EmailFacebookΕπικοινωνία

Άγιος Ιλαρίων ο Κρητικός, ο νέος οσιομάρτυρας

Μέσα στα στενά της Πόλης, ένας νέος έμπορος από το Ηράκλειο της Κρήτης οδηγήθηκε άδικα στο παλάτι του σουλτάνου, για να γλιτώσει από μια κατηγορία τριάντα γροσίων. Εκεί, με συμβουλή ενός Αιθίοπα αγά, αρνήθηκε τον Χριστό, για να επιστρέψει αργότερα και να σφραγίσει με το αίμα του τη μετάνοιά του στον τόπο της άρνησης. Ο Ιωάννης, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, μεγάλωσε σε ευσεβή οικογένεια, με γονείς τον Φραντζέσκο και την Αικατερίνη, και είχε άλλα τέσσερα αδέλφια.

Από μικρός έμαθε με επιμέλεια τα ιερά γράμματα και έδειχνε αγάπη στην πίστη της Εκκλησίας. Όταν ένας θείος του, γιατρός στο επάγγελμα, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, πήρε μαζί του τον μικρό Ιωάννη με την υπόσχεση να τον μάθει την ιατρική τέχνη. Δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε κοντά του ο νεαρός, χωρίς όμως ο θείος να φροντίσει να του μεταδώσει κάτι από τη γνώση του.

Έτσι ο Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του θείου του και να βρει εργασία ως υπάλληλος σε έναν έμπορο από τη Χίο. Ο έμπορος γρήγορα εμπιστεύτηκε τον νεαρό Κρητικό και του παρέδωσε το κατάστημα μαζί με έναν άλλον υπάλληλο. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να ταξιδέψει στην πατρίδα του τη Χίο, αφήνοντας τους δύο νέους υπεύθυνους για όλη την εμπορική δουλειά.

Όταν επέστρεψε, ζήτησε λογαριασμό για όσα είχαν πωληθεί και εισπραχθεί στο διάστημα της απουσίας του. Έκρινε όμως πως τα χρήματα δεν αντιστοιχούσαν στην αξία των εμπορευμάτων, αν και ο ίδιος δεν είχε κάνει απογραφή πριν αναχωρήσει. Υπολόγισε ότι έλειπαν περίπου τριάντα γρόσια και ζήτησε άμεσα εξηγήσεις από τους δύο υπαλλήλους του.

Ο άλλος συνεργάτης βρισκόταν κοντά του πολλά χρόνια και απολάμβανε την εμπιστοσύνη του χωρίς αμφιβολίες. Έτσι όλες οι υποψίες έπεσαν στον νεαρό Ιωάννη, ο οποίος απειλήθηκε με σκληρές συνέπειες αν δεν επέστρεφε αμέσως τα χρήματα. Γνωρίζοντας μέσα του πως ήταν εντελώς αθώος, έτρεξε στον θείο του γιατρό για στήριξη και βοήθεια.

Εκείνος όμως αρνήθηκε να τον δεχτεί και να ακούσει έστω και μία λέξη από την υπόθεσή του. Η μοναξιά και η απελπισία τύλιξαν την ψυχή του νέου σαν βαρύ σύννεφο. Μέσα στη μεγάλη του στενοχώρια ο Ιωάννης σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από την ίδια τη μητέρα του σουλτάνου, τη βαλιδέ σουλτάνα.

Πήγε στο παλάτι ελπίζοντας πως κάποια ευσπλαχνία θα ξεπηδούσε από τα ψηλά αυτά κλιμακοστάσια. Πρώτος όμως τον υποδέχτηκε ο Αιθίοπας ευνούχος Μερτζάν αγάς, που τον αναγνώρισε αμέσως και άκουσε όλη την υπόθεση. Ο πονηρός αυτός αυλικός είδε την ευκαιρία και του πρότεινε να γίνει μουσουλμάνος, για να γλιτώσει από κάθε ποινή.

Του υποσχέθηκε πλούτη, αξιώματα και προστασία από τους ισχυρούς του παλατιού. Ο νέος, μέσα στον φόβο και τη σύγχυσή του, παρασύρθηκε και δέχτηκε την πρόταση. Παρουσιάστηκε αμέσως στη μητέρα του σουλτάνου και ύστερα στον ίδιο τον σουλτάνο.

Του έκαναν την περιτομή, του φόρεσαν λαμπρά μουσουλμανικά ενδύματα και του χάρισαν πολλά δώρα. Έναν χότζα όρισαν δίπλα του για να τον διδάσκει τις αρχές της νέας του θρησκείας. Όλα έγιναν με μεγάλη χαρά στους κύκλους του παλατιού, σαν να είχαν κερδίσει μια σπουδαία ψυχή.

Η αλήθεια όμως ήταν πολύ διαφορετική. Τρεις ημέρες πέρασαν και ο νέος συνήλθε από τη ζάλη της πτώσης του. Συνειδητοποίησε το βάρος της άρνησης και μετάνιωσε από τα κατάβαθα της καρδιάς του.

Άρχισε αμέσως να αναζητά τρόπο για να ξεφύγει από το παλάτι και τη συνεχή επιτήρηση. Έπειτα από δώδεκα ημέρες κατάφερε να επιβιβαστεί κρυφά σε ένα πλοίο που ταξίδευε προς την Κριμαία. Έμεινε εκεί δέκα ολόκληρους μήνες, μακριά από κάθε γνωστό πρόσωπο και κάθε ασφάλεια.

Ανάπαυση όμως δεν έβρισκε, γιατί η συνείδησή του τον βασάνιζε αδιάκοπα για την προδοσία του Χριστού. Σκέφτηκε πως μόνο με τον δρόμο του μαρτυρίου μπορούσε να εξαλείψει το βαρύ αυτό σφάλμα. Επέστρεψε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη και αναζήτησε δύο φημισμένους πνευματικούς πατέρες, τον Γέροντα Συμεών και τον Γέροντα Ιερεμία.

Τους εξομολογήθηκε τα πάντα και φανέρωσε την επιθυμία του να ομολογήσει τον Χριστό στον ίδιο τόπο όπου τον είχε αρνηθεί. Οι έμπειροι Γέροντες όμως τον συμβούλεψαν διαφορετικά. Του είπαν πως πρώτα έπρεπε να ανέβει στο Άγιον Όρος και να δοκιμαστεί στην άσκηση και την υπακοή.

Ο νέος υπάκουσε με ταπείνωση. Έφτασε στο Άγιον Όρος και εισήλθε αρχικά στην ιερά μονή των Ιβήρων, αναζητώντας πνευματική στέγη. Οι πατέρες της μονής τον έστειλαν στη σκήτη της Αγίας Άννης, για να βρεθεί κοντά στον ιερομόναχο Βησσαρίωνα.

Ο Γέροντας αυτός είχε ετοιμάσει την προηγούμενη χρονιά τον νεομάρτυρα Λουκά, που εορτάζει στις είκοσι τρεις Μαρτίου, για το ένδοξο μαρτύριό του. Δέχτηκε με αγάπη τον νέο και του όρισε αυστηρό κανόνα ασκήσεως και νηστείας. Σε λίγο καιρό τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Ιλαρίων.

Ο νέος μοναχός αγωνιζόταν με μεγάλο ζήλο και προσευχόταν ασταμάτητα για την άφεση της παλιάς του πτώσης. Ένα πρωί παρουσιάστηκε στον Γέροντά του και του φανέρωσε πως ένιωθε πλέον έτοιμος να ομολογήσει τον Χριστό. Ο σοφός Βησσαρίων ευλόγησε τον αγαθό του λογισμό και ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι για την Κωνσταντινούπολη.

Πριν το μαρτύριο, ο Ιλαρίων μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων από τα ίδια τα χέρια του πνευματικού του πατέρα. Έπειτα κατευθύνθηκε με σταθερό βήμα προς το παλάτι του αγά. Η ώρα της ομολογίας είχε έρθει για τον ταπεινό μοναχό.

Στάθηκε μπροστά στον αγά και μίλησε με παρρησία, χωρίς ίχνος φόβου. Είπε πως τρεις μόλις ημέρες μετά την άρνησή του είχε μετανιώσει πικρά για όσα έπραξε. Δήλωσε πως άφησε το σκοτάδι της πλάνης και επέστρεψε στο φως της αληθινής πίστης του Χριστού.

Αναθεμάτισε με δύναμη τη θρησκεία που του είχαν επιβάλει και διακήρυξε πως ήταν και παραμένει Χριστιανός. Έπειτα πέταξε καταγής το σαρίκι που του είχαν φορέσει στο παλάτι. Στη θέση του φόρεσε τον μαύρο μοναχικό σκούφο, που είχε κρύψει προσεκτικά μέσα στα ρούχα του.

Ο αγάς, βλέποντας την αμετάκλητη απόφαση του Αγίου, διέταξε σκληρά και ανελέητα βασανιστήρια. Οι κτυπημοί ήταν τόσο φοβεροί, ώστε εξαρθρώθηκαν όλα τα οστά του νεαρού μοναχού. Τελικά τον αποκεφάλισαν στις είκοσι Σεπτεμβρίου του χίλια οκτακόσια τέσσερα και έλαβε δύο άφθαρτα στεφάνια από τον Κύριο.

Το ένα ήταν της σκληρής μοναχικής ασκήσεως και το άλλο του φλογερού του μαρτυρίου. Αργότερα, ο Γέροντας Βησσαρίων προσκλήθηκε σε ένα χριστιανικό σπίτι για να ευλογήσει τα παιδιά. Ένα κοριτσάκι οκτώ ετών, που το βασάνιζε κρυφό δαιμόνιο, έπεσε καταγής σαν νεκρό.

Πριν προλάβει ο Γέροντας να το σφραγίσει με το αίμα του Αγίου, το δαιμόνιο έφυγε και το παιδί σηκώθηκε εντελώς γερό.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 20 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Παναγία η Βουλκανιώτισσα και η νυχτερινή κάθοδος στη Μεσσήνη

Μέσα στη νύχτα της δέκατης ένατης προς εικοστή Σεπτεμβρίου, χιλιάδες πιστοί ξεκινούν από το Βουλκάνο και βαδίζουν είκοσι ολόκληρα χιλιόμετρα μέχρι τη Μεσσήνη. Η πορεία αυτή θυμίζει τη θαυμαστή επέμβαση της Παναγίας, όταν φοβερή…

Lexo jetën

Ο Άγιος Ευστάθιος ο Πλακίδας και η οικογένειά του

Ένας Ρωμαίος στρατηγός, που τρόμαζε με μόνο το όνομά του τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, γονάτισε ένα πρωινό μπροστά σε έναν φωτεινό Σταυρό ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού. Έγινε από κυνηγός θηραμάτων κυνηγημένος της αγάπης…

Lexo jetën

Ο Άγιος Μιχαήλ του Τσέρνιγκωφ και ο πιστός βογιάρος Θεόδωρος

Μπροστά στις φωτιές του Μπατού, ο πρίγκιπας του Τσέρνιγκωφ πέταξε το σπαθί του και είπε στους συντρόφους του πως δεν χρειάζεται τη δόξα του κόσμου. Δίπλα του στάθηκε ο πιστός του βογιάρος Θεόδωρος, αρνούμενος…

Lexo jetën
2