EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Απόστολοι Ιάσων και Σωσίπατρος και η Παρθένος Κέρκυρα

Μέσα σε ένα καζάνι με βραστή πίσσα, θειάφι και κερί, οι δύο μαθητές του Παύλου στάθηκαν όρθιοι χωρίς να καούν. Η ίδια η κόρη του βασιλιά της Κέρκυρας πέταξε τα στολίδια της στους φτωχούς και ομολόγησε δημόσια τον Χριστό. Ο Ιάσων καταγόταν από την Ταρσό της Μικράς Ασίας και έγινε ο πρώτος χριστιανός στην πόλη του.

Ο Σωσίπατρος είχε τις ρίζες του στην Αχαΐα και πολλοί τον ταυτίζουν με τον συνεργάτη του Παύλου που μνημονεύεται στις Πράξεις. Και οι δύο έγιναν μαθητές του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος μάλιστα τους αποκαλεί συγγενείς του στην προς Ρωμαίους επιστολή. Ο Ιερός Χρυσόστομος μαρτυρεί ότι πρόκειται για τον ίδιο Ιάσονα που αναφέρεται και στις Πράξεις των Αποστόλων.

Ο Ιάσων χειροτονήθηκε επίσκοπος στην πατρίδα του την Ταρσό, ενώ ο Σωσίπατρος ανέλαβε την Εκκλησία του Ικονίου. Και οι δύο ποίμαναν με ζήλο το ποίμνιό τους και αύξησαν τους πιστούς με τη διδασκαλία τους. Έπειτα ξεκίνησαν προς τη δύση, κηρύσσοντας παντού το Ευαγγέλιο, και έφτασαν στο νησί της Κέρκυρας στο Ιόνιο πέλαγος.

Εκεί έχτισαν έναν περικαλλή ναό στο όνομα του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου και βάπτισαν πολλούς κατοίκους. Όταν ο διοικητής του νησιού Κερκυλίνος έμαθε για το κήρυγμά τους, διέταξε αμέσως τη σύλληψη και τη φυλάκισή τους. Στο κελί τους συνάντησαν επτά ληστές, τον Σατορνίνο, τον Ιακίσχολο, τον Φαυστιανό, τον Ιανουάριο, τον Μαρσάλιο, τον Ευφράσιο και τον Μάμμιο.

Οι Απόστολοι μίλησαν στους ληστές με τόση δύναμη, ώστε εκείνοι μέσα σε λίγο μεταστράφηκαν και πίστεψαν στον Χριστό. Ο διοικητής, μόλις πληροφορήθηκε τη μεταστροφή τους, διέταξε να βράσουν σε καζάνι πίσσα, θειάφι και κερί. Έριξαν τους επτά νεοφώτιστους μέσα στο καυτό μείγμα και εκείνοι παρέδωσαν με γενναιότητα την ψυχή τους στον Κύριο.

Έλαβαν έτσι από τον Θεό τα στεφάνια του μαρτυρίου και προστέθηκαν στη χορεία των αγίων. Πίστεψε στον Χριστό και ο δεσμοφύλακας της φυλακής, βλέποντας το θαυμαστό τους τέλος. Για την ομολογία του τού έκοψαν πρώτα το αριστερό χέρι και έπειτα τα δύο πόδια του.

Επειδή όμως δεν έπαυε να επικαλείται το όνομα του Χριστού, του απέκοψαν τελικά και την κεφαλή. Έτσι κατατάχθηκε και αυτός στη χορεία των μαρτύρων του Κυρίου. Τους Αποστόλους Ιάσονα και Σωσίπατρο τους έδωσε ο βασιλιάς στον άρχοντα Κυπριανό, ο οποίος τους έδεσε σφιχτά και τους έστειλε πάλι στη φυλακή.

Η κόρη του βασιλιά, η Κέρκυρα, παρακολούθησε από το παλάτι τα βασανιστήρια των μαρτύρων και συγκλονίστηκε από την πίστη τους. Όταν έμαθε ότι υπέφεραν για χάρη του Χριστού, ομολόγησε δημόσια κι εκείνη πως είναι χριστιανή. Έβγαλε από πάνω της τα πολύτιμα στολίδια και τα ακριβά της φορέματα και τα μοίρασε με χαρά στους φτωχούς.

Ο πατέρας της γέμισε λύπη και προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψει από την πίστη του Χριστού. Όταν είδε πως τίποτε δεν τη μετακινούσε, εκείνος, κυριευμένος από οργή, την έκλεισε σε ξεχωριστό κελί. Διέταξε μάλιστα να την παραδώσουν σε έναν φοβερό άνθρωπο, τον Μουρίνο, για να ατιμάσει την παρθένο.

Μόλις όμως ο Μουρίνος πλησίασε στην πόρτα της φυλακής, εμφανίστηκε ξαφνικά μια αρκούδα και άρχισε να τον κατασπαράζει. Η νεαρή κόρη άκουσε τη φασαρία, είδε από το παράθυρο τι συνέβαινε και έδιωξε το θηρίο επικαλούμενη το όνομα του Χριστού. Με την προσευχή της θεράπευσε τις πληγές του Μουρίνου και του φανέρωσε τις αλήθειες της αγίας πίστεως.

Εκείνος αναφώνησε δυνατά «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών» και παρέδωσε την ψυχή του ανάμεσα σε μεγάλα βασανιστήρια. Ο βασιλιάς, βλέποντας πως ούτε αυτή η δοκιμασία λύγισε την κόρη του, διέταξε να στοιβάξουν ξύλα γύρω από τη φυλακή και να βάλουν φωτιά. Το κελί κάηκε ολόκληρο, η παρθένος όμως βρέθηκε ζωντανή και ανέπαφη, καθώς η φλόγα δεν την άγγιξε καθόλου.

Πολλοί από τον λαό, μπροστά στο θαύμα αυτό, πίστεψαν αμέσως στον Χριστό και ομολόγησαν την αλήθεια του Ευαγγελίου. Στο τέλος οι δήμιοι κρέμασαν την αγία σε δέντρο, την έπνιξαν με καυτό καπνό και τη χτύπησαν με βέλη. Έτσι η Κέρκυρα παρέδωσε την ψυχή της στον Νυμφίο της, παρθένος και μάρτυρας του Χριστού.

Μαζί της μαρτύρησαν και οι άγιοι Ζήνων, Ευσέβιος, Νέων και Βιτάλιος, τους οποίους είχαν διδάξει οι Απόστολοι. Πολλοί κάτοικοι του νησιού, για να γλιτώσουν τους διωγμούς, έφυγαν και κρύφτηκαν σε ένα γειτονικό νησί απέναντι. Ο βασιλιάς ξεκίνησε με στρατιώτες να τους κυνηγήσει και να τους τιμωρήσει με φοβερά βασανιστήρια.

Στο ανοιχτό πέλαγος όμως τον κατέλαβε η οργή του Θεού και πνίγηκε στα κύματα, όπως κάποτε ο Φαραώ. Οι χριστιανοί, ελευθερωμένοι από τον σκληρό διώκτη, ύψωσαν προς τον Κύριο ύμνους και ευχαριστήριες δεήσεις. Στον θρόνο ανέβηκε άλλος άρχοντας και, μόλις πληροφορήθηκε για τους δύο Αποστόλους, διέταξε να τους συλλάβουν.

Πρόσταξε να βράσουν μέσα σε σιδερένιο καζάνι πίσσα, θειάφι και κερί και να ρίξουν εκεί τον Ιάσονα και τον Σωσίπατρο. Με τη χάρη όμως του Χριστού οι Απόστολοι στάθηκαν όρθιοι μέσα στο καζάνι χωρίς να πάθουν το παραμικρό. Πολλοί από τους απίστους που στέκονταν γύρω κάηκαν από την ίδια τη φλόγα, η οποία δεν άγγιζε καθόλου τους μάρτυρες.

Άλλοι, βλέποντας το θαυμαστό αυτό σημείο, πίστεψαν εκείνη την ώρα στον Χριστό και ομολόγησαν την πίστη τους. Πίστεψε και ο ίδιος ο βασιλιάς και, βάζοντας πέτρα στον λαιμό, φώναξε με δάκρυα τη συντριβή του. «Θεέ του Ιάσονα και του Σωσίπατρου, ελέησέ με», αναφώνησε με όλη του τη δύναμη μπροστά στο πλήθος.

Οι Απόστολοι κατήχησαν τον βασιλιά και τον βάπτισαν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Του έδωσαν μάλιστα το όνομα Σεβαστιανός και τον συγκαταρίθμησαν στο ποίμνιο του Χριστού. Όταν λίγες ημέρες αργότερα αρρώστησε και πέθανε ο γιος του, οι Απόστολοι τον ανέστησαν με την προσευχή τους.

Έχτισαν μαζί με τον βασιλιά πολλούς ωραίους ναούς και αύξησαν το ποίμνιο του Χριστού. Σε βαθύ γήρας οι δύο Απόστολοι έκλεισαν τα μάτια και αναχώρησαν με χαρά προς τον Κύριο.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 28 Prill

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

1