EmailFacebookΕπικοινωνία
Το μαρτύριο των Αγίων Βίτου, Μοδέστου και Κρησκεντίας
Το μαρτύριο των Αγίων Βίτου, Μοδέστου και Κρησκεντίας

Ένα δωδεκάχρονο παιδί στη Σικελία θεράπευε τυφλούς και έδιωχνε δαιμόνια στο όνομα του Χριστού, μπροστά στα μάτια του ειδωλολάτρη πατέρα του. Ο μικρός Βίτος, γιος του πλούσιου και επιφανούς πολίτη Ύλα, αρνήθηκε τους θεούς του πατρικού του και ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Θεό. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, όταν ο ηγεμόνας Βαλεριανός κατεδίωκε τους χριστιανούς στη Σικελία.

Από πολύ μικρός ο Βίτος γνώρισε τον αληθινό Θεό και προσευχόταν μέρα και νύχτα φορώντας τρίχινο σάκο στο σώμα του. Μια θεϊκή φωνή τον βεβαίωσε ότι η προσευχή του ακούστηκε και ότι θα λάβει μεγάλη χάρη από τον ουρανό. Ο Κύριος του χάρισε δύναμη να κάνει θαύματα, ώστε μέσα από τα έργα του να καταισχυνθεί η ειδωλολατρική πλάνη.

Ο μικρός θεράπευε αρρώστιες, παρηγορούσε τους πονεμένους και οδηγούσε πολλούς στην αληθινή πίστη. Η φήμη του γρήγορα απλώθηκε, και ο πατέρας του ανησύχησε για τη ζωή του παιδιού. Ο ηγεμόνας τον κάλεσε και του ζήτησε να γυρίσει τον γιο του στους πατρώους θεούς, αλλιώς θα τον περίμενε σκληρή τιμωρία.

Όταν ο Ύλας γύρισε στο σπίτι, παρακάλεσε τον γιο του να μην εγκαταλείψει τη λατρεία των ελληνικών θεών. Ο Βίτος όμως απάντησε με παρρησία ότι γνωρίζει μόνο τον αληθινό Θεό, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και αποκαλύπτεται ως Ιησούς Χριστός, ο Βασιλιάς των αγγέλων. Ο πατέρας οργίστηκε και διέταξε να χτυπήσουν το παιδί με ράβδους, μήπως φοβηθεί και αλλάξει γνώμη.

Ο μικρός όμως δεχόταν τις πληγές με γενναιότητα και ομολογούσε ότι δάσκαλός του είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τότε ο Ύλας κάλεσε τον παιδαγωγό του γιου του, τον Μόδεστο, και τον πρόσταξε να μην αφήνει το παιδί να ξαναπροφέρει το όνομα του Χριστού. Ο Βίτος όμως αγνόησε την εντολή του πατέρα του και κρατούσε το όνομα του Κυρίου μέσα στην καρδιά του.

Σε όραμα παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και του είπε να μη φοβάται, γιατί ο ίδιος θα τον φυλάει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο μικρός γέμισε χαρά και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ομολογία του στον Χριστό, χωρίς να λυγίζει από τις απειλές των ισχυρών. Ο πατέρας, βλέποντας την επιμονή του μοναχογιού του, δοκίμασε με κολακείες να τον φέρει πίσω στους θεούς.

Του μίλησε για τον Δία, τον Ηρακλή, την Ήρα, την Αθηνά, την Εστία και τον Απόλλωνα, που λάτρευαν βασιλιάδες και άρχοντες. Ο Βίτος όμως αποκάλεσε τα είδωλα άψυχα έργα ανθρώπινων χεριών, με στόματα που δεν μιλούν και μάτια που δεν βλέπουν. Ομολόγησε την πίστη του στον έναν παντοδύναμο Θεό, στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, και στον Χριστό που με το αίμα του έσωσε το ανθρώπινο γένος.

Ο Ύλας με δάκρυα ικέτευε το παιδί του να μην ακολουθήσει αυτή τη νέα πίστη, για να μη θυμώσει ο ηγεμόνας. Ο Βίτος όμως ευχόταν και ο πατέρας του να αναγνωρίσει τον Σταυρωμένο ως Αμνό του Θεού, που σήκωσε τις αμαρτίες του κόσμου. Ο Ύλας του θύμισε τον σταυρικό θάνατο επί Πιλάτου, εκείνος όμως απάντησε ότι μέσα σε αυτό κρύβεται μέγα και σωτήριο μυστήριο.

Καμία βάσανος, του είπε, δεν θα τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Ο πατέρας σώπασε λυπημένος, μη μπορώντας να σπάσει την αδαμάντινη πίστη του παιδιού. Στο μεταξύ τα θαύματα του μικρού πλήθαιναν και η φήμη του έφτασε ξανά στον ηγεμόνα Βαλεριανό.

Ο ηγεμόνας κάθισε στη δικαστική του έδρα και ζήτησε από τον Ύλα να οδηγήσει τον γιο του στην κρίση. Όταν ο Βίτος στάθηκε μπροστά του, του ζήτησε να θυσιάσει στους αθανάτους θεούς, αλλιώς θα δοκίμαζε σκληρές ποινές. Ο μικρός σφράγισε τον εαυτό του με το σημείο του Σταυρού και δήλωσε ότι λατρεύει μόνο τον ζωντανό Θεό.

Ο Ύλας θρηνούσε μπροστά στους συγγενείς του για τον μοναχογιό του, ο Βίτος όμως φώναζε ότι δεν χάνεται, αλλά συναριθμείται με τους δικαίους του Θεού. Ο Βαλεριανός τότε διέταξε να τον δείρουν με ράβδους και κατόπιν με σιδερένια ραβδιά. Τη στιγμή όμως που οι υπηρέτες σήκωναν τα χέρια τους, παρέλυσαν, και το ίδιο συνέβη και στο χέρι του ηγεμόνα.

Εκείνος πονούσε φοβερά και θεώρησε μάγο τον μικρό μάρτυρα. Ο Βίτος απάντησε ότι δεν είναι μάγος, αλλά δούλος του παντοδύναμου Ιησού Χριστού, που ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει κάθε ασθένεια. Ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό και προσευχήθηκε.

Αμέσως το χέρι του ηγεμόνα έγινε υγιές όπως πριν. Συγκλονισμένος ο Βαλεριανός παρέδωσε ξανά το παιδί στον πατέρα του, με την εντολή να το πείσει να θυσιάσει στους θεούς. Ο Ύλας τότε δοκίμασε άλλον τρόπο, οργανώνοντας μέσα στο σπίτι του γιορτές, χορούς και τραγούδια, με όμορφες κοπέλες και νέους που χόρευαν μπροστά στον Βίτο.

Ο άγιος όμως, στερεός σαν αδάμας, δεν λύγισε από τις σαρκικές προκλήσεις και αναστέναζε προς τον Κύριο, ζητώντας να μην περιφρονήσει την ταπεινή του καρδιά. Στη συνέχεια ο πατέρας του ετοίμασε ένα πλούσιο δωμάτιο, στρωμένο με χαλιά και κοσμημένο με μαργαριτάρια, και έβαλε όμορφες υπηρέτριες κοντά στο παιδί. Ο σώφρων νέος γονάτισε και προσευχήθηκε στον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ να τον ενισχύσει, ώστε ο πονηρός δράκος να μην πετύχει τον σκοπό του.

Την ώρα της προσευχής, μέσα στο δωμάτιο έλαμψε άρρητο φως, και φάνηκαν δώδεκα φωτεινά πρόσωπα, που ευωδίαζαν θεσπέσια. Η ευωδία γέμισε όλο το σπίτι, και ο Ύλας θαύμασε από πού πηγάζει τέτοιο μύρο. Νόμισε ότι ήρθαν οι θεοί του στον γιο του και έσπευσε στο δωμάτιο.

Όταν είδε τα αγγελικά πρόσωπα με τα φτερά τους και άκουσε τον τρισάγιο ύμνο, τυφλώθηκε από το ανυπόφορο φως. Ο Βίτος, βλέποντας τυφλό τον πατέρα του, λυπήθηκε και προσευχήθηκε στον Θεό να τον ελεήσει. Παρέδωσε όμως το αίτημά του στο θέλημα του Κυρίου.

Ο Ύλας φώναζε από τους δριμείς πόνους και όλο το σπίτι αντηχούσε από τους θρήνους των δούλων του. Σύντομα η είδηση απλώθηκε σε ολόκληρη την πόλη και έτρεξε κοντά του και ο ίδιος ο ηγεμόνας Βαλεριανός. Ο τυφλωμένος εξήγησε ότι είδε φτερωτούς θεούς με μάτια σαν αστέρια και όψη σαν αστραπή.

Ο Βαλεριανός τότε τον πήγε στον ναό του Διός, όπου ο Ύλας υποσχέθηκε αμέτρητες θυσίες αν θεραπευόταν. Όμως ο πόνος αντί να φύγει, μεγάλωσε. Ο Βίτος γονάτισε στο δωμάτιό του και παρακάλεσε τον Κύριο, που φώτισε τον τυφλό Τωβία, να ελεήσει τον πατέρα του.

Ο Ύλας γύρισε άπρακτος και έπεσε στα πόδια του γιου του, ζητώντας θεραπεία. Ο άγιος του ζήτησε να αρνηθεί τα είδωλα και να μη τα ονομάζει θεούς αλλά δαίμονες. Ο πατέρας υποσχέθηκε, αν και η καρδιά του ήταν σκληρή.

Ο Βίτος έθεσε το χέρι του στα μάτια του και προσευχήθηκε στον Χριστό που φώτισε τον εκ γενετής τυφλό. Αμέσως έπεσαν τα λέπια από τα μάτια του Ύλα και ξαναβρήκε το φως του. Όμως ο Ύλας, αχάριστος προς τον Ευεργέτη του, απέδωσε τη θεραπεία στους ψεύτικους θεούς του και έσπευσε στους ναούς τους με θυσίες.

Η καρδιά του σκληρύνθηκε τόσο πολύ, ώστε αποφάσισε να σκοτώσει τον ίδιο τον γιο του. Ο Κύριος όμως, που φυλάει τους δούλους του, έστειλε άγγελο στον γέροντα παιδαγωγό Μόδεστο. Ο άγγελος του είπε να πάρει τον Βίτο και την πιστή τροφό Κρησκεντία και να κατευθυνθούν προς τη θάλασσα, όπου θα έβρισκαν έτοιμο πλοιάριο.

Οι τρεις φύγαν αμέσως και βρήκαν τη βάρκα στην ακτή. Έπλευσαν ώσπου έφτασαν σε μια περιοχή της Ιταλίας, που λεγόταν Λουκανία, στον τόπο της Αλλεκτορίας. Μόλις πάτησαν στη στεριά, ο άγγελος εξαφανίστηκε.

Κοντά στον ποταμό Σιλάρ βρήκαν ένα μεγάλο πολύκλωνο δέντρο και έμειναν εκεί να κατοικήσουν. Όπως άλλοτε ο αετός έθρεψε τον Ηλία στην έρημο, έτσι και τώρα ένας αετός τους έφερνε καθημερινά τροφή. Ο Βίτος έκανε πολλά θαύματα και η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα.

Οι δαίμονες έβγαιναν φωνάζοντας ότι ήρθε πριν την ώρα να τους αφανίσει. Πολλοί ειδωλολάτρες βαπτίστηκαν χριστιανοί. Εκείνη την εποχή ο γιος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού δαιμονίστηκε, και ο δαίμονας φώναζε ότι δεν φεύγει αν δεν έρθει ο Βίτος της Λουκανίας.

Ο αυτοκράτορας έστειλε αμέσως στρατιώτες στον ποταμό Σιλάρ, οι οποίοι βρήκαν τον άγιο να προσεύχεται και του γνωστοποίησαν την εντολή του Διοκλητιανού. Ο Βίτος ξεκίνησε για τη Ρώμη μαζί με τον Μόδεστο, ενώ η Κρησκεντία τους ακολουθούσε από μακριά. Όταν ο νέος στάθηκε μπροστά στον αυτοκράτορα, εκείνος θαύμασε την αγγελική του ομορφιά και τα μάτια του που έλαμπαν σαν ηλιακές ακτίνες.

Ο Διοκλητιανός ρώτησε αν μπορούσε να θεραπεύσει τον γιο του, και ο άγιος απάντησε ότι ο Χριστός, ο παντοδύναμος Θεός, μπορεί να τον ελευθερώσει μέσω του δούλου του. Πλησίασε τον δαιμονισμένο, ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του και πρόσταξε το ακάθαρτο πνεύμα να βγει στο όνομα του Ιησού Χριστού. Ο δαίμονας υποχώρησε αμέσως, σκοτώνοντας όμως πολλούς απίστους που είχαν χλευάσει τον άγιο.

Ο αυτοκράτορας θαμπώθηκε από το θαύμα, αλλά αντί να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, σκέφτηκε πώς να παρασύρει τον Βίτο. Του υποσχέθηκε μισό βασίλειο, χρυσάφι και βασιλικά ενδύματα, αν θυσίαζε στους θεούς. Ο άγιος όμως αρνήθηκε, λέγοντας ότι ποθεί την άφθαρτη στολή της αθανασίας.

Ο Διοκλητιανός οργίστηκε και διέταξε να κλείσουν τον Βίτο και τον Μόδεστο σε σκοτεινή φυλακή, με βαριές αλυσίδες δέκα ποδών η καθεμιά. Σφράγισε ο ίδιος με το δαχτυλίδι του την πόρτα και το παράθυρο, ώστε κανείς να μην τους δώσει ψωμί ή νερό, ελπίζοντας να τους εξοντώσει με την πείνα και τη δίψα. Μέσα στο κελί όμως έλαμψε ξαφνικά ουράνιο φως, που το είδαν και οι φύλακες από τη σχισμή.

Ο Βίτος προσευχόταν στον Θεό να τους λυτρώσει, όπως ελευθέρωσε τους τρεις παίδες από την κάμινο και τη Σωσάννα από τους ψευδομάρτυρες. Τότε η φυλακή σείστηκε από τα θεμέλιά της, άρρητη ευωδία πλημμύρισε τον χώρο, και ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε στον άγιο. Του είπε να έχει θάρρος και ανδρεία, γιατί βρίσκεται πάντοτε μαζί του.

Οι αλυσίδες έπεσαν αμέσως από τους κρατουμένους και έγιναν σαν σκόνη. Οι άγιοι σηκώθηκαν και άρχισαν να ψάλλουν τον ύμνο του Ζαχαρία, ενώ αγγελικές φωνές τους συνόδευαν. Οι φύλακες κατατρομαγμένοι έτρεξαν στον αυτοκράτορα και του διηγήθηκαν όσα είδαν.

Εκείνος, μη μπορώντας να το αντέξει, διέταξε να ετοιμαστεί το αμφιθέατρο για να ρίξει τους μάρτυρες στα θηρία. Το πρωί οι άγιοι οδηγήθηκαν στον τόπο του μαρτυρίου, με πέντε χιλιάδες θεατές, εκτός από γυναίκες και παιδιά. Ο Βίτος ενθάρρυνε τον γέροντα Μόδεστο να μη φοβηθεί, γιατί πλησίαζε ο στέφανος της δόξας.

Ο Διοκλητιανός του ζήτησε ξανά να θυσιάσει στους μεγάλους θεούς, αλλά ο άγιος τον αποκάλεσε λύκο αρπακτικό και πλάνο των ψυχών. Δήλωσε ότι ο ίδιος προσφέρει τον εαυτό του ζωντανή θυσία στον Χριστό. Ο τύραννος τότε διέταξε να ετοιμάσουν μεγάλο καζάνι και να βάλουν μέσα μολύβι, θειάφι και πίσσα να βράζουν.

Έριξαν τον Βίτο μέσα, εκείνος όμως μπήκε σφραγίζοντας τον εαυτό του με τον Σταυρό. Άγγελος Κυρίου αφαίρεσε αμέσως τη δύναμη της φωτιάς, και ο άγιος στεκόταν σαν μέσα σε δροσερή κολυμβήθρα, ψάλλοντας ύμνους στον Θεό που λύτρωσε τον λαό του από την αιγυπτιακή δουλεία. Αστειεύτηκε μάλιστα με τον αυτοκράτορα, λέγοντας ότι του ετοίμασε μια εξαιρετική κολυμβήθρα.

Ο λαός φώναξε με μια φωνή ότι ποτέ δεν είδε τέτοιο θαύμα και ότι αληθινός είναι ο Θεός του παιδιού. Ο Βίτος βγήκε από το καζάνι χωρίς καμία βλάβη, με σώμα λευκότερο και από το χιόνι. Πάνω από χίλιοι άνδρες πίστεψαν τότε στον Χριστό.

Ο Διοκλητιανός γέμισε λύσσα και διέταξε να φέρουν ένα τρομερό λιοντάρι, που μόνο ο βρυχηθμός του προκαλούσε τρόμο. Ρώτησε τον μάρτυρα αν θα νικούσε και αυτό το θηρίο με τα τάχα μάγια του. Ο Βίτος απάντησε με πίστη ότι ο άγγελος του Χριστού θα τον γλιτώσει από τα χέρια του.

Το λιοντάρι όρμησε, αλλά μόλις ο άγιος σφράγισε τον εαυτό του με τον Σταυρό, έπεσε στα πόδια του και άρχισε να γλείφει τα πέλματά του. Πολλοί από τον λαό πίστεψαν, ενώ ο αυτοκράτορας έμενε αμετανόητος. Τότε διέταξε να κρεμάσουν στο ξύλο του μαρτυρίου τον Βίτο, τον Μόδεστο και την Κρησκεντία, η οποία βγήκε από το πλήθος και ομολόγησε με παρρησία την πίστη της.

Άρχισαν να τους ξεσχίζουν με σιδερένια όργανα, ώσπου τα σπλάχνα τους φάνηκαν. Ο Βίτος φώναξε στον Κύριο να τους σώσει με τη δύναμή του. Αμέσως σείστηκε η γη, έπεσαν τα είδωλα και πολλοί άπιστοι θανατώθηκαν από τους κεραυνούς και τα ερείπια.

Ο αυτοκράτορας έφυγε τρομαγμένος, χτυπώντας το πρόσωπό του, ομολογώντας ότι νικήθηκε από ένα παιδί. Άγγελος Κυρίου ελευθέρωσε τους τρεις μάρτυρες από το ξύλο του μαρτυρίου και τους μετέφερε ξανά στη Λουκανία, στον ποταμό Σιλάρ, κάτω από το ίδιο δέντρο. Εκεί συγκεντρώθηκαν γύρω τους πολλοί χριστιανοί της περιοχής.

Ο Βίτος προσευχήθηκε στον Κύριο να δεχθεί με ειρήνη τις ψυχές τους και να φυλάει από κάθε κακό όσους θα τιμούν τη μνήμη του μαρτυρίου τους. Από τον ουρανό ακούστηκε φωνή, που τον βεβαίωνε ότι η προσευχή του εισακούστηκε. Στράφηκε τότε στους πιστούς και τους ζήτησε να θάψουν τα σώματά τους στον τόπο εκείνο, υποσχόμενος ότι θα μεσιτεύουν στον Χριστό για τη σωτηρία και την προστασία τους από τη δαιμονική κακία.

Έπειτα οι τρεις μάρτυρες παρέδωσαν με χαρά τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού. Οι πιστοί πήραν τα τίμια λείψανα, τα τύλιξαν με σεντόνια και αρώματα και τα κήδευσαν με τιμή στον τόπο που λεγόταν Μαριανή. Ο Βίτος μαρτύρησε μαζί με τον Μόδεστο και την Κρησκεντία τη δέκατη πέμπτη ημέρα του Ιουνίου, στα χρόνια του Διοκλητιανού.

Η μνήμη τους παραμένει στην Εκκλησία ως φωτεινό παράδειγμα παιδικής ανδρείας και αγάπης προς τον Σωτήρα Χριστό. Σε αυτόν ανήκει η τιμή και η δόξα στους αιώνες.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 15 Qershor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Ιωνάς ο Μητροπολίτης Μόσχας

Άγιος Ιωνάς ο Μητροπολίτης Μόσχας

Όταν ο Μητροπολίτης Φώτιος μπήκε στο φούρνο της μονής Σιμόνωφ, αντίκρισε έναν νεαρό μοναχό να κοιμάται εξαντλημένος, με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού σχηματισμένα σε στάση ευλογίας. Εκείνη τη στιγμή προφήτευσε πως ο…

Lexo jetën
Άγιος Μιχαήλ, ο πρώτος Μητροπολίτης Κιέβου

Άγιος Μιχαήλ, ο πρώτος Μητροπολίτης Κιέβου

Όταν ο Άγιος Μιχαήλ εκοιμήθη εν Κυρίω την δεκάτη πέμπτη Ιουνίου του έτους εννιακόσια ενενήντα δύο, τάφηκε με τιμές στον ίδιο ναό της Δεκάτης. Ο πρώτος ιεράρχης της έδρας του Κιέβου άφησε πίσω του…

Lexo jetën
Όσιος Θεοφάνης των Δασών του Ροσλάβλ

Όσιος Θεοφάνης των Δασών του Ροσλάβλ

Πέρασε ολόκληρη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή χωρίς να φάει ούτε μία μπουκιά τροφή, στηριγμένος μόνο στην πίστη του στον Χριστό. Όταν τον είδαν τόσο αδυνατισμένο, εκείνος απάντησε πως ο Σωτήρας έχυσε όλο του το αίμα…

Lexo jetën
Όσιος Ιερώνυμος, ο μεταφραστής της Βουλγάτας

Όσιος Ιερώνυμος, ο μεταφραστής της Βουλγάτας

Ο Όσιος Ιερώνυμος έδωσε στη Δύση τη λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής, τη γνωστή Βουλγάτα, που εκτόπισε όλες τις παλαιότερες λατινικές αποδόσεις. Αυτός ο μεγάλος δάσκαλος της Εκκλησίας έμαθε μάλιστα την εβραϊκή γλώσσα μέσα…

Lexo jetën
Η Εικόνα της Παναγίας του Βορονίν

Η Εικόνα της Παναγίας του Βορονίν

Μέσα σε μια φλαμουριά του δάσους Κονέτσνοβ, ένας απλός νεωκόρος αντίκρισε την εικόνα της Θεοτόκου να λάμπει σαν ακτίνα ήλιου. Όταν την πήρε στην εκκλησία, εκείνη επέστρεφε μόνη της στο δέντρο, ώσπου ένα τυφλό…

Lexo jetën
Ο Άγιος Αυγουστίνος Επίσκοπος Ιππώνος

Ο Άγιος Αυγουστίνος Επίσκοπος Ιππώνος

Στους κήπους του Μιλάνου, ένας λαμπρός δάσκαλος της ρητορικής έκλαιγε γονατιστός, όταν άκουσε ξαφνικά μια παιδική φωνή να του λέει «πάρε και διάβασε». Άνοιξε το Ευαγγέλιο στην Επιστολή προς Ρωμαίους και τα λόγια του…

Lexo jetën
Ο Μάρτυρας Δουλάς της Κιλικίας

Ο Μάρτυρας Δουλάς της Κιλικίας

Ένας άλλος σκύλος πήρε στα δόντια του τον μανδύα ενός βοσκού και τον έφερε σκεπάζοντας με σεβασμό τα ιερά λείψανα. Οι βοσκοί έμειναν έκπληκτοι από τη συμπεριφορά των ζώων τους και κατάλαβαν πως κάτι…

Lexo jetën
Ο Προφήτης Αμώς και η φωνή της ερήμου

Ο Προφήτης Αμώς και η φωνή της ερήμου

Από τα κοπάδια της Θεκουέ ο Κύριος κάλεσε έναν απλό βοσκό και καλλιεργητή συκομορέων στο ύψιστο προφητικό αξίωμα. Με ένα βαρύ ρόπαλο ανάμεσα στα φρύδια έπεσε νεκρός, μετά από δύο ημέρες αγωνίας, στη γενέτειρα…

Lexo jetën