EmailFacebookΕπικοινωνία
Όσιος Κύριλλος της Λευκής Λίμνης
Όσιος Κύριλλος της Λευκής Λίμνης

Στα έξήντα του χρόνια ένας ταπεινός μάγειρας της Μόσχας άκουσε μέσα στη νύχτα τη φωνή της Παναγίας να τον στέλνει στην έρημη Λευκή Λίμνη. Λίγο αργότερα μια πελώρια πεύκη έπεσε πάνω στο μέρος όπου κοιμόταν, αλλά μια θεϊκή φωνή τον είχε ξυπνήσει μόλις την τελευταία στιγμή. Ο Κοσμάς, όπως ήταν το βαπτιστικό του όνομα, γεννήθηκε στη Μόσχα από ευγενείς και ευσεβείς γονείς.

Έμεινε ορφανός πολύ νωρίς και τον ανέλαβε ο συγγενής του Τιμόθεος Βελιαμίνωφ, αξιωματούχος στην αυλή του ηγεμόνα Δημητρίου του Ντονσκόι. Ο νέος ζούσε μέσα στις τιμές της αυλής, όμως η καρδιά του πονούσε για τον αγγελικό βίο και τη μοναχική ησυχία. Όταν έφτασε στη Μόσχα ο όσιος Στέφανος της Μάχρας, ο Κοσμάς έτρεξε κοντά του και του εκμυστηρεύτηκε με δάκρυα τον ιερό πόθο του.

Ο γέροντας τον έντυσε με το ράσο και του έδωσε το όνομα Κύριλλος, χωρίς όμως να τον κουρέψει αμέσως μοναχό. Στην αρχή ο Τιμόθεος οργίστηκε σφοδρά, μετά όμως συγκινήθηκε από τη σύζυγό του και ζήτησε ταπεινά συγχώρηση. Έτσι ο νέος μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και ακολούθησε τον δρόμο που του χάραξε ο Θεός.

Ο όσιος Στέφανος οδήγησε τον νέο μοναχό στη Μονή Σιμονώφ, την οποία είχε ιδρύσει ο αρχιμανδρίτης Θεόδωρος, ανιψιός του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ. Εκεί ο Θεόδωρος τον δέχτηκε στην αδελφότητα και τον έκειρε κανονικά μοναχό. Ο Κύριλλος τοποθετήθηκε υπό την καθοδήγηση του ενάρετου γέροντα Μιχαήλ, ο οποίος αργότερα έγινε επίσκοπος Σμολένσκ.

Τις νύχτες ο γέροντας διάβαζε το Ψαλτήριο και ο νέος μοναχός έκανε αμέτρητες μετάνοιες μέχρι τον πρώτο κτύπο της καμπάνας για τον όρθρο. Ζήτησε ευλογία να τρώει μόνο κάθε δύο ή τρεις ημέρες, ο όμως έμπειρος γέροντας δεν του την έδωσε. Τον πρόσταξε να γευματίζει στην κοινή τράπεζα με τους αδελφούς, χωρίς ποτέ να χορταίνει.

Το διακόνημά του ήταν στον φούρνο, όπου κουβαλούσε νερό, έσχιζε ξύλα και μοίραζε ψωμί στην αδελφότητα. Όταν ο άγιος Σέργιος του Ραντονέζ επισκεπτόταν τη Μονή Σιμονώφ για να δει τον ανιψιό του Θεόδωρο, αναζητούσε πρώτα τον Κύριλλο στο αρτοποιείο. Συνομιλούσε μαζί του για πνευματικά ζητήματα πριν συναντήσει οποιονδήποτε άλλον μέσα στη μονή.

Έτσι φαινόταν η αρετή του νεαρού μοναχού ακόμη και στους μεγαλύτερους πατέρες της εποχής εκείνης. Μετά από καιρό ο Κύριλλος μετατέθηκε από τον φούρνο στο μαγειρείο της αδελφότητας. Ατενίζοντας τις φλόγες του φούρνου έλεγε μέσα του ότι έπρεπε να υπομένει αυτή τη φωτιά για να γλιτώσει από το αιώνιο πυρ.

Μόχθησε εννέα ολόκληρα χρόνια στο μαγειρείο και ο Θεός του χάρισε τόση κατάνυξη ώστε δεν μπορούσε να φάει χωρίς δάκρυα. Οι αδελφοί τον θεωρούσαν περισσότερο άγγελο Θεού παρά απλό άνθρωπο. Φοβούμενος όμως τη δόξα των ανθρώπων, άρχισε να υποκρίνεται τον σαλό για να κρύψει την αρετή του.

Ο ηγούμενος τον τιμώρησε με σαράντα ημέρες ψωμί και νερό, και εκείνος δέχτηκε την επιτίμηση με χαρά. Σύντομα όμως ο έμπειρος ηγούμενος κατάλαβε ότι πίσω από τη σαλότητα κρυβόταν βαθιά ταπείνωση. Παρά τη θέλησή του τον υποχρέωσαν να δεχτεί τη χειροτονία σε πρεσβύτερο της μονής.

Όταν ο Θεόδωρος έγινε αρχιεπίσκοπος Ροστώφ, οι αδελφοί εξέλεξαν ομόφωνα τον Κύριλλο ως αρχιμανδρίτη και ηγούμενο της Μονής Σιμονώφ. Ήταν τότε χίλια τριακόσια ογδόντα οκτώ μετά Χριστόν, και η φήμη του γέμισε όλη την περιοχή της Μόσχας. Πλούσιοι και επιφανείς άνθρωποι άρχισαν να συρρέουν στη μονή για να λάβουν τις πνευματικές συμβουλές του νέου ηγουμένου.

Όλη αυτή η τιμή όμως τάραζε την ταπεινή ψυχή του οσίου ανδρός. Παρά τις παρακλήσεις των αδελφών, αρνήθηκε να συνεχίσει την ηγουμενία και αποσύρθηκε στο παλιό του κελλί. Αλλά ούτε εκεί βρήκε ησυχία, καθώς οι επισκέπτες τον αναζητούσαν αδιάκοπα.

Έτσι έφυγε στην παλιά Μονή Σιμονώφ, η οποία ήταν αφιερωμένη στο Γενέθλιο της Θεοτόκου. Η ψυχή του διψούσε για βαθιά ερημία και αδιάλειπτη προσευχή μακριά από τους ανθρώπους. Μια νύχτα διάβαζε στο κελλί του τον Ακάθιστο Ύμνο μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας.

Είχε φτάσει στο όγδοο κοντάκιο, εκείνο που μιλά για ξενιτεία από τον κόσμο και ανύψωση του νου στους ουρανούς. Τότε άκουσε καθαρά μια ουράνια φωνή να του λέει να πάει στη Λευκή Λίμνη, όπου τον περίμενε ετοιμασμένος τόπος. Κοιτάζοντας έξω είδε ένα άπλετο φως να λάμπει προς τον βορρά.

Πέρασε όλη τη νύχτα προσευχόμενος μέσα σε μια λάμψη φωτεινότερη από κάθε πρωινό. Λίγο αργότερα ο όσιος ξεκίνησε προς εκείνη την κατεύθυνση μαζί με τον άγιο Θεράποντα, πνευματικό του αδελφό από τη Μονή Σιμονώφ. Στη Λευκή Λίμνη βρήκε τον τόπο που του είχε αποκαλύψει η Θεοτόκος μέσα σε πυκνό και έρημο δάσος.

Έστησαν εκεί έναν σταυρό και έσκαψαν ένα μικρό υπόγειο κελλί κοντά στο όρος Μυάουρα, πλάι στη λίμνη Σίβερσκ. Σύντομα ο Θεράπων αναχώρησε για να ιδρύσει άλλη μονή πιο μακριά, ενώ ο Κύριλλος έμεινε μόνος στην ασκητική παλαίστρα. Δεν κατάφερε όμως να ζήσει ούτε έναν χρόνο μέσα στο υπόγειο κελλί του.

Κάποτε, ταραγμένος από ένα παράξενο όνειρο, ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω από μια ψηλή πεύκη. Μόλις έκλεισε τα μάτια, άκουσε μια φωνή να φωνάζει επιτακτικά το όνομά του. Μετά βίας πρόλαβε να πεταχτεί στην άκρη, και αμέσως το πελώριο δέντρο σωριάστηκε με βρόντο εκεί που πριν λίγο κοιμόταν.

Από το ξύλο της πεύκης ο ασκητής κατασκεύασε αργότερα έναν σταυρό σε ανάμνηση της θαυμαστής σωτηρίας του. Άλλη φορά ο όσιος κινδύνεψε να χαθεί μέσα στις φλόγες και τον καπνό, καθώς καθάριζε το δάσος γύρω από το κελλί του. Ο Θεός όμως διαφύλαξε τον δούλο του από τη φωτιά που είχε φουντώσει απειλητικά.

Κάποιος χωρικός, ονόματι Ανδρέας, προσπάθησε επανειλημμένα να βάλει φωτιά στο κελλί του μοναχού. Όσες φορές κι αν δοκίμασε, η φλόγα δεν έπιανε με κανέναν τρόπο. Τότε ο άνθρωπος συντρίφτηκε από τύψεις, εξομολογήθηκε με δάκρυα την αμαρτία του και έγινε ο ίδιος μοναχός.

Δύο αγαπητοί αδελφοί από τη Μονή Σιμονώφ, ο Ζεβεδαίος και ο Διονύσιος, ήρθαν κοντά στον όσιο για να μοιραστούν τη ζωή του. Σε λίγο τους ακολούθησε και ο Ναθαναήλ, ο οποίος ανέλαβε αργότερα το διακόνημα του οικονόμου της μονής. Πολλοί άλλοι κατέφθαναν στο μέρος εκείνο ζητώντας να καρούν μοναχοί κοντά του.

Ο όσιος κατάλαβε ότι ο καιρός της απόλυτης σιωπής είχε τελειώσει για την ψυχή του. Το έτος χίλια τριακόσια ενενήντα επτά μετά Χριστόν έχτισε μέσα στο δάσος έναν ναό προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και εκεί άρχισε να συγκεντρώνεται η νέα αδελφότητα. Καθώς ο αριθμός των αδελφών αυξανόταν συνεχώς, ο όσιος έδωσε στη μονή κανόνα κοινοβιακής ζωής, τον οποίο επικύρωσε με το παράδειγμά του.

Κανείς δεν μιλούσε μέσα στον ναό, και κανείς δεν έβγαινε από τις ακολουθίες πριν την απόλυση. Ασπάζονταν το Ευαγγέλιο κατά τάξη αρχαιότητας στο μοναστήρι. Στην τράπεζα ο καθένας καθόταν στη θέση του και έτρωγε με απόλυτη σιωπή.

Από την τράπεζα έφευγε αμέσως ήσυχα στο κελλί του, χωρίς συζητήσεις στους διαδρόμους. Κανείς δεν δεχόταν γράμματα ή δώρα χωρίς να τα δείξει πρώτα στον όσιο γέροντα. Κανείς δεν έγραφε επιστολή χωρίς προηγουμένως να πάρει την ευλογία του.

Όλα τα χρήματα φυλάσσονταν στο κοινό ταμείο της μονής, και κανείς δεν είχε τίποτε δικό του. Πήγαιναν στην τράπεζα ακόμη και για να πιουν νερό. Τα κελλιά έμεναν ανοιχτά, και μέσα τους υπήρχαν μόνο εικόνες και βιβλία.

Όταν ο βογιάρος Ρωμανός θέλησε να χαρίσει στη μονή ένα ολόκληρο χωριό με τους κατοίκους του, ο όσιος αρνήθηκε την προσφορά. Γνώριζε ότι η κατοχή χωριού θα έφερνε στους μοναχούς κοσμικές μέριμνες και θα διέλυε την αγαπημένη του ησυχία. Ο Κύριος έλαμψε στον δούλο του τα χαρίσματα της διοράσεως και της θεραπείας ασθενών.

Κάποιος Θεόδωρος ήθελε να μπει στη μονή, αλλά ο εχθρός του ανθρώπου έβαλε μέσα του τέτοιο μίσος για τον όσιο, ώστε δεν άντεχε ούτε να τον βλέπει. Πλησίασε το κελλί του γέροντα και, βλέποντας τα άσπρα μαλλιά του, ντράπηκε και έμεινε άφωνος. Τότε ο όσιος του είπε με γλυκύτητα ότι όλοι πλανώνταν ως προς αυτόν, ενώ μόνο εκείνος γνώριζε την αληθινή του αναξιότητα.

Ευλόγησε τον αδελφό και του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον ξαναενοχλούσαν τέτοιοι λογισμοί στο εξής. Από τότε ο Θεόδωρος έζησε με ειρήνη μέσα στη μονή. Κάποτε δεν υπήρχε καθόλου κρασί για τη θεία Λειτουργία, και ο ιερέας ενημέρωσε τον γέροντα.

Ο όσιος ζήτησε να του φέρουν το άδειο αγγείο, και όταν το άνοιξε, βρέθηκε γεμάτο εκλεκτό κρασί. Σε καιρό λιμού μοίραζε ψωμί σε όλους τους πεινασμένους, και όσο μοίραζε τόσο πληθαίνονταν τα αποθέματα της μονής. Οι αδελφοί κατάλαβαν τότε ότι ο Θεός φρόντιζε για την τροφή τους μέσω των προσευχών του γέροντά τους.

Μια άλλη φορά ο όσιος γαλήνεψε φοβερή θαλασσοταραχή στη λίμνη που απειλούσε να πνίξει τους ψαράδες. Προφήτευσε ότι κανείς από τους αδελφούς δεν θα πέθαινε πριν από τη δική του κοίμηση, παρόλο που θα ξεσπούσε λοιμώδης αρρώστια. Μετά όμως από τη δική του εκδημία πολλοί θα τον ακολουθούσαν προς τον ουρανό.

Τέλεσε την τελευταία θεία Λειτουργία την ημέρα της Πεντηκοστής, και έπειτα έδωσε τις στερνές οδηγίες στους πενήντα τρεις μαθητές του. Τους παρακάλεσε με δάκρυα να διατηρούν τη μεταξύ τους αγάπη ως ύψιστο θησαυρό. Όρισε διάδοχό του τον ενάρετο μοναχό Ιννοκέντιο και αποσύρθηκε στη σιωπή και την προσευχή.

Εκοιμήθη στο ενενηκοστό έτος της ηλικίας του την ένατη Ιουνίου του έτους χίλια τετρακόσια είκοσι επτά μετά Χριστόν, την ημέρα της μνήμης του συνωνύμου του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Μέσα σε έναν χρόνο από την κοίμησή του περισσότεροι από τριάντα αδελφοί τον ακολούθησαν στην αιωνιότητα. Εμφανιζόταν συχνά στους επιζώντες σε όνειρα και τους έδινε σοφές συμβουλές και πατρική καθοδήγηση από τον ουρανό.

Ο όσιος Κύριλλος αγαπούσε με πάθος την πνευματική φώτιση και ενστάλαξε αυτή την αγάπη στους μαθητές του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η βιβλιοθήκη της μονής έφτασε να ξεπερνά τα δύο χιλιάδες χειρόγραφα, ανάμεσα στα οποία και δεκαέξι ιδιοχείρως γραμμένα από τον ίδιο τον θαυματουργό. Τρεις επιστολές του προς Ρώσους ηγεμόνες σώθηκαν μέχρι τις ημέρες μας ως υποδείγματα πνευματικής διδασκαλίας.

Είναι γεμάτες αγάπη, ειρήνη και βαθιά παρηγοριά για όσους κυβερνούν λαούς. Στον μεγάλο ηγεμόνα Βασίλειο της Μόσχας έγραφε ότι, όπως το λάθος του καπετάνιου κινδυνεύει όλο το πλοίο, έτσι και η αμαρτία του άρχοντα ζημιώνει όλους τους υπηκόους του. Η τιμή του οσίου άρχισε επίσημα ήδη πριν το έτος χίλια τετρακόσια σαράντα οκτώ μετά Χριστόν.

Τον Βίο του παρήγγειλαν ο μητροπολίτης Θεοδόσιος και ο μεγάλος ηγεμόνας Βασίλειος ο Σκοτεινός. Τον συνέγραψε ο αγιορείτης μοναχός Παχώμιος ο Λογοθέτης, ο οποίος έζησε στη μονή και συνάντησε αυτόπτες μάρτυρες του βίου του. Στην ιερή του εικόνα, στο ειλητάριο που κρατά γράφονται τα τελευταία του λόγια προς τους μαθητές, η παραίνεση να διαφυλάσσουν την αγάπη μεταξύ τους.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 09 Qershor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιος Αλέξανδρος ο Κουστός της Βολογκντά

Όσιος Αλέξανδρος ο Κουστός της Βολογκντά

Πέντε Τάταροι έφιππα όρμησαν κατά της μονής της Κούστα και σωριάστηκαν σαν νεκροί μπροστά στον σταυρό που τους ευλόγησε ο όσιος Αλέξανδρος. Όταν ένιωσε το τέλος του να πλησιάζει, λειτούργησε, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων…

Lexo jetën
Ο Άγιος Ιωάννης ο Σαβτέλι της Γεωργίας

Ο Άγιος Ιωάννης ο Σαβτέλι της Γεωργίας

Στη μέση της Θείας Λειτουργίας ένας σαλός για τον Χριστό έπεσε στα γόνατα και προφήτεψε τη νίκη της Γεωργίας απέναντι στον σουλτάνο. Δίπλα στη βασίλισσα Ταμάρα στεκόταν ένας σοφός υμνογράφος, που έμελλε να γράψει…

Lexo jetën
Οι πέντε Παρθένες που σφαγιάστηκαν από τον ίδιο τους τον πνευματικό

Οι πέντε Παρθένες που σφαγιάστηκαν από τον ίδιο τους τον πνευματικό

Όταν διαδόθηκε στους Πέρσες πως ο Παύλος ήταν πλουσιότατος, εκείνοι έσπευσαν με απειλές προς το πρόσωπό του. Του ζήτησαν είτε να αρνηθεί τον Χριστό μαζί με τις παρθένες είτε να παραδώσει αμέσως όλους τους…

Lexo jetën