EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Βενέδικτος και το Φως της Ερήμου

Ένας νεαρός ευγενής της Νουρσίας πέταξε τα πλούτη και τα γράμματα της Ρώμης για να κρυφτεί τρία χρόνια μέσα σε μια απρόσιτη σπηλιά. Ένας μοναχός, ο Ρωμανός, του κατέβαζε ψωμί με σκοινί από την κορυφή του βουνού, ώσπου ο διάβολος έσπασε με πέτρα το κουδουνάκι του. Ο Βενέδικτος γεννήθηκε στη Νουρσία της Ιταλίας από γονείς ευσεβείς και πλούσιους, που του χάρισαν φρόνημα ταπεινό και αγάπη πρώτη για τον Χριστό.

Στη Ρώμη τον έστειλαν για τα γράμματα, μα εκείνος είδε γύρω του τη διαφθορά των ειδωλολατρικών σχολών και φοβήθηκε. Προτίμησε να γίνει σοφός αμαθής παρά μορφωμένος δούλος των παθών και έφυγε μακριά από τον κόσμο. Άφησε πίσω του και τη μεγάλη περιουσία των γονιών του, που είχαν ήδη κοιμηθεί, και τράβηξε για την έρημο.

Στην τοποθεσία Εφφίδη έμεινε για λίγο κοντά στον ναό του αποστόλου Πέτρου, όπου τον αγάπησαν οι ευσεβείς κάτοικοι. Όταν η γερόντισσα τροφός του έκλαψε για ένα σπασμένο σκεύος των γειτόνων, ο νέος γονάτισε και με την προσευχή του το συγκόλλησε ολόκληρο. Το θαύμα διαδόθηκε γρήγορα και οι άνθρωποι κρέμασαν το σκεύος στον τοίχο της εκκλησίας προς δόξαν Θεού.

Φεύγοντας από τις τιμές των ανθρώπων, ο Βενέδικτος έφτασε στον τόπο Ντολ, σαράντα μίλια μακριά από τη Ρώμη. Εκεί τον συνάντησε ο μοναχός Ρωμανός, που τον έντυσε το μοναχικό σχήμα και τον οδήγησε σε μια βαθιά σπηλιά. Για τρία χρόνια ο γέροντας του κατέβαζε με μακρύ σχοινί ψωμί από την κορυφή του βραχώδους βουνού.

Στην άκρη του σχοινιού ήταν δεμένο ένα μικρό κουδουνάκι, για να ακούει ο ασκητής την ώρα της τροφής. Ο πονηρός όμως, που μισεί τους δούλους του Θεού, πέταξε μια μέρα πέτρα και το έσπασε, χωρίς να σταματήσει την ευλογημένη διακονία. Ύστερα από τρία χρόνια, ένας ιερέας πήρε στον ύπνο του εντολή από τον Κύριο να βρει τον πεινασμένο δούλο Του.

Πέρασε ρεματιές και γκρεμούς, έφτασε στη σπηλιά και βρήκε τον όσιο. Του είπε πως ήταν Πάσχα και ο όσιος αποκρίθηκε ότι Πάσχα δικό του ήταν να τον δει. Έφαγαν μαζί δοξάζοντας τον Θεό και ο ιερέας έφυγε με αγαλλίαση πνευματική.

Λίγο αργότερα βοσκοί ανακάλυψαν τη σπηλιά και το όνομα του ασκητή έγινε γνωστό στα γύρω χωριά. Πλήθος ανθρώπων ανέβαινε με τους πόνους και τα προβλήματά τους, παίρνοντας πνευματική παρηγοριά. Ο εχθρός όμως δεν ησύχαζε και επιχείρησε να ρίξει τον όσιο σε σαρκικό πειρασμό.

Ο Βενέδικτος, βλέποντας τη φλόγα του πάθους να τον καίει, πετάχτηκε γυμνός μέσα σε αγκάθια και τσουκνίδες ώσπου μάτωσε ολόκληρος. Από εκείνη την ώρα ο πειρασμός της σάρκας δεν τόλμησε ποτέ ξανά να τον πλησιάσει. Σε γειτονικό μοναστήρι πέθανε τότε ο ηγούμενος και οι αδελφοί παρακάλεσαν τον όσιο να γίνει πατέρας τους.

Εκείνος αρνήθηκε λέγοντας ότι οι τρόποι του δεν θα ταίριαζαν με τους δικούς τους. Όταν τέλος δέχτηκε, εφάρμοσε αυστηρή τάξη και οι ράθυμοι μοναχοί κατάλαβαν πως ο ασκητής δεν θα τους άφηνε να ζουν κατά τα θελήματά τους. Σκέφτηκαν τότε να τον σκοτώσουν με δηλητηριασμένο κρασί, μα όταν εκείνος σταύρωσε το ποτήρι, αυτό έσπασε σαν χτυπημένο από πέτρα.

Ο Βενέδικτος τους κοίταξε με χαμόγελο και τους είπε να αναζητήσουν άλλον πατέρα. Έφυγε και επέστρεψε στη σπηλιά του, μα ο Κύριος δεν ήθελε να μένει μόνος. Σύντομα ξανασυγκεντρώθηκαν γύρω του πιστοί ζηλωτές της ασκητικής ζωής, ώσπου τους χώρισε σε δώδεκα μοναστήρια, με δώδεκα μοναχούς και έναν έμπειρο ηγούμενο στο καθένα.

Στα μοναστήρια του ο όσιος έδειχνε διορατικότητα και θαυματουργική χάρη. Σε ένα μοναστήρι ψηλά σε βουνό, όπου έλειπε το νερό, γονάτισε με τον μικρό Πλακίδα και ανέβλυσε πηγή άφθονη από τον βράχο. Αλλού επανέφερε στη λαβή της το σιδερένιο μέρος ενός εργαλείου που είχε πέσει στο βαθύ ποτάμι, μιμούμενος το θαύμα του προφήτη Ελισαίου.

Όταν ο Πλακίδας έπεσε στο γρήγορο ρεύμα, ο όσιος είπε στον μαθητή του Μαύρο να τρέξει. Εκείνος έτρεξε πάνω στα νερά σαν σε στεγνή γη και έβγαλε από τα βάθη τον μικρό. Ένας ζηλόφθονος ιερέας, ο Φλωρέντιος, έστειλε στον όσιο πρόσφορο με δηλητήριο.

Ο διορατικός γέροντας πρόσταξε το κοράκι που έπαιρνε τροφή από το χέρι του να το μεταφέρει σε ακατοίκητη έρημο. Ο Φλωρέντιος όμως δεν διορθώθηκε και έστειλε επτά νέες κοπέλες να σκανδαλίσουν τους νεαρούς μαθητές του οσίου. Τότε ο Βενέδικτος, λυπημένος, έφυγε για να σώσει την ψυχή των μαθητών του και τους έφερε στην Καμπανία.

Ο ίδιος ο Φλωρέντιος καταπλακώθηκε από την οροφή του σπιτιού του και χάθηκε ξαφνικά, ενώ κανείς άλλος δεν έπαθε το παραμικρό. Στην Καμπανία ο όσιος έφτασε στο όρος Κασσίνο, όπου βρήκε ειδωλολατρικό ναό του Απόλλωνα και ιερό άλσος. Συνέτριψε το είδωλο, γκρέμισε τον ναό, έκαψε το άλσος και ύψωσε εκκλησία στο όνομα του Τιμίου Προδρόμου.

Έχτισε εκεί μεγάλη μονή και με κήρυγμα και θαύματα οδήγησε στον Χριστό πλήθος ειδωλολατρών. Οι δαίμονες, αγριεμένοι, φώναζαν δυνατά το όνομά του και τον αποκαλούσαν καταραμένο, μα εκείνος τους έδιωχνε με τον σταυρό και την προσευχή. Όταν ένα παιδί σκοτώθηκε από πτώση τοίχου στο κτίσιμο της μονής, ο όσιος έμεινε μόνος μαζί του στο κελί και το ανέστησε ολόκληρο, σώο, και το έστειλε πίσω στους τεχνίτες.

Ο Κύριος του χάρισε και προφητικό δώρισμα. Όταν ο γοτθικός βασιλιάς Τοτίλας θέλησε να τον δοκιμάσει στέλνοντας έναν αξιωματικό μεταμφιεσμένο, ο όσιος είδε αμέσως την παγίδα και κάλεσε τον άνδρα να βγάλει τα ξένα βασιλικά ρούχα. Όταν ήρθε ο ίδιος ο Τοτίλας ταπεινωμένος, ο όσιος του προφήτεψε ότι θα έπαιρνε τη Ρώμη και θα πέθαινε στον δέκατο χρόνο της βασιλείας του.

Όλα αυτά εκπληρώθηκαν. Η αγάπη του οσίου προς τους φτωχούς ήταν ασύγκριτη και η μονή του ζούσε φτωχικά μοιράζοντας ό,τι είχε. Κάποτε ένας φτωχός τού ζήτησε δώδεκα χρυσά νομίσματα για να ξοφλήσει τον δανειστή του.

Ο Βενέδικτος προσευχήθηκε για δύο μέρες και την τρίτη βρέθηκαν πάνω σε ένα δοχείο με όσπρια δεκατρία χρυσά νομίσματα. Άλλη φορά κάποιος γεωργός έφερε τον νεκρό γιο του στη μονή και ικέτευσε τον όσιο να μην φύγει αν δεν τον αναστήσει. Ο πατέρας ταράχτηκε και είπε ότι αυτό ανήκει στους αποστόλους και όχι σε εκείνον.

Γονάτισε όμως μπροστά στο παιδί και ζήτησε από τον Κύριο να βλέψει στην πίστη του πατέρα. Πριν τελειώσει η προσευχή του, το παιδί άρχισε να σαλεύει και ο όσιος το έπιασε από το χέρι και το παρέδωσε ζωντανό. Η αδελφή του, η οσία Σχολαστική, ερχόταν κάθε χρόνο για να τον δει.

Τον τελευταίο χρόνο της επί γης ζωής του, εκείνη παρακάλεσε τον αδελφό της να μείνει μαζί της όλη τη νύχτα για πνευματική συζήτηση. Όταν εκείνος αρνήθηκε, η Σχολαστική προσευχήθηκε δακρυσμένη και κατέβηκε καταρρακτώδης βροχή που τον εμπόδισε να αναχωρήσει. Τρεις μέρες αργότερα, ο Βενέδικτος είδε την ψυχή της αδελφής του να ανεβαίνει στους ουρανούς με λαμπρότητα μεγάλη, μέσα σε φως ασύλληπτο.

Συγκλονισμένος, διέταξε να μεταφερθεί το σώμα της και να τοποθετηθεί στον τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του. Λίγο αργότερα τον επισκέφθηκε ο διάκονος Σερβάνδος και πέρασαν μαζί ώρες σε πνευματικές ομιλίες για τη βασιλεία του Θεού. Τη νύχτα, καθώς ο όσιος προσευχόταν στο παράθυρο του κελιού του, είδε όλη την οικουμένη συγκεντρωμένη σαν κάτω από μία ακτίνα φωτός.

Μέσα σε εκείνη τη λάμψη είδε την ψυχή του επισκόπου Καπύης Γερμανού να ανεβαίνει στους ουρανούς μέσα σε πύρινο κύκλο. Φώναξε τον Σερβάνδο, που πρόλαβε ένα μικρό μέρος του οράματος. Έπειτα από έξι μέρες ο όσιος γνώρισε την ώρα της δικής του εξόδου από τα γήινα.

Διέταξε να ανοίξουν τον τάφο του, ξάπλωσε στο κρεββάτι, μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων στον ναό του Προδρόμου και ύψωσε τα χέρια του στον Θεό. Παρέδωσε την ψυχή του στα φωτεινά ουράνια σκηνώματα, που είχε ήδη δει από τη γη. Την ώρα της εξόδου του οσίου, δύο μοναχοί σε διαφορετικούς τόπους είδαν το ίδιο όραμα.

Έβλεπαν δρόμο που ξεκινούσε από τη γη και έφτανε ως τον ουρανό, στρωμένο με πολυτιμότατα στολίδια και φωτισμένο με αμέτρητες λαμπάδες. Πάνω από τον δρόμο φάνηκε ένας άνδρας φωτεινός, με ομορφιά απερίγραπτη, και τους πληροφόρησε ότι ο δρόμος ετοιμάστηκε για τον αγαπημένο του Θεού Βενέδικτο. Τους αποκάλυψε πως εκείνη την ώρα ανέβαινε ο όσιος στους ουρανούς, αν και βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλον.

Όταν συναντήθηκαν στην κηδεία, διηγήθηκαν στους συγκεντρωμένους αδελφούς όλα όσα είδαν. Μαζεύτηκαν τότε μοναχοί από όλα τα μοναστήρια που είχε ιδρύσει και κήδευσαν με δάκρυα τον πατέρα τους. Το άγιο σώμα του τοποθετήθηκε στον ναό του Τιμίου Προδρόμου, που είχε χτίσει ο ίδιος πάνω στα ερείπια του βωμού του Απόλλωνα.

Ο όσιος έζησε τον έκτο αιώνα και κοιμήθηκε σε ηλικία εξήντα δύο χρόνων, αφήνοντας πίσω του τον γραπτό κανόνα της μοναχικής ζωής. Έγινε πατέρας του δυτικού μοναχισμού και θεμελιωτής του τάγματος των Βενεδικτίνων, που υπάρχει ως σήμερα.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 14 Mars

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Ροστισλάβος ο Μέγας Πρίγκιπας του Κιέβου

Για περισσότερα από σαράντα χρόνια κυβέρνησε το Σμολένσκ και το μεταμόρφωσε σε ισχυρό κέντρο της ρωσικής γης. Ίδρυσε με δικές του ενέργειες τη χωριστή επισκοπή του Σμολένσκ, δίνοντας στην πόλη πρωτοφανή εκκλησιαστική ακτινοβολία. Ο…

Lexo jetën

Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας του Θεοδώρου της Κοστρόμα

Λένε πως η αγία αυτή εικόνα φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον Ευαγγελιστή Λουκά και μοιάζει εκπληκτικά με την περίφημη εικόνα της Παναγίας του Βλαντίμιρ. Όταν οι Τάταροι πλησίασαν την Κοστρόμα, ένας άγνωστος καβαλάρης με…

Lexo jetën

Ο Όσιος Ευσχήμων, ο Επίσκοπος Λαμψάκου

Ένα νεκρό παιδάκι ξαναβρήκε την πνοή του στα χέρια του Οσίου Ευσχήμονος, όταν η μάνα του το έφερε δακρυσμένη. Λίγο αργότερα, ο ίδιος άγιος έδιωχνε με τον λόγο του τα άγρια θηρία που απειλούσαν…

Lexo jetën

Το Τρίτο Ψυχοσάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Μέσα στην καρδιά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία σταματά τον αγώνα της νηστείας και στρέφει το βλέμμα προς εκείνους που έφυγαν από τη ζωή. Επειδή τις καθημερινές της Σαρακοστής δεν τελείται Θεία Λειτουργία, ορίστηκαν…

Lexo jetën
1