EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος της Ταβέννησης

Δώδεκα χρονών μόλις, ένα παιδί από αρχοντική οικογένεια της Άνω Αιγύπτου άφησε τα πλούσια τραπέζια της εορτής των Θεοφανείων και έφυγε κλαίγοντας σε έναν κρυφό τόπο. Εκεί, γονατιστός μπροστά στον Χριστό, ορκίστηκε να μη γευτεί ποτέ τις τροφές που οδηγούν στην απώλεια της αιώνιας ζωής. Αυτή η απόφαση σημάδεψε όλη τη μετέπειτα πορεία του μικρού Θεοδώρου μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία.

Γεννήθηκε σε πλούσιους και επιφανείς χριστιανούς γονείς, που τον αγαπούσαν ιδιαίτερα για τη σύνεση και την ευλάβειά του από τα πρώτα του χρόνια. Η μητέρα του τον αναζητούσε παντού, όταν εκείνος έκλαιγε μακριά από τα στρωμένα τραπέζια και τα κρασιά της εορτής. Όταν τον βρήκε, ο μικρός αρνήθηκε να καθίσει στο εορταστικό τραπέζι και επέμεινε στη νηστεία του με αξιοθαύμαστο πείσμα.

Από εκείνη τη μέρα νήστευε όλη την ημέρα μέχρι το βράδυ και απέφευγε κάθε εκλεκτή τροφή του σπιτιού. Συνέχιζε να πηγαίνει στο σχολείο, μα η καρδιά του ζητούσε ήδη τη μοναχική ζωή. Τόσο πολύ έκλαιγε προσευχόμενος, ώστε τα μάτια του άρχισαν να πονούν από τα συνεχή δάκρυα της μετανοίας.

Δύο χρόνια αργότερα έφτασε σε ένα μοναστήρι της Λατοπόλεως, όπου οι αδελφοί ζούσαν χωριστά μέσα στα κελιά τους ως ερημίτες. Όλοι αγάπησαν γρήγορα το νεαρό Θεόδωρο για τη φρόνηση, την ταπείνωση και την ευλάβειά του απέναντι σε όλους. Κάθε βράδυ οι μοναχοί μαζεύονταν για πνευματική συζήτηση και αντάλλασσαν όσα γνώριζαν από την Αγία Γραφή και την ασκητική παράδοση.

Σε μία τέτοια συνάντηση κάποιος αδελφός μίλησε με ενθουσιασμό για τον σοφό αββά Παχώμιο και τη μοναστική κοινοβιακή ζωή της Ταβέννησης. Η καρδιά του Θεοδώρου φλογίστηκε από έναν ιερό πόθο να γνωρίσει τον μεγάλο αθλητή της ερήμου. Όλη τη νύχτα προσευχόταν να τον αξιώσει ο Θεός να συναντήσει τον δούλο του Παχώμιο.

Όταν ένας αββάς της Ταβέννησης, ο Πεκούσιος, πέρασε από εκείνο το μοναστήρι, ο Θεόδωρος ζήτησε να τον ακολουθήσει στον τόπο του αγίου. Παρά τους δισταγμούς για την οργή των γονέων, ο νέος ασκητής πορεύτηκε πεζός κατά μήκος του Νείλου ακολουθώντας τη βάρκα των μοναχών. Όταν αντίκρισε τα τείχη της μονής, φίλησε τις πέτρες με δάκρυα ευγνωμοσύνης για την εκπλήρωση της προσευχής του.

Ο Παχώμιος τον υποδέχθηκε με αγάπη, γιατί ο Θεός είχε φανερώσει εκ των προτέρων στον γέροντα την έλευση του νεαρού μαθητή. Από εκείνη τη στιγμή ο Θεόδωρος αφοσιώθηκε ολόψυχα στην υπακοή, στην καθαρότητα της καρδιάς και στη σιωπή της γλώσσας. Φύλαγε τη γλώσσα του με αυστηρότητα και απέφευγε κάθε λόγο που δεν έφερνε παρηγοριά ή ωφέλεια στους άλλους αδελφούς.

Στον πρώτο χρόνο της παραμονής του φωτίστηκε το κελί του και δύο λαμπροί άγγελοι εμφανίστηκαν δίπλα του την ώρα της προσευχής. Έντρομος βγήκε έξω και ανέβηκε στη στέγη, αλλά οι άγγελοι τον καθησύχασαν και του έδωσαν προφητικά πολλά κλειδιά. Μια φορά ο Παχώμιος τον επέπληξε άδικα για να δοκιμάσει την ταπείνωσή του ενώπιον των αδελφών.

Ο νεαρός μαθητής δεν δικαιολογήθηκε καθόλου, αλλά πήρε επάνω του το σφάλμα και είπε ότι πρέπει να κλαίει μέχρι να διορθώσει ο Κύριος την καρδιά του. Με τη συμπεριφορά, τη φιλαδελφία και τη γλυκύτητά του γινόταν στήριγμα και παρηγοριά για πολλούς αδελφούς. Ο γέροντας Παχώμιος τον προετοίμαζε σιωπηλά για τη μελλοντική του διακονία ως οδηγού των μοναχών.

Όταν κάποιος αδελφός θέλησε να εγκαταλείψει το μοναστήρι μετά από ένα επιτίμιο, ο Θεόδωρος προσποιήθηκε ότι κι ο ίδιος είχε αποφασίσει να φύγει μαζί του. Έτσι έδωσε θάρρος στον αδελφό και τον κράτησε στην κοινοβιακή ζωή, σώζοντάς τον από βέβαιη πτώση. Σε ηλικία περίπου είκοσι ετών ο Παχώμιος τού ανέθεσε να ομιλήσει στους αδελφούς μια Κυριακή για την Αγία Γραφή.

Ο νεαρός υπάκουσε ταπεινά και άρχισε να μιλάει με τη φώτιση που του έδινε ο Θεός. Μερικοί γέροντες όμως δεν άντεξαν να ακούν διδασκαλία από τόσο νεαρό μοναχό και άφησαν τη σύναξη με φθόνο και υπερηφάνεια. Ο Παχώμιος τους κάλεσε μετά και τους ήλεγξε αυστηρά για την έπαρσή τους και τη θλίψη που προκάλεσαν στο Άγιο Πνεύμα.

Στη συνέχεια όρισε τον Θεόδωρο οικονόμο της μονής και τον πήρε ως βοηθό στη διοίκηση της αδελφότητας. Μέσα σε όλα αυτά εκείνος δεν άλλαξε καθόλου τη στάση του μαθητή και διατήρησε την ίδια ταπείνωση απέναντι σε όλους. Ο λόγος του έβγαινε γεμάτος χάρη και η αγάπη του σκέπαζε τις αδυναμίες των αδελφών.

Συχνά διηγούνταν ξανά τα όσα άκουγε από τον γέροντα στους μοναχούς της Ταβέννησης. Είχε τόσο πλούσιο χάρισμα παρηγοριάς, ώστε ο Παχώμιος έλεγε πως μαζί διακονούν την ίδια αποστολή για τη δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και του ανέθεσε αργότερα την ηγουμενία ενός άλλου μοναστηριού της κοινοβιακής αδελφότητας.

Εκεί δεχόταν τους νέους μοναχούς και απομάκρυνε όσους ταράζανε την τάξη με τη ζωή τους. Όταν διόρθωνε κάποιον αδελφό, έπαιρνε πάντοτε και ο ίδιος το ίδιο επιτίμιο για να μη φανεί σκληρός κριτής. Κάποτε αρρώστησε ο Παχώμιος και οι αδελφοί ζήτησαν από τον Θεόδωρο να αναλάβει τη διαδοχή μετά τον θάνατο του πατέρα τους.

Όταν συνήλθε ο γέροντας και ζήτησε να μάθει τους λογισμούς των μαθητών του, ο Θεόδωρος ομολόγησε ότι δέχτηκε σιωπηλά την πρόταση των αδελφών. Αμέσως ο Παχώμιος τού αφαίρεσε κάθε εξουσία και τον έστειλε σε έναν έρημο τόπο για μετάνοια. Εκεί ο μαθητής έκλαψε πικρά για το αμάρτημα της κρυφής υπερηφάνειας που τον είχε αγγίξει.

Μετά από χρόνια ταπεινής πένθιμης άσκησης ο Παχώμιος τον αποκατέστησε στα παλιά του καθήκοντα. Είπε μάλιστα στους αδελφούς ότι μέσα από αυτή τη δοκιμασία ο Θεόδωρος προόδευσε επτά φορές περισσότερο από πριν. Όταν κοιμήθηκε ο Παχώμιος, ο Θεόδωρος έθαψε το τίμιο σώμα του δασκάλου του σε έναν μυστικό τόπο μακριά από κάθε ανθρώπινο μάτι.

Στη συνέχεια στάλθηκε στην Αλεξάνδρεια για διάφορες υποθέσεις της κοινοβιακής αδελφότητας. Επισκέφθηκε τον Μέγα Αντώνιο, ο οποίος θαύμαζε την κοινοβιακή ζωή του Παχωμίου και τον αγαπούσε ιδιαίτερα. Ο μέγας ασκητής τον έστειλε με συστατική επιστολή στον άγιο Αθανάσιο τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας.

Επιστρέφοντας στη Θηβαΐδα έμαθε για τον θάνατο του διαδόχου Πετρωνίου και υποτάχθηκε με ζήλο στον άγιο Ορσίσιο. Στεκόταν μπροστά του σαν πρόβατο, χωρίς καμία επιθυμία εξουσίας ή πρωτοκαθεδρίας μέσα στην αδελφότητα. Βλέποντας πως πολλοί αδελφοί έτρεχαν σε εκείνον για παρηγοριά, αποσύρθηκε ταπεινά στη μονή του Παχνούμη για να διευθύνει τον φούρνο του ψωμιού.

Όταν όμως ο ηγούμενος Απολλώνιος της μονής του Μονχώση επαναστάτησε και ζητούσε ανεξαρτησία από την αδελφότητα, ο Ορσίσιος αποσύρθηκε με σύνεση. Όρισε τότε διάδοχό του τον Θεόδωρο για να σώσει την ενότητα της αγίας αδελφότητας. Ο άγιος μάζεψε τους αδελφούς και τους παρακίνησε με δάκρυα να κρατήσουν την παράδοση του Παχωμίου.

Στη συνέχεια επισκέφθηκε όλα τα κοινόβια, άλλαξε τους γέροντες και ανέθεσε καινούργιες διακονίες σε όσους είχαν ανάγκη πνευματικής ανανέωσης. Θυμόταν πάντοτε το αυστηρό επιτίμιο που είχε λάβει για τον υπερήφανο λογισμό του στη νεότητά του. Γι’ αυτό ποτέ δεν θεωρούσε τον εαυτό του γέροντα της μονής, αλλά μόνο βοηθό και υπηρέτη του αββά Ορσισίου.

Κάθε φορά που ήθελε να πάρει κάποια απόφαση, πήγαινε πρώτος στον γέροντα και ζητούσε ταπεινά την άδειά του. Επιτελούσε πολλά θαύματα με τη χάρη του Θεού και αποκατέστησε την τάξη μέσα στα μοναστήρια. Συνομιλούσε με τον καθένα ξεχωριστά, παρηγορούσε όσους πολεμούσαν με τους λογισμούς και διόρθωνε με υπομονή τους οκνηρούς αδελφούς.

Εκτός από τα μοναστήρια που είχε ιδρύσει ο Παχώμιος, πρόσθεσε και άλλα στην επαρχία της Ερμουπόλεως. Ίδρυσε μάλιστα κοντά στον Ερμώντη και δύο γυναικείες μονές για την ένταξη γυναικών στην κοινοβιακή ζωή. Γύρω στα χρόνια του τετάρτου αιώνα τον επισκέφθηκε ο άγιος Αθανάσιος και θαύμασε τη ζωή και την τάξη των αδελφών.

Ο Θεόδωρος του είπε ταπεινά ότι αυτό το δώρο ανήκει στον πατέρα τους Παχώμιο. Λυπόταν βαθιά όταν έβλεπε μοναχούς να εγκαταλείπουν την αυστηρότητα και την απλότητα της ζωής που είχε ορίσει ο Παχώμιος. Ασκούνταν πιο σκληρά για χάρη τους και προσευχόταν τη νύχτα γονατιστός κοντά στον τάφο του δασκάλου του.

Μετά το Πάσχα μιας χρονιάς αρρώστησε βαριά και η αδελφότητα γέμισε αγωνία για τη ζωή του. Ο Ορσίσιος ικέτευσε τον Κύριο να πάρει εκείνον πρώτο, γιατί η αδελφότητα είχε ακόμη μεγάλη ανάγκη τον Θεόδωρο. Όμως αυτό δεν ήταν το θέλημα του Κυρίου για τη ζωή των δύο αυτών οσίων ανδρών.

Ομολόγησε λίγο πριν τον θάνατό του ότι ποτέ δεν είχε κάνει κάτι στη ζωή του χωρίς ταπεινή υπακοή. Κοιμήθηκε εν ειρήνη την εικοστή έβδομη Απριλίου ή κατ’ άλλους τη δέκατη έκτη Μαΐου. Όλοι οι αδελφοί φώναξαν τότε ότι ορφάνεψαν, γιατί μαζί του πέθανε για δεύτερη φορά και ο πατέρας τους Παχώμιος.

Ο άγιος Ορσίσιος τοποθέτησε το τίμιο σώμα του στον μυστικό τάφο του Παχωμίου σύμφωνα με την παράδοση. Όταν το έμαθε ο Αθανάσιος, έγραψε στους αδελφούς ότι ο Θεόδωρος θα είναι τώρα πάντοτε μαζί τους. Τους παρηγόρησε να μην κλαίνε άλλο για εκείνον που αναπαύεται ήδη με τους μακαρίους.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 16 Maj

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιοι Κασσιανός και Λαυρέντιος του Κομέλ

Δύο μαθητές του Αγίου Κορνηλίου του Κομέλ ανέλαβαν διαδοχικά την ηγουμενία της ίδιας ρωσικής μονής με σπάνια ταπείνωση και αγάπη προς τον γέροντά τους. Ο πρώτος μάλιστα παραιτήθηκε από την ηγουμενία μόλις επέστρεψε ο…

Lexo jetën

Η μακαρία κόρη Μούσα και το όραμα της Παναγίας

Μια νύχτα η Παναγία στάθηκε πλάι στο κρεβάτι ενός μικρού κοριτσιού της Ρώμης, συνοδευμένη από παρθένες ντυμένες στα λευκά. Τριάντα ημέρες αργότερα η ίδια κόρη παρέδιδε την ψυχή της ψιθυρίζοντας πως ερχόταν κοντά στην…

Lexo jetën

Ο Όσιος Βρενδανός, ο Ναυτικός Απόστολος της Ιρλανδίας

Ένας Ιρλανδός μοναχός ταξίδεψε με δερμάτινη βάρκα στα άγρια νερά του Ατλαντικού αναζητώντας το Νησί των Μακαρίων. Λέγεται μάλιστα πως τέλεσε τη θεία Λειτουργία πάνω στη ράχη μιας τεράστιας φάλαινας, μέσα στη μέση του…

Lexo jetën

Ο Νεομάρτυς Νικόλαος ο εκ Μετσόβου

Ένας νέος βοηθός φούρναρη στα Τρίκαλα λύγισε κάποτε στις πιέσεις των Τούρκων και αρνήθηκε τον Χριστό του. Όμως η συνείδησή του τον έσπρωξε πίσω στην Ορθοδοξία και τελικά μέσα στις φλόγες της αγοράς το…

Lexo jetën
2