Ο Φλεγόμενος Ασκητής του Σαρώφ
Χίλιες μέρες και χίλιες νύχτες πέρασε γονατιστός πάνω σε έναν βράχο μέσα στο πυκνό δάσος, ψιθυρίζοντας ασταμάτητα την προσευχή του τελώνη. Τρεις ληστές τον χτύπησαν με το στειλιάρι του τσεκουριού και τον άφησαν μισοπεθαμένο στο αίμα, όμως εκείνος τους συγχώρεσε και ζήτησε να μην τιμωρηθούν. Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στις δεκαεννέα Ιουλίου του χίλια επτακόσια πενήντα εννέα στο Κουρσκ της Ρωσίας και στη βάπτιση πήρε το όνομα Πρόχορος.
Οι γονείς του, ο Ισίδωρος και η Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι, γνωστοί για την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία τους στην πόλη τους. Ο πατέρας του ανέλαβε την ανέγερση ενός μεγάλου ναού, αλλά πέθανε πριν προλάβει να ολοκληρώσει το έργο, αφήνοντας τη μέριμνα στη χήρα γυναίκα του. Η μητέρα του ανέθρεψε το παιδί με βαθιά πίστη και αγάπη προς την Εκκλησία, καλλιεργώντας μέσα του την κλίση προς τη μοναχική ζωή.
Από τα παιδικά του χρόνια φάνηκε η ιδιαίτερη προστασία του Θεού πάνω στον μικρό Πρόχορο, που ξεχώριζε για τη φωτεινή του μνήμη και την πραότητά του. Όταν ήταν επτά χρονών έπεσε από το ψηλό κωδωνοστάσιο του ναού που έχτιζε η μητέρα του και έμεινε αβλαβής, σαν να τον φύλαξε αγγελικό χέρι. Λίγο αργότερα αρρώστησε βαριά και κανείς δεν περίμενε να συνέλθει από την επικίνδυνη εκείνη ασθένεια.
Στον ύπνο του είδε την Παναγία να του υπόσχεται θεραπεία και πράγματι, όταν πέρασε από την αυλή του σπιτιού η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κουρσκ, η μητέρα έβγαλε το άρρωστο παιδί. Μόλις ο μικρός ασπάστηκε την ιερή εικόνα, βρήκε αμέσως την υγεία του και η οικογένεια δόξασε τον Θεό. Στα δεκαεπτά του χρόνια αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο και πήρε την ευχή της μητέρας του, η οποία τον ευλόγησε με έναν χάλκινο σταυρό.
Ο σταυρός αυτός παρέμεινε στο στήθος του ως το τέλος της ζωής του, σύμβολο της μητρικής αγάπης και της αφιέρωσης στον Χριστό. Ξεκίνησε με τα πόδια, μαζί με προσκυνητές, για να φτάσει στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και να αναζητήσει εκεί φωτισμένο γέροντα. Ο διορατικός ασκητής Δοσίθεος τον ευλόγησε να κατευθυνθεί στη μονή του Σαρώφ, όπου τον περίμενε ο τόπος της σωτηρίας του.
Στις είκοσι Νοεμβρίου του χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ έφτασε στη μονή, όπου τον δέχτηκε ο σοφός γέροντας Παχώμιος. Οκτώ ολόκληρα χρόνια έμεινε δόκιμος, εκτελώντας με ζήλο τα πιο ταπεινά διακονήματα, στον φούρνο, στα πρόσφορα, στο ξυλουργείο και στον ναό. Καθώς εργαζόταν ασταμάτητα, φύλαγε τον νου του μακριά από την ακηδία, που θεωρούσε τον πιο επικίνδυνο πειρασμό για τους νέους μοναχούς.
Νήστευε αυστηρά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές και αποσυρόταν στο δάσος για να λέει αδιάλειπτα την προσευχή του Ιησού. Σε κάποια στιγμή έπεσε σε βαριά αρρώστια που κράτησε τρία χρόνια, με το σώμα του πρησμένο και ανήμπορο να σηκωθεί από το στρώμα. Αρνήθηκε επίμονα τη βοήθεια γιατρών, λέγοντας ότι παρέδωσε τον εαυτό του στον αληθινό ιατρό των ψυχών και των σωμάτων.
Μετά από Παράκληση που έγινε για την υγεία του, του φανερώθηκε η Παναγία με τους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη τον Θεολόγο. Δείχνοντας τον άρρωστο νέο είπε στον Ιωάννη ότι αυτός είναι από το γένος τους και άγγιξε με το ραβδί της το πλευρό του. Αμέσως άρχισε να βγαίνει το υγρό που τον βασάνιζε και σύντομα ο Πρόχορος βρήκε την υγεία του.
Στον τόπο εκείνο της θεϊκής εμφάνισης χτίστηκε ναός και νοσοκομείο για τους αδελφούς της μονής. Μετά τα οκτώ χρόνια δοκιμασίας έλαβε το μοναχικό σχήμα με το όνομα Σεραφείμ, που σημαίνει ο φλογερός, και σε ένα χρόνο χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Λειτουργούσε καθημερινά με αδιάκοπη προσευχή και τις νύχτες των Κυριακών και των εορτών έμενε άγρυπνος στον ναό.
Σε μία θεία Λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης αξιώθηκε να δει τον Κύριο Ιησού Χριστό να εισέρχεται από τη δυτική πύλη, περιστοιχισμένος από τις ασώματες δυνάμεις και αστραφτερός σαν τον ήλιο. Ο Κύριος ευλόγησε όσους προσεύχονταν και εισήλθε στην εικόνα του πλάι στην ωραία πύλη, αφήνοντας τον Σεραφείμ άφωνο και αλλοιωμένο από τη χάρη. Στα χίλια επτακόσια ενενήντα τρία χειροτονήθηκε ιερέας και συνέχισε με μεγαλύτερο πόθο τις λειτουργίες και τους ασκητικούς του αγώνες.
Μετά την κοίμηση του αγαπημένου του γέροντα Παχωμίου, πήρε την ευλογία να αποσυρθεί σε ερημικό κελί μέσα στο πυκνό δάσος, κοντά στον ποταμό Σαρώβκα. Ονόμασε τον λόφο του Άθω και έδωσε στους γύρω τόπους ονόματα ιερά, όπως Βηθλεέμ, Ιορδάνης, Θαβώρ και Γολγοθάς. Διάβαζε εκεί τα αντίστοιχα ευαγγελικά χωρία, ζώντας νοερά τα πάθη και τη δόξα του Κυρίου.
Καθημερινά τρεφόταν με σκληρό ψωμί από τη μονή και αργότερα μόνο με τα λαχανικά του μικρού κήπου του, ενώ τις Τετάρτες και τις Παρασκευές δεν έβαζε τίποτε στο στόμα του. Την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής έμενε εντελώς νηστικός μέχρι το Σάββατο, που κοινωνούσε των αχράντων μυστηρίων. Για τρία χρόνια έζησε τρώγοντας μόνο ένα άγριο χόρτο που μάζευε ο ίδιος, την χορτάγερτο, μοιράζοντας μάλιστα το λίγο ψωμί του στα ζώα που τον επισκέπτονταν.
Ένα μεγάλο αρκούδι ερχόταν συχνά κοντά του και έπαιρνε φαγητό από το χέρι του σαν ήμερο κατοικίδιο. Για να αντιμετωπίσει τις σφοδρές επιθέσεις του πονηρού, ανέλαβε τον υπεράνθρωπο αγώνα της στυλιτικής προσευχής στους αρχαίους ασκητές. Χίλιες μέρες και χίλιες νύχτες στεκόταν όρθιος ή γονατιστός πάνω σε έναν μεγάλο γρανιτένιο βράχο μέσα στο δάσος, επαναλαμβάνοντας την προσευχή του τελώνη.
Από εκείνη την υπέρμετρη άσκηση πλήγωσε βαριά τα πόδια του και πήρε τραύματα που τον συνόδευαν μέχρι την κοίμησή του. Έτσι νίκησε τον αόρατο πόλεμο των λογισμών και έλαβε δύναμη από τα ύψη να αντέξει τη συνέχεια του δρόμου. Σε κάποια στιγμή τον επισκέφθηκαν τρεις ληστές, που νόμιζαν ότι κρύβει χρήματα από τους προσκυνητές του.
Αν και κρατούσε τσεκούρι και θα μπορούσε να αμυνθεί, ο Σεραφείμ θυμήθηκε τα λόγια του Κυρίου ότι όσοι πιάσουν μάχαιρα θα χαθούν με μάχαιρα. Άφησε το τσεκούρι, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και τους είπε με πραότητα να κάνουν ό,τι θέλουν. Εκείνοι τον χτύπησαν με το στειλιάρι, του έσπασαν τα πλευρά και τον άφησαν σχεδόν νεκρό μέσα στο αίμα του.
Όταν συνήλθε, σύρθηκε με μεγάλη δυσκολία ως τη μονή, όπου οι αδελφοί τον είδαν με τρόμο σε άθλια κατάσταση. Οι γιατροί εξεπλάγησαν που έμενε ακόμη ζωντανός, αλλά εκείνος αρνήθηκε κάθε ανθρώπινη βοήθεια και περίμενε τη θεραπεία από τον ουρανό. Πράγματι, η Παναγία του φανερώθηκε ξανά με τους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη και του χάρισε την υγεία, λέγοντας πως είναι από το γένος της.
Από τότε όμως έμεινε σκυφτός ως το τέλος της ζωής του και βάδιζε με τη βοήθεια ενός μικρού ραβδιού. Τους ληστές, όταν αργότερα συνελήφθησαν, ο όσιος ζήτησε να μην τιμωρηθούν και τους συγχώρεσε με πατρική αγάπη. Μετά την κοίμηση του γέροντα Ησαΐου, ο Σεραφείμ ανέλαβε τον αγώνα της σιωπής για τρία ολόκληρα χρόνια, χωρίς να μιλά σε κανέναν στο δάσος.
Όταν συναντούσε άνθρωπο, έπεφτε με το πρόσωπο στη γη μέχρι εκείνος να απομακρυνθεί, για να μην διακόπτεται η νοερά προσευχή του. Επειδή δεν μπορούσε πια να φτάνει στη μονή για τη θεία κοινωνία, οι αδελφοί ζήτησαν να επιστρέψει οριστικά κοντά τους. Έτσι, την άνοιξη του χίλια οκτακόσια δέκα γύρισε στη μονή ύστερα από δεκαπέντε χρόνια στην έρημο και κλείστηκε στο κελί του ως έγκλειστος.
Στην είσοδο του κελιού του τοποθέτησε το φέρετρο που είχε ετοιμάσει ο ίδιος, μπροστά στο οποίο προσευχόταν συχνά, μελετώντας την ώρα του θανάτου. Στο εσωτερικό υπήρχε μόνο μία εικόνα της Παναγίας, που ονόμαζε Χαρά πασών των χαρών, και μπροστά της έκαιγε ακοίμητο καντήλι. Διάβαζε όλη την Καινή Διαθήκη μέσα σε μία εβδομάδα και προσευχόταν αδιάκοπα με την καρδιά ενωμένη με τον νου.
Έπειτα από πέντε χρόνια άνοιξε λίγο την πόρτα του, χωρίς όμως να διακόψει τη σιωπή ακόμη και μπροστά σε υψηλούς επισκέπτες. Έζησε στον ησυχαστικό εκείνον εγκλεισμό άλλα δέκα χρόνια, ενωμένος μόνο με τους αγγέλους και τους αγίους. Στις είκοσι πέντε Νοεμβρίου του χίλια οκτακόσια είκοσι πέντε του εμφανίστηκε η Παναγία με τους ιεράρχες Κλήμεντα Ρώμης και Πέτρο Αλεξανδρείας και του φανέρωσε ότι είχε έρθει η ώρα να βγει από τον εγκλεισμό.
Από τότε άνοιξε διάπλατα την πόρτα του κελιού του και δέχτηκε όλους τους ανθρώπους, μοναχούς, λαϊκούς, πλούσιους και φτωχούς. Καθημερινά τον επισκέπτονταν χιλιάδες προσκυνητές από κάθε γωνιά της Ρωσίας, και εκείνος τους υποδεχόταν με χαρά λέγοντας πάντοτε ότι ο Χριστός ανέστη και αποκαλώντας τους χαρά του. Έδειχνε ιδιαίτερη στοργή στους αμαρτωλούς που έρχονταν μετανοημένοι, σαν τον άσωτο υιό του Ευαγγελίου.
Η υπερφυσική γλυκύτητά του μαλάκωνε τις πιο σκληρές καρδιές και η ταπείνωσή του έκανε τους περήφανους να χύνουν δάκρυα σαν παιδιά. Με το χάρισμα της διοράσεως διάβαζε τα μυστικά των καρδιών και απαντούσε σε επιστολές χωρίς να τις ανοίξει. Θεράπευε αρρώστους αλείφοντάς τους με το λάδι από το καντήλι της Παναγίας ή δίνοντάς τους να πιουν νερό από την πηγή που ονόμαζαν πηγή του Σεραφείμ.
Προφήτευσε τον πόλεμο της Κριμαίας, την πείνα και τη φοβερή δοκιμασία που θα έπληττε αργότερα τη Ρωσία και την Εκκλησία. Στον πλούσιο γαιοκτήμονα Μοτοβίλωφ, που είχε θεραπευτεί από τις προσευχές του και είχε γίνει αφοσιωμένος μαθητής του, ο όσιος αποκάλυψε τον σκοπό της χριστιανικής ζωής. Σε ερώτησή του απάντησε πως ο σκοπός είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, με προσευχή και έργα ευλογημένα από την Εκκλησία.
Καθώς ο Μοτοβίλωφ ζητούσε να καταλάβει τι είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο γέροντας τον πήρε στα χέρια του και το πρόσωπό του έλαμψε φωτεινότερο από τον ήλιο του μεσημεριού. Του είπε με πατρική σιγουριά ότι παρακάλεσε τον Κύριο να τον αξιώσει να δει με τα σωματικά του μάτια την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Ο Μοτοβίλωφ ένιωσε ανέκφραστη γαλήνη, ευωδία και θερμότητα μέσα στο κατάψυχρο δάσος, εκπληρώνοντας τον λόγο του Κυρίου πως η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα μας.
Το χειρόγραφο της θαυμαστής εκείνης συνομιλίας βρέθηκε αργότερα, στο χίλια εννιακόσια τρία, με την έναρξη της διαδικασίας αγιοποιήσεως. Στα μαθήματά του ο όσιος επαναλάμβανε συχνά πως όποιος αποκτήσει το πνεύμα της ειρήνης, χιλιάδες ψυχές γύρω του θα σωθούν. Η εσωτερική εκείνη ειρήνη απλωνόταν παντού γύρω του σαν φως και χαρά, και έγινε η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της ζωής του στη ρωσική γη.
Από τα χρόνια που ήταν ακόμη διάκονος, η πρώτη ηγουμένη της μονής Ντιβέγιεβο, η μοναχή Αλεξάνδρα, του ανέθεσε την πνευματική καθοδήγηση της νεοσύστατης αδελφότητας. Σε όλη τη ζωή του φρόντισε τις πνευματικές του θυγατέρες με πατρική στοργή, παρά τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες της μονής. Με εντολή της Παναγίας ίδρυσε και δεύτερη μονή, που ονόμασε Μύλο, με αυστηρό κανόνα ζωής στραμμένο στην προσευχή του Ιησού.
Λίγο πριν την κοίμησή του, κάλεσε μία αδελφή από το Ντιβέγιεβο και της είπε πως θα τους επισκεφθεί η Παναγία. Ακούστηκε ξαφνικά ένας ήχος σαν δυνατός αέρας μέσα στο δάσος και ύστερα εκκλησιαστικοί ύμνοι, ενώ το κελί γέμισε φως και ευωδία. Η Παναγία εμφανίστηκε με δύο αγγέλους, τον Πρόδρομο και τον Θεολόγο, και με δώδεκα παρθένες μάρτυρες πίσω της.
Ο όσιος συνομίλησε όρθιος μαζί της σαν φίλος, και η Βασίλισσα των ουρανών του υποσχέθηκε ότι θα φροντίζει τις αδελφές του Ντιβέγιεβο. Φεύγοντας του είπε τα γλυκύτατα λόγια ότι σύντομα θα ήταν μαζί τους στους ουρανούς. Αυτή ήταν η δωδέκατη θεϊκή εμφάνιση που αξιώθηκε ο όσιος Σεραφείμ μέσα στη ζωή του.
Σε ηλικία εβδομήντα δύο ετών, βασανισμένος από τις πληγές αλλά πάντα φωτεινός, μιλούσε όλο και πιο συχνά για τον επικείμενο θάνατό του με χαρά. Την πρώτη Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια τριάντα τρία κοινώνησε για τελευταία φορά και προσκύνησε όλες τις εικόνες, ανάβοντας από ένα κερί σε κάθε μία. Ευλόγησε όλους τους αδελφούς λέγοντάς τους να εργάζονται για τη σωτηρία τους, να αγρυπνούν, γιατί τα στεφάνια τους ήταν ήδη έτοιμα.
Επισκέφθηκε τον τόπο όπου θα τον έθαπταν, κλείστηκε στο κελί του και την ίδια νύχτα παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Τον βρήκαν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ψάλλοντας ακόμη μέσα του ύμνους της Αναστάσεως, όπως είχε προειπεί πως ο θάνατός του θα φανερωνόταν με φωτιά. Όλος ο λαός των γύρω περιοχών συγκεντρώθηκε για την ταφή του, θρηνώντας τον αγαπημένο γέροντα.
Μετά την κοίμησή του εξακολούθησε να εμφανίζεται και να θεραπεύει τα πνευματικά του παιδιά, ενώ η ευλάβεια του ρωσικού λαού δυνάμωνε διαρκώς. Η αγιοκατάταξή του στις δεκαεννέα Ιουλίου του χίλια εννιακόσια τρία, παρουσία της αυτοκρατορικής οικογένειας και πλήθους πιστών, υπήρξε ο θρίαμβος της ορθόδοξης πίστης. Τα ιερά λείψανά του, που χάθηκαν στα χρόνια των διωγμών, βρέθηκαν θαυματουργικά το χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα και μεταφέρθηκαν με μεγαλοπρέπεια στη μονή του Ντιβέγιεβο, σηματοδοτώντας την αναγέννηση της εκκλησιαστικής ζωής στη Ρωσία.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 02 Janar
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Γεννάδιος ο Κερκυραίος και η Μονή της Κασσωπίτρας
Στα χίλια οκτακόσια πενήντα ένας ταπεινός ιερομόναχος από τους Καλαρρύτες της Ηπείρου παρέλαβε ένα μικρό ναΰδριο στην Κέρκυρα και ονειρεύτηκε γυναικείο μοναστήρι. Λίγα χρόνια αργότερα, στα πενήντα τέσσερά του μόλις χρόνια, άφηνε πίσω του…
Lexo jetënΌσιος Νείλος ο Ηγιασμένος, ο κτήτορας του Γηρομερίου
Ένας νεαρός βλαστός της βασιλικής οικογένειας των Λασκάρεων εγκατέλειψε τα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης για χάρη της ερήμου. Αργότερα, ως άγνωστος ζητιάνος, στάθηκε μπροστά στη μητέρα και την αδελφή του, και πήρε σιωπηλά την ελεημοσύνη…
Lexo jetënΗ Οσία Ιουλιανή του Λαζάρεβο, η ελεήμων αρχόντισσα του Μουρόμ
Μέσα στη φρικτή πείνα που ρήμαξε τη ρωσική γη, η Ιουλιανή έδωσε την τελευταία της μπουκιά σε έναν ζητιάνο και έμεινε η ίδια νηστική. Όταν ξέσπασε ύστερα η θανατηφόρα επιδημία, αφιερώθηκε ολόκληρη στους αρρώστους,…
Lexo jetënΟ Άγιος Σίλβεστρος και η νίκη της πίστεως στη Ρώμη
Στην καρδιά της ειδωλολατρικής Ρώμης, ένας νεαρός Χριστιανός έκρυβε στο σπίτι του τον εξόριστο επίσκοπο Τιμόθεο από την Αντιόχεια, για να συνεχίσει εκείνος το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Όταν αργότερα ο έπαρχος Ταρκύνιος εκτέλεσε τον…
Lexo jetën