
Σαράντα ολόκληρες μέρες και νύχτες ο Όσιος Βησσαρίων στάθηκε ακίνητος μέσα στα αγκάθια, με τα χέρια και τον νου υψωμένα στον ουρανό. Όταν ο μαθητής του δίψασε στην έρημο, εκείνος γλύκανε με τον σταυρό του την αλμυρή θάλασσα και την έκανε πηγή ζωντανού νερού. Ο μεγάλος αυτός ασκητής γεννήθηκε και ανατράφηκε στην Αίγυπτο, και από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε με όλη του την ψυχή τον Χριστό.
Φύλαξε καθαρό το ένδυμα της ψυχής του που έλαβε στο άγιο βάπτισμα και απέφυγε κάθε μολυσμό της αμαρτίας. Επιθυμώντας να γνωρίσει βαθύτερα τη μοναχική ζωή, ξεκίνησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και έφθασε στα Ιεροσόλυμα. Εκεί συνάντησε τον Όσιο Γεράσιμο στην έρημο του Ιορδάνη, εκείνον που υπηρετούσε το θαυμαστό λιοντάρι του.
Γνώρισε ακόμη πολλούς ασκητές που έλαμπαν με τις αρετές τους και ωφελήθηκε πολύ από τις συνομιλίες μαζί τους. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, βρήκε πνευματικό πατέρα τον Όσιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη και έτρεχε συχνά κοντά του για διδαχή. Μοίρασε όλη την πατρική περιουσία του στους φτωχούς και στα μοναστήρια χωρίς να κρατήσει τίποτε.
Έπειτα αποτάχθηκε τον κόσμο και έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού με μεγάλη χαρά. Αποσύρθηκε σε έναν έρημο τόπο και πήρε επάνω του τον υψηλό όρκο της απόλυτης σιωπής. Ταλαιπωρούσε το σώμα του με αδιάκοπους κόπους και νηστείες, μιμούμενος μέσα στη σάρκα τη ζωή των ασωμάτων αγγέλων.
Η νηστεία του ήταν ασύγκριτη, καθώς άλλοτε έμενε όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και άλλοτε σαράντα μέρες χωρίς νερό. Κάποτε στάθηκε ολόρθος μέσα σε αγκάθια για σαράντα ημερόνυχτα, χωρίς να κουνηθεί καθόλου και χωρίς να γεύσει το παραμικρό. Δεν μίλησε σε κανέναν, δεν νύσταξε, δεν λύγισε από την ανθρώπινη αδυναμία και δεν σκέφθηκε τίποτε γήινο.
Όλη η ύπαρξή του ήταν προσηλωμένη στον Θεό σαν να ήταν ασώματος και έξω από τη φύση. Γι αυτό αξιώθηκε από τον Κύριο μεγάλη χάρη και έλαβε πλούσιο το χάρισμα της θαυματουργίας. Έμοιαζε με τους αρχαίους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης στη δύναμη και στην παρρησία.
Όπως ο Μωυσής γλύκανε κάποτε τα πικρά νερά με το ξύλο που του φανέρωσε ο Θεός, έτσι και αυτός ευλόγησε τη θάλασσα. Με την προσευχή του και το σημείο του σταυρού μετέτρεψε την αρμύρα σε γλυκύτητα, για να ξεδιψάσει ο εξαντλημένος μαθητής του Δουλάς. Όταν ο μαθητής γέμισε ξανά αγγείο με νερό για τη συνέχεια του δρόμου, ο γέροντας τον παρατήρησε με αγάπη και πνευματική σοφία.
Του είπε ότι ο Θεός βρίσκεται παντού και μπορεί να δώσει γλυκό νερό στον διψασμένο σε κάθε τόπο της γης. Έμοιασε ακόμη με τον Ιησού του Ναυή, που σταμάτησε τον ήλιο για να ολοκληρωθεί η νίκη του λαού. Κάποτε βάδιζε μαζί με τον μαθητή του προς έναν άλλον γέροντα και ο ήλιος έγερνε ήδη προς τη δύση.
Παρακάλεσε τότε τον Θεό να κρατήσει τον ήλιο ακίνητο μέχρι να φθάσουν στον σκοπό της οδοιπορίας τους. Και πράγματι ο ήλιος δεν έδυσε, ώσπου εκείνος έφθασε στο κελί του ευλογημένου εκείνου ασκητή. Έμοιασε επίσης με τον προφήτη Ηλία, αφού πολλές φορές κατέβασε άφθονη βροχή από τον ουρανό σε καιρούς ξηρασίας.
Έμοιασε ακόμη και με τον προφήτη Ελισαίο που πέρασε τον Ιορδάνη με τη μηλωτή του δασκάλου του. Με την προσευχή του μετέβαλε το νερό σε στέρεο μονοπάτι και βάδιζε επάνω σε αυτό σαν σε ξηρά. Πέρασε έτσι ολόκληρο τον μεγάλο Νείλο και κάθε ποτάμι που συναντούσε στους δρόμους της ερήμου.
Κάποτε στη σκήτη οδήγησαν στον ναό έναν άνθρωπο που τον βασάνιζε πολύ άγριο πονηρό πνεύμα. Οι κληρικοί προσευχήθηκαν επάνω του, όμως το δαιμόνιο αρνιόταν να βγει εξαιτίας της σκληρής του φύσης. Σκέφθηκαν τότε να καταφύγουν στον Όσιο Βησσαρίωνα, που πρώτος έμπαινε πάντοτε στον ναό για την προσευχή.
Έβαλαν λοιπόν τον δαιμονισμένο στη θέση που συνήθιζε να στέκεται ο άγιος και περίμεναν με πίστη. Όταν εκείνος έφθασε, δεν θέλησε να διώξει τον άνθρωπο από τη θέση του και στάθηκε ταπεινά δίπλα του. Μόλις άρχισε η ακολουθία, οι κληρικοί τον παρακάλεσαν να σηκώσει τον κοιμισμένο ξένο από το έδαφος.
Ο γέροντας τον άγγιξε ελαφρά και του είπε να σηκωθεί και να φύγει από εκείνον τον χώρο. Τότε το δαιμόνιο έφυγε αμέσως διωγμένο από τον λόγο του και ο άνθρωπος ευχαρίστησε με δάκρυα τον Θεό. Έτσι οι κληρικοί παρακίνησαν τον ταπεινό πατέρα να φανερώσει χωρίς να το θέλει το χάρισμά του.
Διότι εκείνος απέφευγε να θαυματουργεί φανερά για να μη δοξάζεται από τους ανθρώπους, θεωρώντας πάντοτε τον εαυτό του αμαρτωλό. Κάποια ημέρα ένας αδελφός της σκήτης έπεσε σε κάποιο σοβαρό παράπτωμα και ο ιερέας τον πρόσταξε να βγει έξω από τον ναό. Ο Όσιος Βησσαρίων σηκώθηκε αμέσως και βγήκε μαζί του, λέγοντας ταπεινά ότι και ο ίδιος ήταν αμαρτωλός άνθρωπος.
Τέτοια ήταν η βαθιά ταπείνωση που στόλιζε όλη τη ζωή και την καρδιά αυτού του μεγάλου αγίου. Οι μαθητές του διηγούνται ότι για σαράντα ολόκληρα χρόνια δεν ξάπλωσε ποτέ σε κρεβάτι για να ξεκουραστεί λίγο. Επέτρεπε στον εαυτό του μόνο σύντομο ύπνο, πάντοτε όρθιος ή καθιστός, για να μη χάνει την προσευχή.
Προέτρεπε συχνά τους μαθητές του να αγρυπνούν και να προσέχουν τους πειρασμούς που στήνει ο πονηρός εχθρός. Έλεγε ότι ο μοναχός οφείλει να είναι ολόκληρος μάτι, καθώς τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ του ουρανού. Όποιος ζει με ησυχία και χωρίς πειρασμούς, χρειάζεται περισσότερη εγρήγορση και βαθύτερη ταπείνωση μπροστά στον Θεό.
Διότι πολλοί από υπερηφάνεια έπεσαν σε φοβερή πάλη με τον διάβολο και σε μεγαλύτερα παραπτώματα. Άλλοτε πάλι ο Θεός κρύβει τις δοκιμασίες από εμάς εξαιτίας της ανθρώπινης αδυναμίας μας. Έτσι μας προστατεύει από την ολοκληρωτική πτώση και απώλεια της ψυχής μας.
Η ζωή αυτού του αγίου πατέρα έμοιαζε αληθινά με τη ζωή ενός πουλιού του ουρανού. Δεν απέκτησε ποτέ τίποτε γήινο και δεν είχε ούτε δικό του κελί ούτε κάποιο μόνιμο κατάλυμα. Περιπλανιόταν στην έρημο και μετακινούνταν από τόπο σε τόπο σαν οδοιπόρος δίχως πατρίδα στη γη.
Βάδιζε στα βουνά και στα δάση χωρίς να φροντίζει καθόλου τις σωματικές ανάγκες του. Δεν μεριμνούσε ούτε για τροφή ούτε για ένδυμα, και φορούσε πάντοτε ένα πενιχρό ρούχο που μόλις σκέπαζε τη γύμνια του. Την ημέρα τον έκαιγε ο καυτός ήλιος της ερήμου και τη νύχτα τον πάγωνε το βαρύ ψύχος.
Σπάνια έμπαινε κάτω από στέγη, αλλά προτιμούσε τη μοναξιά των βουνών για να συνομιλεί με τον Θεό. Ανύψωνε διαρκώς τον νου του στον Κύριο και σταματούσε τη σκέψη του μόνο επάνω σε Εκείνον. Δάκρυα έτρεχαν συνεχώς από τα μάτια του και βαθιοί στεναγμοί έβγαιναν από την καρδιά του.
Όλες τις ημέρες της ζωής του τις πέρασε με πένθος και αδιάλειπτο πνευματικό κλαυθμό. Όταν έφθασε σε βαθύ γήρας, ο όσιος εκοιμήθη ειρηνικά και πέρασε από τα δάκρυα στην αιώνια χαρά των αγίων.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 06 Qershor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Γελάσιος ο Μάρτυς
Μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς και φόρεσε ένα λευκό μακρύ ρούχο, για να συναντήσει εκείνους που οδηγούνταν στο μαρτύριο. Έσκυβε και φιλούσε με δάκρυα τις ανοιχτές πληγές των βασανισμένων χριστιανών, λες και…
Lexo jetën
Αρχελαΐς, Θέκλα και Σουσάννα, οι παρθενομάρτυρες της Σαλέρνο
Ο άρχοντας Λεόντιος, νικημένος μπροστά στα θαύματα, διέταξε να βγάλουν τις τρεις παρθένες έξω από την πόλη και να τις θανατώσουν με ξίφος. Οι στρατιώτες τις έδεσαν πισθάγκωνα και τις οδήγησαν στον τόπο της…
Lexo jetën
Ιλαρίων ο Νέος, ο ακαταμάχητος ηγούμενος των Δαλμάτων
Δέκα ολόκληρα χρόνια έσκυβε σιωπηλός πάνω στα παρτέρια του μοναστηριακού κήπου, ώσπου η ψυχή του έλαμψε σαν ήλιος καθαρός. Έπειτα στάθηκε όρθιος μπροστά σε τρεις διαδοχικούς αυτοκράτορες και δέχτηκε εκατόν εβδομήντα ραβδισμούς, χωρίς ποτέ…
Lexo jetën
Ο Ιερομάρτυς Ανδρόνικος του Περμ
Στη μία μετά τα μεσάνυχτα τον έβγαλαν από το κρατητήριο και τον επιβίβασαν στην άμαξα προς τον τόπο της εκτελέσεως. Στον δρόμο ο ιεράρχης ήταν καλοδιάθετος και παραπονέθηκε στον Ζουζγκώφ ότι στη Μοτοβίλιχα δεν…
Lexo jetën