EmailFacebookΕπικοινωνία

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ Ἱερομόναχος τοῦ Τεκλάτι

Στο κελί του φύλαγε έναν σταυρό σε φυσικό μέγεθος και τον σήκωνε στους ώμους του την ώρα της προσευχής. Ήθελε έτσι να μοιαστεί με τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, που βάσταξε τον Σταυρό του Χριστού προς τον Γολγοθά. Ο Άγιος Αλέξιος, κατά κόσμον Σουσάνια, γεννήθηκε στις είκοσι τρεις Σεπτεμβρίου του χιλίων οκτακοσίων πενήντα δύο, στο χωριό Νοκαλακέβι της επαρχίας Σενάκι, στην περιοχή Σαμεγκρέλο της Γεωργίας.

Οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί και τον ανέθρεψαν με βαθιά πίστη και αγάπη στον Θεό. Ο πατέρας του εκοιμήθη το χιλιοστό οκτακοσιοστό εξηκοστό όγδοο έτος, αφού πρώτα έδωσε την ευχή του στον δεκαεξάχρονο γιο του. Του ανέθεσε επίσημα τη φροντίδα όλης της οικογένειας, βάρος ασήκωτο για ένα τόσο νεαρό παιδί.

Την ίδια χρονιά ο Αλέξιος ξεκίνησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ. Από εκεί ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, για να συναντήσει τον θείο του Ισλάμ Σουσάνια, έναν πετυχημένο και ευσεβή έμπορο. Κοντά του ο νεαρός γοητεύτηκε από τον κόσμο του εμπορίου και αποφάσισε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.

Όμως πολύ σύντομα θα καταλάβαινε πως το θέλημα του Θεού γι' αυτόν ήταν τελείως διαφορετικό. Μια μέρα ο Αλέξιος δανείστηκε από τον θείο του μια μικρή εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και κλείστηκε μόνος στο δωμάτιο του. Εκεί ξέσπασε μέσα του ένας μεγάλος εσωτερικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο φωνές της καρδιάς του.

Από τη μια ένιωθε βαθιά αγάπη για τη μητέρα, τις αδελφές, τα αδέλφια και τους φίλους του. Από την άλλη άκουγε μια αόρατη δύναμη που τον καλούσε επίμονα στην πνευματική και μοναχική ζωή. Μετά από ώρες αγωνίας αναρωτήθηκε πώς θα τηρούσε την τελευταία ευχή του πατέρα του και ταυτόχρονα την κλήση του Θεού.

Τότε άκουσε μια αόρατη φωνή να τον ρωτά ποιος θα αναλάμβανε τις ευθύνες του, αν πέθαινε εκείνη τη στιγμή. Η απάντηση ξεπήδησε καθαρή από τα χείλη του, καθώς αναφώνησε πως ο ίδιος ο Θεός θα φρόντιζε για όλους. Η φωνή του ζήτησε να πεθάνει για τον κόσμο και να εμπιστευτεί τα πάντα στον Κύριο.

Η συνάντηση αυτή άλλαξε τη ζωή του ριζικά και αμετάκλητα. Έκτοτε κλείστηκε στο δωμάτιο του για μήνες, μελετώντας τις Άγιες Γραφές με αυστηρή νηστεία και προσευχή. Βλέποντας τη μεγάλη αλλαγή, ο θείος του αποφάσισε να επιστρέψουν μαζί στη Γεωργία.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι δικοί του κατάλαβαν πως ο Αλέξιος είχε δώσει υπόσχεση στον Θεό για τη μοναχική του αφιέρωση. Τα αδέλφια του στενοχωρήθηκαν με την είδηση, όμως η μητέρα του ευχαρίστησε τον Κύριο και ευλόγησε τον γιο της. Σε ηλικία είκοσι ετών ο νεαρός μετακόμισε στη γυναικεία μονή του Τεκλάτι και ξεκίνησε αυστηρή ασκητική ζωή.

Πήγαινε από χωριό σε χωριό και φρόντιζε ασθενείς με φυματίωση, χολέρα και άλλες θανατηφόρες αρρώστιες της εποχής. Έθαβε επίσης τα σώματα όσων πέθαιναν στους δρόμους χωρίς συγγενείς και χωρίς κανέναν να τους κλάψει. Πέρασαν χρόνια και πολλοί πείστηκαν πως ο Αλέξιος ζούσε ως διά Χριστόν σαλός μέσα στην κοινωνία.

Κήρυττε τον λόγο του Θεού με φλόγα και η ζωή του έγινε παράδειγμα ζωντανό για τους ανθρώπους γύρω του. Από το κήρυγμα του εμπνεύστηκαν η μητέρα του Ελένη, η μικρότερη αδελφή του Σαλώμη και ο αδελφός του Βεσσαρίων. Όλοι τους ακολούθησαν τον μοναχικό δρόμο, αφιερώνοντας τη ζωή τους στον Κύριο.

Ο Βεσσαρίων, αφού έγινε μοναχός, ταξίδεψε προσκυνητής στους Αγίους Τόπους και έμεινε εκεί αρκετά χρόνια. Για την υποδειγματική του διακονία ο Αλέξιος χειροτονήθηκε ιερέας στη μονή Μαρτβίλι και αργότερα έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα. Έζησε επίσης κάποιο διάστημα στο Άγιον Όρος, αντλώντας πνευματική εμπειρία από τους Αγιορείτες πατέρες.

Μετά την επιστροφή του από τον Άθω, έκανε προσκύνημα στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και ύστερα γύρισε πάλι στη Γεωργία. Γύρω στο χιλιοστό οκτακοσιοστό ογδοηκοστό πέμπτο έτος μετακόμισε στη μονή Γκελάτι, όπου συνέχισε τη μελέτη και συνέγραψε αρκετά πρωτότυπα έργα. Το επόμενο έτος μετατέθηκε στη μονή Χόμπι και χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Γρηγόριο.

Δύο χρόνια αργότερα έλαβε και τον δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης, καθώς χειροτονήθηκε ιερομόναχος μέσα στη μονή. Σύντομα όμως αρρώστησε βαριά και αναγκάστηκε να επιστρέψει κοντά στη μητέρα και τις αδελφές του στο Τεκλάτι. Με τη βοήθεια του Θεού η υγεία του αποκαταστάθηκε και έφτιαξε ένα κελί στο ορεινό χωριό Μέντζι, κοντά στον τόπο της γέννησης του.

Ο τόπος ονομαζόταν και Λόφος των Αρχαγγέλων και εκεί συγκέντρωσε τους μαθητές του για αυστηρότερη ασκητική ζωή. Σύντομα ο πατέρας Αλέξιος μπόρεσε ξανά να τελεί τις θείες ακολουθίες με πληρότητα και χαρά. Ο όσιος πατέρας δεχόταν ελεημοσύνες από τους πιστούς, όμως μοίραζε το μεγαλύτερο μέρος αυτών σε όσους είχαν ανάγκη.

Χώριζε τα δώρα σε τρία ίσα μέρη με αυστηρή τάξη και πνευματική διάκριση. Το πρώτο το κρατούσε για τις δικές του απολύτως απαραίτητες ανάγκες της καθημερινής ζωής. Το δεύτερο το παραχωρούσε στην εκκλησία και στους ξένους που έφταναν στο μοναστήρι ως προσκυνητές.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος το πρόσφερε ολόκληρο στους φτωχούς και στους ασθενείς της περιοχής. Μέσα στο κελί του φύλαγε εκείνον τον τεράστιο σταυρό που σήκωνε στους ώμους του κατά τις ώρες της προσευχής. Έτσι θυμόταν συνεχώς τη στάση του Σίμωνα του Κυρηναίου στον δρόμο προς τον Γολγοθά.

Παρά τη σκληρή ασκητική του ζωή, ο ιερομόναχος Αλέξιος ήταν πολύ κοντά στους απλούς ανθρώπους της κοινότητας. Τον αγαπούσαν ιδιαίτερα για την πνευματική θερμότητα που ακτινοβολούσε σε κάθε συνάντηση μαζί του. Μετά από πολλά χρόνια ασκητικών κόπων, η υγεία του άρχισε σιγά σιγά να κλονίζεται σοβαρά.

Απέλυσε τους μαθητές του και πέρασε τα τελευταία χρόνια κοντά στις ξαδέλφες του, τις σχημομοναχές Ακεψιμά και Πάστο. Ο Άγιος Αλέξιος εκοιμήθη στις δεκαοκτώ Ιανουαρίου του χιλιοστού εννιακοσιοστού εικοστού τρίτου έτους, εξαντλημένος από μια ζωή γεμάτη κόπους για τον Κύριο. Επί σαράντα ημέρες μετά την κοίμηση του, οι δύο σχημομοναχές παρέμειναν μέσα στο κελί του με βαθύ φόβο.

Φοβόντουσαν πως οι άνθρωποι της κομμουνιστικής κυβέρνησης θα κατέστρεφαν το ταπεινό αυτό μοναστικό κατάλυμα. Στη συνέχεια έθαψαν το σώμα του πατέρα Αλεξίου στο Τεκλάτι και άρχισαν να ασκούνται οι ίδιες στη μονή των Αρχαγγέλων. Με την ευλογία του Μητροπολίτη Εφραίμ Μπατούμι και Τσκονδίδι, οι δύο μοναχές μετέφεραν αργότερα τα άφθαρτα λείψανα του.

Από το Τεκλάτι τα μετέφεραν στη μονή των Αρχαγγέλων και τα έθαψαν κοντά στον ανατολικό τοίχο του ναού. Η μετακομιδή αυτή έγινε στις οκτώ Ιανουαρίου του χιλιοστού εννιακοσιοστού εξηκοστού έτους με μεγάλη πνευματική συγκίνηση. Πολλά χρόνια αργότερα, στις δεκαοκτώ Σεπτεμβρίου του χιλιοστού εννιακοσιοστού ενενηκοστού πέμπτου έτους, η Εκκλησία της Γεωργίας τον κατέταξε επίσημα στο αγιολόγιο της.

Η μνήμη του Οσίου Αλεξίου τιμάται κάθε χρόνο στις δεκαοκτώ Ιανουαρίου με ευλάβεια από τους πιστούς. Η ζωή του παραμένει μέχρι σήμερα ένα φωτεινό υπόδειγμα ταπείνωσης, αγάπης και ολοκληρωτικής αφιέρωσης στον Θεό.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 18 Janar

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιοι Κύριλλος και Μαρία, οι γονείς του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ

Τρεις φορές ακούστηκε η φωνή του αγέννητου βρέφους μέσα από την κοιλιά της μητέρας του, την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αφήνοντας άναυδους όσους πιστούς βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στον ναό. Η μητέρα Μαρία, αν…

Lexo jetën

Όσιος Εφραίμιος ο Μικρός, ο μεγάλος δάσκαλος της Γεωργίας

Σχεδόν εκατό συγγράμματα βγήκαν από τα χέρια ενός μοναχού στα Μαύρα Όρη της Αντιόχειας, και αυτός ο μοναχός υπερασπίστηκε με αδιάσειστα πατερικά επιχειρήματα την ανεξαρτησία ολόκληρης της Γεωργιανής Εκκλησίας. Όταν οι μοναχοί της Αντιόχειας…

Lexo jetën

Αθανάσιος και Κύριλλος, οι στύλοι της Αλεξάνδρειας

Παιδί ακόμα στην παραλία της Αλεξάνδρειας, ο μικρός Αθανάσιος βάφτιζε με σοβαρότητα τους άλλους μικρούς συμπαίκτες του στη θάλασσα. Ο πατριάρχης Αλέξανδρος παρακολούθησε τη σκηνή από το παράθυρο και αναγνώρισε ως έγκυρο το βάπτισμα…

Lexo jetën
1