Ο Ιερομάρτυς Βασιλεύς Επίσκοπος Αμασείας
Στην αυλή του Λικινίου, μια νεαρή Ιταλίδα ευγενούς καταγωγής, η Γλαφύρα, αρνήθηκε με αποστροφή την ασελγή επιθυμία του αυτοκράτορα. Η σύζυγός του Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την έντυσε ως άνδρα και την έφυγε κρυφά από τη Νικομήδεια, διαδίδοντας πως η κόρη πέθαινε από φρενοβλάβεια. Έπειτα από μακρύ ταξίδι, η Γλαφύρα έφτασε στην Αμάσεια του Πόντου και βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ενός ευσεβούς πολίτη, του Κυντίου.
Εκεί την επισκέφθηκε ο επίσκοπος της πόλεως, ο Βασιλεύς, άνδρας ευγλωττίας και πνευματικής ωριμότητας, που εκλέχθηκε στην έδρα της Αμασείας τον τέταρτο αιώνα. Ο μέγας Αθανάσιος τον αποκαλούσε Μέγα, επειδή υπερασπίστηκε με γενναιότητα την πίστη απέναντι στις αιρέσεις. Συμμετείχε στις Συνόδους της Αγκύρας και της Νεοκαισαρείας, ενώ ίσως επηρέασε τον άγιο Κωνσταντίνο για την έκδοση του Διατάγματος των Μεδιολάνων.
Ο επίσκοπος συμβούλεψε τη Γλαφύρα να ζήσει αποτραβηγμένη, ώστε να μη φέρει συμφορά στους χριστιανούς της πόλεως. Εκείνη του παρέδωσε όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που της είχε χαρίσει η Κωνσταντία, για να βοηθηθεί η ανέγερση του νέου ναού. Η ζωή του ποιμένα ήταν αφιερωμένη στο κήρυγμα, στη συμβουλή και στη στήριξη των πιστών εναντίον της ειδωλολατρίας.
Η Γλαφύρα έγραψε στην Κωνσταντία πληροφορώντας την για τον τόπο όπου κρυβόταν και ζητώντας περισσότερο χρυσό για την ολοκλήρωση του ναού. Η αυτοκράτειρα ανταποκρίθηκε με χαρά, όμως το γράμμα της κόρης έπεσε στα χέρια του ευνούχου Βενίγνου και έφτασε στον Λικίνιο. Με οργή ο αυτοκράτορας πρόσταξε τον άρχοντα της Αμασείας να στείλει στη Νικομήδεια αλυσοδεμένους τον επίσκοπο και τη νεαρή κόρη.
Η Γλαφύρα όμως κοιμήθηκε εν Κυρίω πριν φτάσει η εντολή, και έτσι μόνο ο Βασιλεύς οδηγήθηκε στην πρωτεύουσα. Τον συνόδευσαν δύο διάκονοι, ο Παρθένιος και ο Θεότιμος, που υπέφεραν πολλά στον δρόμο από τους σκληρούς στρατιώτες. Στη Νικομήδεια ο επίσκοπος ρίχτηκε στη φυλακή, ενώ οι δύο διάκονοι φιλοξενήθηκαν κοντά από έναν φιλόξενο χριστιανό, τον Ελπιδιφόρο.
Αυτός δωροδόκησε με χρυσάφι τον δεσμοφύλακα και κατάφερε να επισκέπτεται μαζί με τους διακόνους τον δέσμιο ιεράρχη. Έψαλλαν μαζί ιερές υμνωδίες την ημέρα και προσεύχονταν θερμά τη νύχτα. Την παραμονή της δίκης ο άγιος τους κάλεσε κοντά του και άρχισε να ψάλλει ψαλμούς του Δαβίδ, επαναλαμβάνοντας τρεις φορές τους στίχους που μιλούσαν για τη θαλάσσια απόσταση και το χέρι του Θεού.
Οι διάκονοι, βλέποντας τα δάκρυά του, ανησύχησαν για το θάρρος του. Ο επίσκοπος όμως τους εξήγησε ότι ο Κύριος τού είχε εμφανιστεί τη νύχτα και του φανέρωσε το τέλος της ζωής του. Τους προέτρεψε να μη λυπηθούν, να επιστρέψουν στην Αμάσεια και να στηρίξουν τους αδελφούς στην πίστη του Χριστού.
Πρόσταξε επίσης να εκλέξουν διάδοχό του στην επισκοπή τον Ευτύχιο, γιο του Καλλίστου. Στον Ελπιδιφόρο υποσχέθηκε ουράνια αμοιβή για τη φιλοξενία και τη φροντίδα του προς τους δύο μαθητές του. Όταν ο Λικίνιος τον κάλεσε σε ανάκριση, ο άγιος απάντησε με τόση παρρησία ώστε ο αυτοκράτορας οργίστηκε και τον έστειλε ξανά στη φυλακή.
Έστειλε έπειτα τριβούνο με υποσχέσεις τιμών και αρχιερωσύνης των εθνικών, αν μόνο θυσίαζε στους θεούς. Ο Βασιλεύς απάντησε ότι κανένα βασίλειο δεν συγκρίνεται με τον ουράνιο Κύριο, και κάλεσε τον ίδιο τον αυτοκράτορα σε μετάνοια για την αποστασία του. Ο τριβούνος επέστρεψε με τη διπλή απειλή, αποκεφαλισμό και θαλάσσιο ρίξιμο, αν δεν προσκυνούσε τα είδωλα.
Ο μάρτυρας απάντησε με χαρά πως δεν θα αρνηθεί ποτέ τον Δημιουργό του, αφού μόνο εκείνος τον σώζει από κάθε βάσανο. Έτσι οδηγήθηκε στον τόπο της εκτελέσεως μαζί με τον Ελπιδιφόρο και τους δύο διακόνους. Φτάνοντας στην ακρογιαλιά, ο Ελπιδιφόρος έδωσε χρήματα στους στρατιώτες για να επιτρέψουν στον άγιο να μιλήσει για τελευταία φορά με τους φίλους του.
Ο μάρτυρας γονάτισε στην άμμο, ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε για το ποίμνιό του, για την εξάλειψη της ειδωλολατρίας, για την αύξηση της Εκκλησίας και για τη σωτηρία της πόλεως. Έπειτα αγκάλιασε τους τρεις πιστούς του και απηύθυνε τα ίδια λόγια που είχε πει κάποτε ο απόστολος Παύλος στους πρεσβυτέρους της Εφέσου. Στράφηκε στον δήμιο και του είπε με ηρεμία να εκτελέσει την προσταγή του αυτοκράτορα.
Έτεινε τον τράχηλο και δέχθηκε το θανατικό χτύπημα γύρω στο έτος τριακόσια εικοσιδύο. Οι στρατιώτες, παρά τις παρακλήσεις του Ελπιδιφόρου, αρνήθηκαν να παραδώσουν τα ιερά λείψανα και τα έριξαν χωριστά στη θάλασσα, το σώμα σε ένα σημείο και την κεφαλή σε άλλο. Οι χριστιανοί από την ακτή έκλαιγαν πικρά, και ανάμεσά τους βρισκόταν ο ιερέας Ιωάννης από τη Νικομήδεια, που αργότερα κατέγραψε όλο τον μαρτυρικό αγώνα του αγίου.
Ο πιστός Ελπιδιφόρος οδήγησε τους δύο διακόνους στο σπίτι του και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να παρηγορήσει την ψυχή τους. Την ίδια νύχτα παρουσιάστηκε στον Ελπιδιφόρο άγγελος Κυρίου τρεις φορές, λέγοντας πως ο επίσκοπος Βασιλεύς τους περιμένει στη Σινώπη. Ο Παρθένιος επιβεβαίωσε με δικό του όνειρο τον λόγο του αγγέλου, καθώς είδε τον άγιο να μπαίνει σε ναό μαζί με τον απόστολο Ανδρέα.
Έτσι ο Ελπιδιφόρος πήρε χρυσάφι και τους δύο διακόνους και μπήκαν σε πλοίο για τη Σινώπη με θερμή προσευχή. Καθώς πλησίαζαν στην πόλη, ο άγγελος εμφανίστηκε ξανά και υπέδειξε το ακριβές σημείο όπου έπρεπε να ριχτεί το δίχτυ. Ο Ελπιδιφόρος αναγνώρισε από τα σημάδια τον τόπο και πλήρωσε ψαράδες της παραλίας.
Έριξαν δίχτυ στο όνομα του Θεοτίμου, αλλά τίποτα δεν πιάστηκε, και το ίδιο συνέβη με το όνομα του Παρθενίου. Όταν όμως ο Ελπιδιφόρος επικαλέστηκε το ίδιο το όνομα του Θεού, οι ψαράδες ένιωσαν μεγάλο βάρος και ανέβασαν στην επιφάνεια το ιερό σώμα. Με θαυμαστό τρόπο η κεφαλή είχε επανενωθεί με τον κορμό, και το σημάδι του ξίφους έμενε μόνο ως ουλή στον τράχηλο.
Από τα λείψανα ανέβλυζε ουράνιο άρωμα. Οι χριστιανοί τα τύλιξαν με καθαρά εντάφια οθόνια, νοίκιασαν άμαξα και τα μετέφεραν στην Αμάσεια. Εκεί τα ενταφίασαν με δάκρυα μέσα στον ναό που είχε κτίσει ο ίδιος ο μάρτυρας.
Λίγο αργότερα ο μέγας Κωνσταντίνος, αφού πληροφορήθηκε από τα κρυφά γράμματα της αδελφής του την ασέλγεια και την αποστασία του Λικινίου, εκστράτευσε εναντίον του με μεγάλο στράτευμα και τον νίκησε με τη βοήθεια του Θεού. Ο Λικίνιος συνελήφθη ζωντανός, εξορίστηκε στη Γαλατία και πέθανε εκεί με κακό τέλος. Η Ανατολή απαλλάχθηκε από τη βία των διωκτών και άρχισε να υπηρετεί ελεύθερα τον Χριστό, ενώ η δόξα της Αγίας Τριάδας διαδιδόταν σε όλη την οικουμένη.
Η μνήμη του αγίου Βασιλέως τιμάται στις είκοσι έξι Απριλίου, ημέρα της ταφής του στην Αμάσεια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιερέα Ιωάννη της Νικομήδειας, ο άγιος αποκεφαλίστηκε στις είκοσι οκτώ Μαρτίου, και τα λείψανά του ανευρέθηκαν στη θάλασσα ύστερα από είκοσι πέντε ημέρες. Η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του εορτάζεται στις τριάντα Απριλίου, οπότε επιτελείται και η δεύτερη μνήμη του.
Ο ιεράρχης παραμένει υπόδειγμα ποιμένα που υπερασπίστηκε το ποίμνιό του με κήρυγμα ακαταπόνητο, παρηγοριά στους θλιμμένους και στήριξη στους ασθενείς της πίστεως. Στάθηκε αντίπαλος της τυραννίας και προστάτης της αγνότητας μιας νεαρής χριστιανής που του εμπιστεύτηκε τη ζωή και την αφοσίωσή της. Έλαβε τον στέφανο της δόξας από τον Χριστό, τον αληθινό Βασιλέα των αιώνων.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 26 Prill
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Αγία Γλαφύρα και ο Επίσκοπος Βασίλειος της Αμασείας
Μια νεαρή υπηρέτρια της αυτοκράτειρας ντύθηκε άντρας και έφυγε κρυφά από το παλάτι του Λικινίου για να σώσει την παρθενία της. Τα χρήματα που πήρε μαζί της έγιναν αργότερα η θεμέλια ενός ολόκληρου ναού…
Lexo jetënΗ Κυριακή των Μυροφόρων με τον ευσχήμονα Ιωσήφ
Στάθηκαν δίπλα στον Σταυρό όταν οι μαθητές είχαν σκορπίσει, και πρώτες αυτές αξιώθηκαν να δουν τον άδειο τάφο του Κυρίου. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία τόλμησε να ζητήσει από τον Πιλάτο το σώμα του…
Lexo jetënΟ φωτιστής της γης των Περμίων
Μέσα στα πυκνά δάση του Βορρά, ένας νεαρός μοναχός από το Ουστιούγκ έκαψε με τα ίδια του τα χέρια την ιερή σημύδα των ειδωλολατρών Ζυριάνων. Έπλασε ολόκληρο αλφάβητο για έναν λαό που δεν είχε…
Lexo jetënΟι έξι χιλιάδες Μάρτυρες της Μονής Νταβίντ Γκαρέτζι
Τη νύχτα του Πάσχα του χιλίων εξακοσίων δεκαέξι, μια φλεγόμενη στήλη φώτων ανέβαινε αργά το βουνό της Γκαρέτζι στη Γεωργία. Ήταν οι μοναχοί που λιτάνευαν με αναμμένες λαμπάδες, και ο σάχης Αμπάς ο Πρώτος…
Lexo jetën