Ιωάννης Βλαδίμηρος, ο βασιλιάς που κράτησε στα χέρια του το κομμένο κεφάλι του
Καθώς ο Ιωάννης Βλαδίμηρος διέσχιζε ένα δάσος κοντά στο Ελμπασάν, ένας αετός κατέβηκε από τον ουρανό κρατώντας στις φτερούγες του έναν ολόλαμπρο σταυρό.
Καθώς ο Ιωάννης Βλαδίμηρος διέσχιζε ένα δάσος κοντά στο Ελμπασάν, ένας αετός κατέβηκε από τον ουρανό κρατώντας στις φτερούγες του έναν ολόλαμπρο σταυρό.
Σιδερένια υποδήματα γεμάτα καρφιά τρυπούσαν τα πόδια του νεαρού μάρτυρα, καθώς οι στρατιώτες τον οδηγούσαν δεμένο στα Κόμανα για να θανατωθεί.
Την Τρίτη της Διακαινησίμου του έτους χίλια τετρακόσια πενήντα δύο, ένας τεράστιος όγκος πάγου ανέβαινε αντίθετα στο ορμητικό ρεύμα του ποταμού Μστα.
Χωρίς γενεαλογία, χωρίς αρχή και τέλος καταγραμμένο, ο Μελχισεδέκ εμφανίζεται ξαφνικά στη Γραφή ως βασιλιάς και ιερέας της Σαλήμ.
Μέσα στον θυμό της φυλακής των Καλαβρύτων ξέφυγε από τα χείλη του η φοβερή κουβέντα πως θα γινόταν Τούρκος για λίγα γρόσια παραπάνω.
Με τα ίδια της τα χέρια ζύμωνε ψωμί για τους πεινασμένους, και ο Θεός φρόντιζε ώστε το αλεύρι της να μη λιγοστεύει ποτέ.
Μια τυφλή μοναχή είδε τους αγίους ιεράρχες της Μόσχας να εγκαταλείπουν την πόλη, παίρνοντας μαζί τους την ιερή εικόνα της Παναγίας του Βλαδιμήρου.
Στο μεσημέρι μιας κρίσιμης ημέρας, ο Κωνσταντίνος είδε στον ουρανό φωτεινό σταυρό με την προτροπή «τούτω νίκα» και άλλαξε την πορεία της ιστορίας.
Ένας πρίγκιπας έφτασε στα τείχη μιας ειδωλολατρικής πόλης κρατώντας στα χέρια του την εικόνα της Παναγίας, και το πλήθος που ζητούσε το αίμα του…
Μπροστά στον σουλτάνο Αχμέντ τον Τρίτο, ο πρίγκιπας της Βλαχίας αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και είδε τα τέσσερα παιδιά του να αποκεφαλίζονται μπροστά στα μάτια…