Ο Νεομάρτυς Ναζάριος της Γεωργίας και οι συν αυτώ
Μέσα στο δάσος της Σαπίτσχια ένας μητροπολίτης και τέσσερις κληρικοί έπεσαν νεκροί από τα όπλα των μπολσεβίκων, μάρτυρες της πίστης και της πατρίδας τους. Λίγες ώρες νωρίτερα ο ίδιος ιεράρχης είχε εγκαινιάσει με χαρά την εκκλησία ενός μικρού χωριού της Ιμερετίας. Ο μητροπολίτης Ναζάριος του Κουτάισι και της Γκαενάτι γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια εβδομήντα δύο στο χωριό Ντίντι Τζιχάισι της Ιμερετίας.
Οι πρόγονοί του ανήκαν σε μακρά γενιά κληρικών, και το παιδί ανατράφηκε μέσα στην Εκκλησία από τα πρώτα του χρόνια. Στον κόσμο έφερε το όνομα Ιωσήφ και σπούδασε αρχικά στη Θεολογική Σχολή του Κουτάισι. Το χίλια οκτακόσια ενενήντα δύο αποφοίτησε με τιμές από το Σεμινάριο της Τιφλίδας και ξεκίνησε τη διακονία του ως διάκονος.
Λίγους μήνες αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και υπηρέτησε τον λαό του Θεού με ζήλο και ταπείνωση. Όταν έχασε διαδοχικά τη σύζυγο και τις δύο κόρες του, στράφηκε ολόψυχα στη μοναχική ζωή. Το χίλια εννιακόσια τέσσερα έλαβε το αγγελικό σχήμα και αφιερώθηκε στην προσευχή.
Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ενθρονίστηκε μητροπολίτης Κουτάισι, σε μια εποχή γεμάτη ταραχές και διωγμούς. Τα χρόνια χίλια εννιακόσια είκοσι δύο και είκοσι τρία υπήρξαν από τα πιο σκοτεινά στην ιστορία της Γεωργιανής Εκκλησίας. Οι μπολσεβίκοι κατεδάφισαν χίλιους διακόσιους ναούς και κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του εκκλησιαστικού πλούτου της χώρας.
Πολλά σπάνια χειρόγραφα παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι πνευματικοί ηγέτες υπέστησαν σκληρούς διωγμούς, ιδιαίτερα όσοι αγαπούσαν την πατρίδα τους. Μετά την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στη Γεωργία, οι θησαυροί των καθεδρικών ναών Σιόνι και Σβετιτσχοβέλι μεταφέρθηκαν στο Κουτάισι για ασφάλεια. Ο πατριάρχης Λεωνίδης έδωσε την ευλογία του να κρυφτούν τέσσερα κιβώτια ιερών αντικειμένων κάτω από την είσοδο της μητροπολιτικής κατοικίας.
Η κατοικία αυτή βρισκόταν στον περίβολο του ιστορικού καθεδρικού ναού του Μπαγκράτι, μέσα σε χώρο γεμάτο πνευματική μνήμη. Όταν οι μπολσεβίκοι σταθεροποίησαν την κατοχή τους, ανακάλυψαν την κρύπτη και συνέλαβαν αμέσως τον μητροπολίτη Ναζάριο. Τον κατηγόρησαν για υποκίνηση εναντίον της κυβέρνησης και για απόκρυψη εκκλησιαστικής περιουσίας μεγάλης αξίας.
Στη δίκη τον ρώτησαν για ποιον είχε φυλάξει τους θησαυρούς, και εκείνος απάντησε με παρρησία και θάρρος. Είπε ότι τα φύλαξε για την Εκκλησία και για τον γεωργιανό λαό που ποτέ δεν θα πρόδιδε. Το δικαστήριο καταδίκασε τον Ναζάριο στην εσχάτη ποινή, στον θάνατο από εκτελεστικό απόσπασμα, μια απόφαση φρικτή και άδικη.
Αργότερα όμως η απόφαση ανακλήθηκε, και οι μπολσεβίκοι περιορίστηκαν να τον φυλακίσουν και να δημεύσουν τα προσωπικά του υπάρχοντα. Τον Απρίλιο του χίλια εννιακόσια είκοσι τέσσερα έλαβε αμνηστία και αποφυλακίστηκε ύστερα από δύο χρόνια σκληρής δοκιμασίας. Επέστρεψε στη μητρόπολή του, η οποία βυθιζόταν μέσα σε αμέτρητες θλίψεις και διωγμούς εκείνη την εποχή.
Δεν του επιτράπηκε να εγκατασταθεί στην παλιά του κατοικία, καθώς η εξουσία είχε ήδη άλλα σχέδια. Αναγκάστηκε να ζήσει στο σπίτι του αδελφού του, ενώ η μητροπολιτική κατοικία είχε μετατραπεί σε αποθήκη. Τον δέκατο τέταρτο Αυγούστου του ίδιου έτους ήρθε στον ιεράρχη αντιπροσωπεία από το χωριό Σιμονέτι.
Οι κάτοικοι τον παρακάλεσαν να εγκαινιάσει τον τοπικό τους ναό, που μόλις είχε ολοκληρωθεί με πολλούς κόπους. Ο μητροπολίτης κίνησε για το χωριό μαζί με τη συνοδεία του και τέλεσε τα εγκαίνια με κατάνυξη και χαρά. Ο λαός γέμισε τον ναό, ζώντας μια ημέρα ευλογίας μέσα στα δύσκολα χρόνια του διωγμού.
Την ίδια νύχτα ομάδα τσεκιστών εισέβαλε στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν ο μητροπολίτης και η συνοδεία του. Έδεσαν και χτύπησαν ανελέητα τους κληρικούς, και έπειτα τους έσυραν με βία στο τοπικό συμβούλιο του χωριού. Χωρίς καμία ανάκριση και χωρίς δίκαιη διαδικασία, η Τρόικα εξέδωσε ταχύτατα την απόφαση του θανάτου.
Καταδικάστηκαν ο μητροπολίτης Ναζάριος, ο πρεσβύτερος Γερμανός Τζατζανίτζε και ο πρεσβύτερος Ιερόθεος Νικολάτζε. Μαζί τους θανατώθηκαν ο πρεσβύτερος Συμεών Μτσεντλίτζε και ο αρχιδιάκονος Βησσαρίων Κουχιανίτζε, αφοσιωμένοι λειτουργοί της Εκκλησίας. Στον ίδιο τόπο οδηγήθηκε και ο λαϊκός Αχαλμοτσαμένι, ο οποίος έδωσε επίσης τη ζωή του για την πίστη του Χριστού.
Όλοι μαζί τυφεκίστηκαν στο δάσος της Σαπίτσχια, σφραγίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα, με την ευλογία του Καθολικού Πατριάρχη Ηλία του Δευτέρου, συνήλθε η Ιερά Σύνοδος της Γεωργιανής Εκκλησίας. Οι ιεράρχες αποφάσισαν ομόφωνα να αγιοκαταταγούν ο Ναζάριος και οι κληρικοί που μαρτύρησαν μαζί του.
Παράλληλα κατατάχθηκαν στους αγίους όλοι όσοι έπεσαν θύματα του ολοκληρωτισμού για την πίστη και την ελευθερία της πατρίδας τους.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 14 Gusht
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Ανακομιδή των Λειψάνων του Οσίου Θεοδοσίου του Σπηλαίου
Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια έμεινε κρυμμένο στο σκοτεινό σπήλαιο το τίμιο σώμα του οσίου Θεοδοσίου, μέχρι που τρεις φωτεινοί στύλοι φάνηκαν να μεταφέρονται από τον τάφο στον μεγάλο ναό της Λαύρας. Ο ίδιος ο μοναχός…
Lexo jetënΗ Εικόνα της Παναγίας της Συνομιλήτριας
Η Παναγία και ο άγιος Νικόλαος Μύρων εμφανίστηκαν και συνομίλησαν με τον νεωκόρο Γεώργιο, τον επονομαζόμενο Γιούρις, λίγο μετά την εμφάνιση της εικόνας του Τίχβιν. Από εκείνη τη ζωντανή συνομιλία πήρε το όνομά της…
Lexo jetënΗ ουράνια ίδρυση της Λαύρας του Κιέβου
Ένας πληγωμένος Βάραγγος πολεμιστής σηκώθηκε ζωντανός ανάμεσα στους νεκρούς του Άλτα, καθώς θυμήθηκε τον λόγο του οσίου Αντωνίου του Πετσέρσκι. Ο σταυρός του πατέρα του κρατούσε χρυσή ζώνη πενήντα γριβνών, η οποία έμελλε να…
Lexo jetënΟ Ιερομάρτυς Μάρκελλος και η πτώση του ναού του Δία
Ένας ολόκληρος ειδωλολατρικός ναός του Δία στην Απάμεια κατέρρευσε όταν ο επίσκοπος Μάρκελλος ευλόγησε νερό και πρόσταξε να ραντιστούν τα ξύλα που στήριζαν τους κίονες. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ιεράρχης συνελήφθη από εξαγριωμένους ειδωλολάτρες…
Lexo jetënΟ Προφήτης Μιχαίας και η Βηθλεέμ της επαγγελίας
Ένας προφήτης από τη μικρή Μορασθή τόλμησε να ονομάσει τη Βηθλεέμ ως τον τόπο όπου θα γεννιόταν ο Σωτήρας του κόσμου. Ο ίδιος άνθρωπος στάθηκε μπροστά σε άρχοντες και δικαστές και τους κατηγόρησε ευθέως…
Lexo jetën