Ο φυγάς του παλατιού που έγινε ερημίτης
Σαράντα ολόκληρα χρόνια έκλαιγε νύχτα και μέρα μέσα στην έρημο, κρατώντας πάντα ένα μαντίλι στο στήθος του για τα δάκρυα. Ήταν ο δάσκαλος δύο αυτοκρατορικών παιδιών στην Κωνσταντινούπολη, όμως μια νύχτα άκουσε φωνή που του είπε να φύγει. Γεννήθηκε στη Ρώμη γύρω στα τριακόσια πενήντα τέσσερα, από γονείς ευσεβείς και μορφωμένους, οι οποίοι του πρόσφεραν λαμπρή παιδεία.
Σπούδασε ρητορική και φιλοσοφία, γνώριζε τέλεια τα ελληνικά και τα λατινικά, ωστόσο εγκατέλειψε γρήγορα τη ματαιότητα του κόσμου. Ο πάπας Δαμασός τον χειροτόνησε διάκονο της μεγάλης ρωμαϊκής Εκκλησίας, καθώς ξεχώριζε για τη σύνεση και την καθαρότητά του. Όταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος αναζητούσε δάσκαλο για τους γιους του Αρκάδιο και Ονώριο, οι απεσταλμένοι έψαξαν παντού.
Δεν εύρισκαν άνδρα που να συνδυάζει την παιδεία με τη χριστιανική αρετή και ζωή. Έτσι ο αυτοκράτορας της Δύσης Γρατιανός, μαζί με τον πάπα, βρήκαν στον Αρσένιο όλα τα χαρίσματα που γύρευαν. Παρά τις αντιρρήσεις του, ο Όσιος υπάκουσε και ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη, αφού τοποθέτησε την αδελφή του σε μοναστήρι.
Ο Θεοδόσιος τον υποδέχτηκε με μεγάλη τιμή και τοποθέτησε τα παιδιά κάτω από την πλήρη καθοδήγησή του. Του παρήγγειλε να τα παιδαγωγήσει με αυστηρότητα, σαν δικά του τέκνα, χωρίς να υπολογίζει το βασιλικό αξίωμα. Η αυλή τον σεβόταν τόσο, ώστε όλοι τον αποκαλούσαν πατέρα του βασιλιά και των παιδιών του.
Κάποτε ο αυτοκράτορας τον βρήκε όρθιο μπροστά στα παιδιά του και θύμωσε πολύ. Αφαίρεσε τα βασιλικά εμβλήματα από τους γιους του, τους έβαλε όρθιους και κάθισε τον Αρσένιο πάνω στον θρόνο. Είπε μάλιστα πως, αν τα παιδιά δεν φοβηθούν τον Θεό, καλύτερα να πεθάνουν στη νεότητά τους παρά να γίνουν ανάξιοι βασιλείς.
Όμως η ψυχή του δασκάλου δεν αναπαυόταν στη δόξα, στον πλούτο και στους θορύβους του παλατιού. Λαχταρούσε τη σιωπή, την πτωχεία και την ασκητική ζωή της ερήμου. Παρακαλούσε τον Κύριο νύχτα και μέρα να τον λυτρώσει από τα ανάκτορα και να τον οδηγήσει σε δρόμο σωτηρίας.
Κάποτε άκουσε φωνή μέσα στην προσευχή του: «Αρσένιε, φύγε από τους ανθρώπους και θα σωθείς αληθινά». Ντύθηκε λοιπόν φτωχικά ρούχα, βγήκε κρυφά από το παλάτι και μπήκε σε καράβι για την Αλεξάνδρεια. Έφτασε στη Σκήτη, μέσα στην έρημο δυτικά του Νείλου, και ζήτησε να τον δεχτούν.
Οι πατέρες τον οδήγησαν στον αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ο οποίος θέλησε να δοκιμάσει την ταπείνωσή του. Δεν τον κάθισε στην τράπεζα, αλλά του πέταξε ένα παξιμάδι σαν να ήταν σκύλος του δρόμου. Ο Αρσένιος έπεσε στα τέσσερα, το πήρε με το στόμα και πήγε να το φάει σε μια γωνία.
Ο αββάς Ιωάννης κατάλαβε αμέσως ότι θα γινόταν μεγάλος ασκητής και τον έκειρε μοναχό με αγάπη. Άκουσε ξανά φωνή που του είπε να κρύβεται και να σιωπά, γιατί η σιωπή είναι η ρίζα της αρετής. Από εκείνη τη στιγμή απομονώθηκε σε κελί βαθιά μέσα στην έρημο.
Έβγαινε μόνο τις Κυριακές και στις γιορτές, χωρίς να μιλά σχεδόν με κανέναν. Στον αββά Μωυσή είπε κάποτε ότι δεν μπορεί να μένει συγχρόνως με τον Θεό και με τους ανθρώπους. Ο ουρανός έχει μία θέληση, ενώ η γη έχει αμέτρητες αντικρουόμενες θελήσεις των ανθρώπων.
Όταν ο Θεοδόσιος πέθανε, ανέβηκε στον θρόνο ο Αρκάδιος και αναζήτησε τον παλιό του δάσκαλο μέσα στην Αίγυπτο. Του έστειλε γράμμα ζητώντας συγχώρεση και προσέφερε όλους τους φόρους της χώρας, για να τους μοιράζει σε εκκλησίες και φτωχούς. Ο Όσιος απάντησε προφορικά πως είναι ήδη νεκρός για τον κόσμο και δεν χρειάζεται τίποτα από τα γήινα.
Όταν ένας συγγενής του στη Ρώμη του άφησε μεγάλη κληρονομιά, αρνήθηκε να πάρει το έγγραφο. Είπε ότι αυτός πέθανε πρώτος για τον κόσμο, οπότε δεν μπορεί νεκρός να κληρονομεί νεκρό. Σε όλη του τη ζωή φόραγε άθλια ρούχα και δούλευε επίτηδες σε μέρη με δυσοσμία.
Όταν έπλεκε καλάθια από φοινικόφυλλα, άφηνε το νερό μέσα στο δοχείο για έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς να το αλλάζει. Έλεγε πως, αφού στον κόσμο μύριζε θυμιάματα και αρώματα, τώρα έπρεπε να μυρίζει τη δυσωδία. Παρακαλούσε τον Θεό να μην τον αξιώσει ποτέ να γνωρίσει την αφόρητη δυσοσμία της κόλασης μετά τον θάνατό του.
Κοιμόταν μόνο μία ώρα μέσα στο εικοσιτετράωρο και έλεγε στον εαυτό του να σηκωθεί από τη ραστώνη. Φώναζε δυνατά: «Φύγε, κακέ δούλε, και μη μένεις μαζί μου άλλη στιγμή». Έμενε όρθιος όλη τη νύχτα του Σαββάτου με τα χέρια υψωμένα, με την πλάτη γυρισμένη στη δύση του ηλίου.
Στεκόταν έτσι, μέχρι ο ήλιος της Κυριακής να τον χτυπήσει ξανά στο πρόσωπό του. Μια ευγενής κυρία από τη Ρώμη ταξίδεψε ολόκληρη απόσταση για να τον δει και να πάρει την ευλογία του. Ο αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος της Αλεξανδρείας προσπάθησε να μεσιτεύσει, όμως ο Όσιος δεν δεχόταν συναντήσεις με γυναίκες.
Όταν εκείνη έφτασε ξαφνικά μπροστά στο κελί, εκείνος της είπε σκληρά να μην τον αναζητά ξανά στα ταξίδια της. Παρακάλεσε μάλιστα τον Θεό να σβήσει από τη μνήμη του την εικόνα της, για να μην ταράζεται. Στενοχωρήθηκε πολύ η αρχόντισσα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος της εξήγησε ότι ο γέροντας προσευχόταν για τη σωτηρία της ψυχής της.
Αρκετοί ασκητές τον είδαν να προσεύχεται μέσα στο κελί του σαν φλόγα ζωντανή, καθώς όλο του το σώμα έλαμπε σαν αναμμένο καμίνι μπροστά στον Κύριο. Δίδασκε πως πολλοί κοπιάζουν με νηστείες και αγρυπνίες, αλλά λίγοι φυλάγουν την ψυχή τους από την υπερηφάνεια και τη μνησικακία. Έλεγε ότι αυτοί μοιάζουν με στολισμένους τάφους, που εξωτερικά λάμπουν, αλλά μέσα τους κρύβουν δύσοσμα οστά.
Όταν ένας αδελφός παραπονέθηκε ότι διαβάζει τις Γραφές χωρίς να καταλαβαίνει, ο γέροντας τον παρηγόρησε με σύνεση. Του εξήγησε ότι οι δαίμονες φοβούνται και φεύγουν, μόλις ακούσουν τα ιερά λόγια στα χείλη του πιστού ανθρώπου. Επαναλάμβανε συνεχώς στον εαυτό του: «Αρσένιε, πάλεψε για εκείνο για το οποίο έφυγες από τον κόσμο».
Συχνά μετάνιωσε για τα λόγια που είπε, ποτέ όμως δεν μετάνιωσε για τη σιωπή του. Όταν οι βάρβαροι λεηλάτησαν τη Σκήτη, αναγκάστηκε να φύγει νότια, στην Τρώη κοντά στη Μέμφιδα. Έμεινε εκεί δέκα χρόνια, ύστερα τρία χρόνια στην παραθαλάσσια Κανώπη και κατόπιν επέστρεψε στην Τρώη ξανά.
Έκλαιγε για την καταστροφή και έλεγε ότι η Ρώμη χάλασε τον κόσμο και οι μοναχοί χάλασαν τη Σκήτη. Δεν εισερχόταν ποτέ μέσα στο ιερό βήμα, αν και ήταν διάκονος, και κοινωνούσε πάντοτε μαζί με τους απλούς μοναχούς. Λίγο πριν την κοίμησή του παρήγγειλε στους μαθητές του να μην κάνουν μνημόσυνα και τραπέζια προς τιμήν του.
Ζήτησε μόνο να προσφέρεται η θεία Λειτουργία για την αμαρτωλή ψυχή του, σύμφωνα με την ταπείνωσή του. Όταν τον είδαν να κλαίει την ώρα του θανάτου, οι μαθητές του απόρησαν αν φοβάται και αυτός τη φοβερή έξοδο. Εκείνος ομολόγησε ότι ο φόβος του θανάτου τον συντρόφευε σε όλη τη μοναχική του ζωή χωρίς διακοπή.
Ζήτησε να δέσουν σχοινί στα πόδια του και να ρίξουν το σώμα του σε φαράγγι ή σε βουνό. Κοιμήθηκε ειρηνικά γύρω στα τετρακόσια σαράντα πέντε, σε ηλικία περίπου εκατό ετών. Πέρασε πενήντα πέντε χρόνια στους μοναχικούς αγώνες, σαράντα στη Σκήτη και τα υπόλοιπα στα ερημικά μέρη.
Μαθητές του υπήρξαν ο Αλέξανδρος, ο Ζωίλος και ο Δανιήλ, που τον συντρόφευσαν στα δύσκολα ταξίδια του. Το όνομα Αρσένιος στα ελληνικά σημαίνει αρρενωπός, και η ζωή του δικαίωσε απόλυτα το νόημα τούτο. Ο αββάς Ποιμήν τον μακάρισε λέγοντας ότι όποιος εδώ κλαίει με τη θέλησή του, εκεί θα ευφραίνεται αιώνια κοντά στον Κύριο.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 08 Maj
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Παναγία η Κασσωπίτρα και το θαύμα του τυφλού Στεφάνου
Ένας νέος που τυφλώθηκε άδικα από τη βενετική εξουσία της Κέρκυρας ξαναβρήκε το φως του μέσα σε έναν ναό της Παναγίας. Τα νέα του μάτια μάλιστα ήταν γαλανά, ενώ πριν την τύφλωση τα δικά…
Lexo jetënΗ Παναγία η Κασσωπίτρα της Άρτας
Η παράδοση λέει πως η εικόνα της Κασσωπίτρας χάρισε ξανά το φως σε έναν άνθρωπο που είχαν τυφλώσει τα χέρια των Τούρκων κατακτητών. Στα πόδια της έτρεξαν αργότερα και χιλιάδες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας,…
Lexo jetën