε να την κουνήσει.
Όλοι έμειναν έκθαμβοι και δόξασαν τον Θεό με φόβο και χαρά μαζί. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να κτιστεί εκεί λαμπρός πέτρινος ναός στο όνομα του αρχιδιακόνου Στεφάνου. Σε εκείνον τον ναό κατατέθηκαν τα τίμια λείψανα στις δύο Αυγούστου, και έκτοτε εορτάζεται η αγία αυτή ανακομιδή.
Επικύρωση ολοκληρώθηκε. Παραδίδω το αρχείο. **Όνομα αρχείου:** `08_02_Ανακομιδή_Λειψάνου_Πρωτομάρτυρα_Στεφάνου.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 02 Gusht
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η αγνή ασκήτρια του Ριζοκαρπάσου
Μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά της Κύπρου, μια νεαρή κόρη επέλεξε να ζήσει ολόκληρη τη ζωή της μακριά από τον κόσμο. Πάνω στη λειψανοθήκη της βρέθηκε σκαλισμένη μια συγκινητική επιγραφή που έγραφε «Φωτεινή Παρθένος…
Lexo jetënΗ εύρεση των λειψάνων του Αγίου Γαμαλιήλ
Ένας σεβάσμιος γέροντας με λευκή γενειάδα και χρυσή ράβδο φανερώθηκε στον ιερέα Λουκιανό και του αποκάλυψε πού βρίσκονταν θαμμένα τα ιερά λείψανα του πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Ο μυστηριώδης επισκέπτης δεν ήταν άλλος από τον Γαμαλιήλ,…
Lexo jetënΟ Ιερομάρτυρας Στέφανος, Πάπας Ρώμης
Η προσευχή του Πάπα Στεφάνου γκρέμισε ολόκληρο ειδωλολατρικό ναό του Άρη και ανάγκασε τους στρατιώτες να τραπούν σε φυγή. Ο ίδιος όμως δέχθηκε τελικά τον θάνατο μέσα στις κατακόμβες, ενώ δίδασκε τους πιστούς για…
Lexo jetënΟ γυμνός προφήτης της Μόσχας
Όταν ένας έμπορος παρήγγειλε στιβαρές μπότες για τον επόμενο χρόνο, ο μικρός μαθητευόμενος υποδηματοποιός χαμογέλασε και μίλησε με παράξενη βεβαιότητα. Είπε πως ο πελάτης δεν θα προλάβει να τις φορέσει, και την επομένη μέρα…
Lexo jetën