EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Αγία Γλαφύρα και ο Επίσκοπος Βασίλειος της Αμασείας

Μια νεαρή υπηρέτρια της αυτοκράτειρας ντύθηκε άντρας και έφυγε κρυφά από το παλάτι του Λικινίου για να σώσει την παρθενία της. Τα χρήματα που πήρε μαζί της έγιναν αργότερα η θεμέλια ενός ολόκληρου ναού στην Αμάσεια του Πόντου. Η Αγία Γλαφύρα ζούσε στην αυλή της αυτοκράτειρας Κωνσταντίας, της συζύγου του αυτοκράτορα Λικινίου, με σεμνότητα και βαθύ φόβο Θεού.

Όταν ο διεφθαρμένος αυτοκράτορας στράφηκε με ακάθαρτη επιθυμία πάνω της, εκείνη έτρεξε αμέσως και ζήτησε προστασία από την κυρία της. Η Κωνσταντία, ευσεβής και συνετή, την έντυσε με αντρικά ρούχα και της έδωσε χρήματα για το ταξίδι. Της παραχώρησε επίσης έναν πιστό υπηρέτη, ώστε να φύγει με ασφάλεια προς τις περιοχές του Πόντου.

Για να καθησυχάσει τον αυτοκράτορα, του είπε πως η Γλαφύρα έχασε τα λογικά της και βρίσκεται κοντά στον θάνατο. Έτσι η αγία γλίτωσε από τα χέρια του Λικινίου και ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι προς την Αρμενία. Στον δρόμο της σταμάτησε στην πόλη Αμάσεια, όπου ο επίσκοπος Βασίλειος δέχτηκε με αγάπη και της πρόσφερε καταφύγιο.

Εκεί άρχισε να ξεδιπλώνεται μια ιστορία πίστης που ένωσε δύο αγίους. Εκείνη την περίοδο ο επίσκοπος Βασίλειος προσπαθούσε να ολοκληρώσει την ανέγερση ενός νέου ναού στην πόλη της Αμάσειας. Η Αγία Γλαφύρα, βλέποντας τον κόπο και την αγωνία του ποιμένα, χάρισε όλα τα χρήματα που της είχε δώσει η αυτοκράτειρα Κωνσταντία.

Έγραψε επίσης γράμμα στην ευσεβή κυρά της και της ζήτησε να στείλει επιπλέον χρήματα για την αποπεράτωση του ιερού ναού. Η Κωνσταντία ανταποκρίθηκε αμέσως και έστειλε όσα χρειάζονταν για να τελειώσει με ευπρέπεια το έργο. Όμως η επιστολή της αγίας έπεσε δυστυχώς στα χέρια του ίδιου του αυτοκράτορα Λικινίου.

Η οργή του ξέσπασε σφοδρή και χωρίς όρια εναντίον της κοπέλας και του ιεράρχη. Διέταξε τον διοικητή της Αμάσειας να του στείλει αμέσως δεμένους τόσο τον επίσκοπο όσο και την υπηρέτρια. Πριν φτάσει όμως η αυτοκρατορική διαταγή στην πόλη, η Αγία Γλαφύρα παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή της στον Κύριο.

Έτσι έφυγε από αυτή τη ζωή και πέρασε στις ουράνιες μονές, σώζοντας τόσο την παρθενία όσο και την πίστη της. Ο επίσκοπος Βασίλειος όμως οδηγήθηκε μόνος του προς την αυτοκρατορική αυλή, για να σταθεί απέναντι στον τύραννο. Δύο πιστοί διάκονοι, ο Παρθένιος και ο Θεότιμος, ακολούθησαν τον επίσκοπο και έμειναν κοντά στη φυλακή του.

Ο ευσεβής χριστιανός Ελπιδηφόρος έδωσε χρήματα στον δεσμοφύλακα και κάθε νύχτα έμπαινε μέσα μαζί με τους διακόνους. Την παραμονή της δίκης ο άγιος Βασίλειος έψαλλε ψαλμούς και επαναλάμβανε με δάκρυα τα λόγια του προφήτη Δαβίδ. «Εάν κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και εκεί η χειρ σου οδηγήσει με».

Τρεις φορές ξέσπασε σε κλάματα μπροστά στους φίλους του, ενώ εκείνοι ανησύχησαν για την αντοχή του στα μαρτύρια. Ο άγιος όμως τους καθησύχασε και τους έδωσε δύναμη με τα γαλήνια λόγια του. Στη δίκη απέρριψε σταθερά την πρόταση του αυτοκράτορα να γίνει ειδωλολατρικός ιερέας και να αρνηθεί τον Χριστό.

Καταδικάστηκε αμέσως σε αποκεφαλισμό και οδηγήθηκε με γαλήνη προς τον τόπο της εκτέλεσης. Ο Ελπιδηφόρος έδωσε χρήματα στους στρατιώτες και πέτυχε να μιλήσει ο άγιος με τους φίλους του. Έπειτα ο επίσκοπος είπε ήρεμα στον δήμιο: «Φίλε, κάνε αυτό που σε διέταξαν».

Έσκυψε τον αυχένα του κάτω από το ξίφος χωρίς φόβο και χωρίς ταραχή. Μετά τον αποκεφαλισμό ο Ελπιδηφόρος προσπάθησε να εξαγοράσει το ιερό σώμα του μάρτυρα από τους στρατιώτες. Εκείνοι όμως φοβήθηκαν την οργή του αυτοκράτορα και έριξαν στη θάλασσα τόσο το σώμα όσο και την τίμια κεφαλή.

Ύστερα από αυτό ο άγγελος του Κυρίου παρουσιάστηκε τρεις φορές στον Ελπιδηφόρο μέσα στον ύπνο του. Του είπε με σαφήνεια πως ο επίσκοπος Βασίλειος βρίσκεται στη Σινώπη και τον περιμένει εκεί. Υπακούοντας στο ουράνιο μήνυμα, ο Ελπιδηφόρος και οι δύο διάκονοι μπήκαν σε πλοίο και έφτασαν στη Σινώπη του Πόντου.

Εκεί πλήρωσαν ντόπιους ψαράδες και τους ζήτησαν να ρίξουν τα δίχτυα τους στα νερά της θάλασσας. Όταν τα έριξαν με την υπόδειξη των διακόνων Θεοτίμου και Παρθενίου, δεν έπιασαν απολύτως τίποτα. Τότε ο Ελπιδηφόρος δήλωσε πως θα ζητούσε να ριχτεί το δίχτυ στο όνομα του αληθινού Θεού.

Αυτή τη φορά το δίχτυ ανέβασε επάνω το ιερό λείψανο του αγίου επισκόπου Βασιλείου. Η κεφαλή ενώθηκε ξανά με το σώμα και μόνο μια λεπτή ουλή φανέρωνε το χτύπημα του ξίφους. Τα ιερά λείψανα μεταφέρθηκαν τιμητικά στην Αμάσεια και ενταφιάστηκαν μέσα στον ναό που είχε ανεγείρει.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 26 Prill

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Ιερομάρτυς Βασιλεύς Επίσκοπος Αμασείας

Στην αυλή του Λικινίου, μια νεαρή Ιταλίδα ευγενούς καταγωγής, η Γλαφύρα, αρνήθηκε με αποστροφή την ασελγή επιθυμία του αυτοκράτορα. Η σύζυγός του Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την έντυσε ως άνδρα και την έφυγε…

Lexo jetën

Ο φωτιστής της γης των Περμίων

Μέσα στα πυκνά δάση του Βορρά, ένας νεαρός μοναχός από το Ουστιούγκ έκαψε με τα ίδια του τα χέρια την ιερή σημύδα των ειδωλολατρών Ζυριάνων. Έπλασε ολόκληρο αλφάβητο για έναν λαό που δεν είχε…

Lexo jetën
1