Οι Μάρτυρες Έσπερος, Ζωή και τα παιδιά τους
Μέσα σε έναν αναμμένο κλίβανο, τέσσερις δούλοι έψαλλαν ύμνους και την επομένη βρέθηκαν άφθαρτοι, με τα πρόσωπα στραμμένα προς την ανατολή του ηλίου. Η μητέρα Ζωή, πριν φτάσει εκείνη η νύχτα της φωτιάς, μοίραζε κρυφά το ψωμί της στους φτωχούς και τους καλούσε να γίνουν δούλοι του Χριστού. Η οικογένεια καταγόταν από τη Φρυγία και υπηρετούσε στο σπίτι του Ρωμαίου Κατάλλου, στην Αττάλεια της Παμφυλίας, την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού.
Ο πατέρας Έσπερος, η σύζυγός του Ζωή και τα δύο παιδιά τους, ο Κυριακός και ο Θεόδουλος, ζούσαν ως σκλάβοι σε ένα ειδωλολατρικό αρχοντικό. Είχαν πιστέψει στον Χριστό από την παιδική τους ηλικία και διατηρούσαν την ευσέβειά τους μέσα στα πιο αντίξοα περιβάλλοντα. Οι αφέντες τους πρόσφεραν θυσίες στα είδωλα και ονόμαζαν θεούς τα ξόανα του σπιτιού.
Οι πιστοί δούλοι δεν άγγιζαν τίποτε από όσα είχαν προσφερθεί στους ψεύτικους θεούς, φοβούμενοι να μη μολυνθεί η ψυχή τους. Έτρωγαν λίγο μόνο όταν έπεφτε ο ήλιος, διαλέγοντας με προσοχή τα φαγητά που δεν είχαν αγγιχθεί από τις ειδωλολατρικές τελετές. Η Ζωή είχε καθήκον να φροντίζει τα ζώα του σπιτιού, ενώ ο σύζυγος και τα παιδιά της εργάζονταν σκληρά σε άλλες δουλειές.
Τα βράδια εκείνη πήγαινε στον θυρωρό και του πρότεινε να ξεκουραστεί λίγο, ώστε να αναλάβει η ίδια τη θέση του. Όταν εκείνος αποκοιμιόταν, η αγία μοίραζε το ψωμί στους φτωχούς και τους ξένους που χτυπούσαν την πόρτα. Έριχνε λίγο και στα σκυλιά, για να μη γαβγίζουν και ξυπνήσουν τους υπόλοιπους του σπιτιού.
Ψιθύριζε σε όσους πλησίαζαν να αναζητήσουν τον αληθινό Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Κάποια ημέρα ο Κυριακός και ο Θεόδουλος δεν άντεξαν άλλο τη ζωή ανάμεσα στους ειδωλολάτρες αφέντες τους. Παρακάλεσαν τη μητέρα τους να φύγουν μακριά από εκείνο το νοσηρό περιβάλλον της ασέβειας.
Εκείνη στην αρχή τους θύμισε ότι οι κύριοί τους είχαν εξουσία πάνω στο σώμα τους. Τα παιδιά όμως απάντησαν ότι ο Χριστός παρέδωσε τον εαυτό του στους Ιουδαίους και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα. Έτσι αποφάσισαν να ομολογήσουν ανοιχτά την πίστη τους στον Χριστό.
Σε μια στιγμή που ο Κάταλλος επέστρεφε στο σπίτι, τα δύο αδέλφια στάθηκαν μπροστά του και του μίλησαν με θάρρος. Του είπαν πως κύριος του ορατού τους σώματος ήταν εκείνος, αλλά κύριος της αόρατης ψυχής τους ήταν ο Χριστός. Ο Ρωμαίος αφέντης απόρησε με τα παράξενα λόγια και έστειλε να φωνάξουν τη μητέρα τους.
Όταν έμαθε πως ο Έσπερος έλειπε σε εργασία στην τοποθεσία Τριτωνία, αποφάσισε να στείλει τη Ζωή και τα παιδιά κοντά του. Σκέφτηκε ότι θα τους δοκίμαζε αργότερα, στη μεγάλη γιορτή για τη γέννηση του δικού του γιου. Η μητέρα και τα παιδιά ταξίδεψαν στην Τριτωνία γεμάτα χαρά και έψαλλαν στον δρόμο τους ψαλμούς του Δαβίδ.
Έβλεπαν το σπίτι του αφέντη τους σαν φυλακή και την επερχόμενη δοκιμασία σαν δρόμο προς την ουράνια ελευθερία. Εκεί έζησαν ένα διάστημα ήρεμα, καθώς προετοιμάζονταν εσωτερικά για το μαρτύριο που πλησίαζε. Συζητούσαν μεταξύ τους πως θα ήταν μεγάλη δωρεά να αξιωθούν να πεθάνουν για το άγιο όνομα του Χριστού.
Όταν γεννήθηκε ο γιος του Κατάλλου, όλη η πόλη γιόρτασε με θυσίες στη θεά Τύχη και με μεγάλο συμπόσιο. Στους δούλους στάλθηκαν κρασί και κρέατα από τα ειδωλόθυτα τραπέζια του αφέντη. Η Ζωή είδε από μακριά τους υπηρέτες να φέρνουν τα δώρα και ψιθύρισε μια θερμή προσευχή για δύναμη.
Πήρε το κρέας και το έριξε στα σκυλιά, ενώ το κρασί το έχυσε στη γη. Ένας δούλος έτρεξε αμέσως να το αναφέρει στον κύριό του και η οργή ξέσπασε σαν φωτιά. Ο Κάταλλος διέταξε να φέρουν αμέσως μπροστά του ολόκληρη την οικογένεια.
Η μητέρα ενθάρρυνε στον δρόμο τον άντρα της και τα παιδιά της να σταθούν ατρόμητα. Στο αρχοντικό η Ζωή ομολόγησε πως ελπίδα τους είναι ο Ιησούς Χριστός, ενώ οι θεοί του αφέντη είναι δαίμονες. Τότε οι δήμιοι γύμνωσαν τα δύο αδέλφια και τα κρέμασαν σε ένα δέντρο.
Άρχισαν να ξεσχίζουν τις σάρκες τους με σιδερένια όργανα, μπροστά στα μάτια των γονιών τους που τους ενθάρρυναν. Τα παιδιά απαντούσαν με γενναιότητα ότι τα βασανιστήρια ήταν ελαφρά για όσα περίμεναν να κερδίσουν στην αιώνια ζωή. Παρακαλούσαν τη μητέρα τους να ζητήσει μεγαλύτερες δοκιμασίες, για να αξιωθούν τα στεφάνια του μαρτυρίου.
Η Ζωή μίλησε στον Κάταλλο και του είπε ότι οι ήπιες τιμωρίες δεν αγγίζουν την αντοχή των παιδιών της. Ο ειδωλολάτρης άρχοντας, εξοργισμένος ακόμη περισσότερο από τη γενναιότητά τους, διέταξε σκληρά βασανιστήρια και για τους γονείς. Στη συνέχεια πρόσταξε να ανάψουν έναν μεγάλο κλίβανο, ώσπου να γίνει κατακόκκινος από τη φωτιά.
Έριξαν μέσα και τους τέσσερις μάρτυρες, ενώ τοποθέτησαν φρουρούς γύρω από το καμίνι. Από τις φλόγες όμως άρχισαν να ακούγονται ψαλμωδίες και ύμνοι δοξολογίας στον Κύριο. Ο Κάταλλος απορούσε πώς η φωτιά δεν μπορούσε να αγγίξει τα σώματα των αγίων.
Οι μάρτυρες τότε προσευχήθηκαν και ζήτησαν από τον Πατέρα να δεχθεί ειρηνικά τις ψυχές τους. Παρέδωσαν τα πνεύματά τους στα χέρια του Θεού τη δεύτερη ημέρα του Μαΐου. Την επομένη το πρωί άνοιξαν τον κλίβανο και αντίκρισαν ένα συγκλονιστικό θαύμα της θείας χάριτος.
Τα τέσσερα σώματα κείτονταν άφθαρτα, στραμμένα προς την ανατολή, σαν να βρίσκονταν σε ήσυχο ύπνο. Ακούστηκε τότε φωνή από τον ουρανό που καλούσε τους δικαίους να εισέλθουν στον παράδεισο του Κυρίου τους. Η ίδια φωνή προειδοποίησε τον ασεβή Κάταλλο για την αιώνια καταδίκη που τον περίμενε στο άσβεστο πυρ.
Οι ψυχές των μαρτύρων ενώθηκαν με τα τάγματα των αγγέλων και των αρχαγγέλων στους ουρανούς. Η μνήμη τους τιμάται από την Εκκλησία τη δεύτερη ημέρα του Μαΐου κάθε χρόνου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανήγειρε ναό προς τιμήν της αγίας Ζωής.
Το ιερό αυτό βρισκόταν κοντά στον ναό της αγίας Άννας, στην περιοχή Δεύτερον της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν το οικοδόμημα κατέρρευσε από τη φθορά του χρόνου, ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Πρώτος ανοικοδόμησε τον ναό από τα θεμέλιά του. Έτσι η Εκκλησία διατήρησε ζωντανή την ανάμνηση των τεσσάρων δούλων που νίκησαν τη φωτιά με την πίστη τους.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 02 Maj
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιοι Αθανάσιοι της 2ας Μαΐου: στύλοι και ομολογητές της Ορθοδοξίας
Ένα παιδί στην ακρογιαλιά της Αλεξάνδρειας βάφτιζε τους ειδωλολάτρες συντρόφους του, κι ένας Πατριάρχης τον παρακολουθούσε σιωπηλά από το παράθυρο. Πολλούς αιώνες αργότερα, ένας άλλος Αθανάσιος από την Κρήτη ανέβηκε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως…
Lexo jetënΆγιος Βόρις-Μιχαήλ, ο Φωτιστής της Βουλγαρίας
Όταν η αδελφή του βρέθηκε αιχμάλωτη στην Κωνσταντινούπολη, διδάχθηκε εκεί την Ορθόδοξη πίστη και έγινε αργότερα η οδηγός του πρώτου χριστιανού τσάρου. Ο Θεόδωρος Κουφαράς, ένας ευγενής μοναχός που έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων,…
Lexo jetënΗ τυφλή Οσία που έβλεπε τις ψυχές
Πάνω από την κολυμβήθρα της μικρής Ματρώνας σχηματίστηκε ένα ευωδιαστό σύννεφο, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του ευλαβούς ιερέα Βασιλείου. Ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, χωρίς ποτέ να την έχει συναντήσει, τη φώναξε ονομαστικά και…
Lexo jetënΟ Όσιος Γεώργιος ο μυλωνάς του Γοματίου
Στο Γομάτι της Χαλκιδικής, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, ένας ταπεινός μυλωνάς άλεθε δωρεάν το σιτάρι των φτωχών. Όταν Τούρκικο ασκέρι πέρασε από την περιοχή του, η γυναίκα και τα παιδιά του χάθηκαν…
Lexo jetën