EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Άγιος Κοδράτος της Νικομηδείας και η συνοδεία του

Με δικά του χρήματα εξαγόραζε τους δεσμοφύλακες, για να μπαίνει ελεύθερα στη φυλακή της Νικομηδείας και να στηρίζει τους αλυσοδεμένους αδελφούς του. Όταν έφτασε ο ανθύπατος Περέννιος για να δικάσει τους χριστιανούς, ο νεαρός Κοδράτος παρουσιάστηκε μόνος του στο δικαστήριο, για να μη λυγίσει κανείς από τον φόβο. Καταγόταν από ευγενική και πλούσια οικογένεια, ξεχώριζε για την ομορφιά, την ευσέβεια και τη δύναμη του λόγου του.

Τα χρόνια εκείνα ήταν σκληρά, καθώς ο αυτοκράτορας Δέκιος και αργότερα ο Βαλεριανός εξαπέλυαν ανελέητο διωγμό εναντίον της Εκκλησίας. Πολλοί πιστοί κρύβονταν στα βουνά και στις ερήμους, άλλοι όμως περίμεναν με θάρρος την ώρα του μαρτυρίου μέσα στα σπίτια τους. Ο Κοδράτος ανήκε σε εκείνους που δεν λογάριαζαν τη ζωή τους μπροστά στην αγάπη του Χριστού.

Έφερνε τροφή και ενίσχυση στους φυλακισμένους, τους παρακαλούσε να μείνουν σταθεροί και τους θύμιζε τον αιώνιο μισθό της βασιλείας των ουρανών. Όταν λοιπόν στήθηκε το δικαστήριο και είδε κάποιους αδελφούς να χλωμιάζουν, στάθηκε πίσω από το πλήθος και φώναξε δυνατά πως όλοι είναι δούλοι του αοράτου Θεού και πολίτες του ουρανού. Ο ανθύπατος έμεινε άναυδος από το θάρρος του νεαρού άνδρα και διέταξε αμέσως να τον φέρουν μπροστά του.

Ο Κοδράτος πέρασε ανάμεσα από το πλήθος, σφράγισε τον εαυτό του με τον σταυρό και δήλωσε πως μιλά εξ ονόματος όλων των αδελφών του. Όταν ρωτήθηκε για το όνομα και την καταγωγή του, αποκρίθηκε πως η μόνη του ευγένεια είναι το να ονομάζεται δούλος του Χριστού. Ο Περέννιος προσπάθησε με κολακείες να τον μεταπείσει, υποσχόμενος αξιώματα και τιμές από τον αυτοκράτορα, αν δεχόταν να θυσιάσει στους δώδεκα θεούς.

Ο μάρτυρας απάντησε πως υπάρχει ένας μόνος Δεσπότης και Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, και πως οι θεοί των ειδωλολατρών είναι νεκρά είδωλα. Με παρρησία ξεσκέπασε τις αισχρές πράξεις που οι ίδιοι οι ποιητές τους αποδίδουν στους θεούς του δωδεκαθέου. Ο ανθύπατος έγινε έξαλλος και διέταξε να τον γυμνώσουν και να τον δείρουν με νεύρα βοδιού.

Ο άγιος σιωπούσε, ώσπου κάποιοι αποκάλυψαν την ευγενική του καταγωγή. Τότε ο Περέννιος προσπάθησε ξανά να τον δελεάσει, αλλά εκείνος αποκρίθηκε με τα λόγια του ψαλμωδού, λέγοντας πως προτιμά την παραμικρή θέση στον οίκο του Θεού από τα σκηνώματα της ασέβειας. Βλέποντας ο ανθύπατος την ακλόνητη πίστη του, διέταξε νέο, σκληρότερο βασανισμό.

Οι δήμιοι εναλλάχθηκαν πέντε φορές χτυπώντας τον, η πλάτη του πρήστηκε φοβερά και η σάρκα του ξεκολλούσε από τα οστά. Ο μάρτυρας όμως δοξολογούσε τον Χριστό και ζητούσε δύναμη από το Άγιο Πνεύμα για να μη λυγίσει. Όταν έπεσε το βράδυ, τον έριξαν στη φυλακή, του έβαλαν αιχμηρά καρφιά κάτω από την πλάτη, μια τεράστια πέτρα στο στήθος και σιδερένια δεσμά στα πόδια.

Παρέμεινε έτσι πολλές ημέρες, στηριγμένος μυστικά από τη χάρη του Θεού. Έπειτα ο ανθύπατος ξεκίνησε για τη Νίκαια, σέρνοντας πίσω του τον άγιο και όλους τους φυλακισμένους χριστιανούς. Φτάνοντας εκεί, ο Κοδράτος ζήτησε να τον οδηγήσουν πρώτο μέσα στον ειδωλολατρικό ναό.

Όλοι έμειναν έκπληκτοι βλέποντάς τον υγιή, χαρούμενο και λαμπρό στο πρόσωπο, ενώ μόλις είχε υποφέρει τόσα φρικτά βασανιστήρια. Όταν τον έλυσαν, εκείνος όρμησε επάνω στο μεγαλύτερο είδωλο, το ανέτρεψε και το συνέτριψε στη γη. Οι στρατιώτες πρόλαβαν τους άλλους θεούς, ενώ ο Περέννιος διέταξε να κρεμάσουν τον μάρτυρα έξω από τον ναό και να ξεσχίζουν το σώμα του με σιδερένια όργανα.

Την ίδια ώρα προσήλθαν αρκετοί που είχαν αρνηθεί προηγουμένως την πίστη τους από τον φόβο των βασάνων. Ο Κοδράτος, κρεμασμένος και πληγωμένος, τους μίλησε με πατρική αγάπη, υπενθυμίζοντας την ανάσταση των νεκρών, την κρίση του Θεού και το άσβεστο πυρ της κολάσεως. Τους θύμισε πως αντάλλαξαν την αιώνια βασιλεία με μια πρόσκαιρη ζωή, παραδομένοι στον διάβολο.

Εκείνοι έπεσαν στη γη με δάκρυα, χτυπούσαν το στήθος τους με πέτρες και έριχναν στάχτη στα κεφάλια τους. Ο θρήνος τους συγκλόνισε ολόκληρη τη Νίκαια, και ο μάρτυρας προσευχήθηκε θερμά για τη σωτηρία τους. Μόλις τελείωσε την προσευχή του, οι δήμιοι έπεσαν στο έδαφος σαν νεκροί.

Ένα φωτεινό σύννεφο σκέπασε τον άγιο και τους μετανοούντες, ενώ τους ειδωλολάτρες κάλυψε πυκνό σκοτάδι. Ακούστηκε ψαλμωδία αγγέλων από τα ύψη, ώσπου μετά από δύο ώρες διαλύθηκε το σκότος. Ο ανθύπατος, μόλις συνήλθε, διέταξε να φυλακίσουν όλους τους χριστιανούς.

Την επομένη ημέρα έβγαλε τους υπόλοιπους από τη φυλακή και τους διέταξε να θυσιάσουν στα είδωλα. Επειδή έμειναν αμετακίνητοι, πρόσταξε να τους στείλουν στις πατρίδες τους και να τους κάψουν εκεί ζωντανούς. Από τη Νίκαια ο Περέννιος συνέχισε στην Απάμεια, σέρνοντας πάντοτε τον Κοδράτο μαζί του.

Εκεί τον έβαλε σε δερμάτινο σάκο γεμάτο φαρμακερά ερπετά και τον έριξε σε βαθύ, βαλτώδες όρυγμα. Την επομένη όλοι εξεπλάγησαν, καθώς ο μάρτυρας βγήκε εντελώς αβλαβής, δοξάζοντας τον Χριστό για την υπερφυσική προστασία. Στην Καισάρεια ο ανθύπατος διέταξε νέους ξυλοδαρμούς, καθώς το σώμα του αγίου δεν είχε πλέον σάρκα παρά μόνο γυμνά κόκαλα.

Καθώς οι δήμιοι τον χτυπούσαν, ο Κοδράτος έψαλλε στίχους του ψαλμωδού και ανέπεμπε δοξολογία στην Αγία Τριάδα. Όταν το πλήθος των πιστών αποκρίθηκε με φωνή «αμήν», ο Περέννιος όρμησε εναντίον δύο επιφανών αρχόντων, του Σατορίνου και του Ρουφίνου, που στέκονταν εκεί. Τους γύμνωσαν αμέσως, τους κρέμασαν και τους ξέσχισαν τόσο, ώστε κινδύνευαν να βγουν τα σπλάχνα τους έξω.

Στους πόνους τους ζήτησαν την προσευχή του Κοδράτου, ο οποίος παρακάλεσε τον Χριστό να τους δώσει δύναμη μέχρι τέλους. Σιωπηλοί από τα ανυπόφορα μαρτύρια, οι δύο νέοι μάρτυρες αποκεφαλίστηκαν και ανήλθαν στους ουρανούς, στεφανωμένοι από τον Δεσπότη που ομολόγησαν. Έπειτα ο Περέννιος συνέχισε προς την Απολλωνία και τον Ελλήσποντο, βασανίζοντας τον άγιο σε κάθε σταθμό με διαρκώς νέους τρόπους.

Του έχυναν ξύδι και αλάτι στις πληγές, του έτριβαν τις σάρκες με τρίχινα σχοινιά και ακουμπούσαν πυρακτωμένο σίδερο στα πλευρά του. Ο Κοδράτος δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει και τον μετέφεραν με άμαξα, όμως το πρόσωπό του ακτινοβολούσε χαρά εν Χριστώ. Σε ένα τελευταίο χωριό ο ανθύπατος διέταξε να ανάψουν τεράστια φωτιά και να βάλουν επάνω σιδερένια κλίνη πυρακτωμένη.

Ο μάρτυρας ζήτησε να ανέβει μόνος στο βασανιστήριο, σφραγίστηκε με τον σταυρό και ξάπλωσε στο αναμμένο κρεβάτι σαν να ήταν μαλακό στρώμα. Η φωτιά έχασε τη φυσική της δύναμη, δροσίζοντας το πληγωμένο σώμα του, ενώ εκείνος έψαλλε στίχους του Δαβίδ και ειρωνευόταν τον ανθύπατο για τη μάταιη μανία του. Βλέποντας τη θαυμαστή του διαφύλαξη, ο Περέννιος διέταξε να τον αποκεφαλίσουν έξω από το χωριό.

Ο άγιος σηκώθηκε με σταθερά πόδια από τη φωτιά, βάδισε μόνος του ψάλλοντας τη δοξολογία και κλίνοντας τον αυχένα παρέδωσε την ψυχή του στον αγωνοθέτη Κύριο.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 10 Mars

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Πατρικία που έγινε ευνούχος της ερήμου

Είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια έζησε κλεισμένη μέσα σε μια σπηλιά της ερήμου, ντυμένη με ανδρικά ράσα και βαφτισμένη με το όνομα Αναστάσιος ο ευνούχος. Λίγα χρόνια νωρίτερα όμως, ήταν η πρώτη πατρικία της αυλής…

Lexo jetën

Ο Όσιος Ιωάννης ο Χρυσοστόμος του Χαχουλίου

Στα ορεινά φαράγγια της Ταό, εκεί όπου ο ποταμός Χαχουλί συναντά τον Τορτούμι, ένας Γεωργιανός μοναχός κέρδισε το ίδιο όνομα με τον μεγάλο Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Τον αποκάλεσαν Χρυσόστομο, επειδή τα κηρύγματά του είχαν τέτοια…

Lexo jetën
1