EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Άγιος Νικόλαος, ο Θαυματουργός των Μύρων

Στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος, ένα νεογέννητο βρέφος στάθηκε όρθιο για τρεις ολόκληρες ώρες, χωρίς κανείς να το στηρίζει, τιμώντας την Αγία Τριάδα. Από την πρώτη του παιδική ηλικία, νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, αρνούμενος το γάλα της μητέρας του πριν τελειώσουν οι γονείς του την εσπερινή προσευχή. Έτσι ξεκίνησε η αγία ζωή του Αγίου Νικολάου, που γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας, καρπός των θερμών προσευχών του Θεοφάνη και της Νόννας.

Οι γονείς του ήταν άνθρωποι ευσεβείς και πλούσιοι, και είχαν τάξει το παιδί τους στον Θεό. Η μητέρα του θεραπεύτηκε αμέσως μετά τη γέννησή του, και έμεινε στείρα ως το τέλος της ζωής της, σαν να μαρτυρούσε η ίδια η φύση ότι κανένα άλλο παιδί δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τον μικρό Νικόλαο. Ο μικρός μεγάλωνε στην ευσέβεια και απέφευγε τις παιδικές συντροφιές, στρεφόμενος μόνο προς τον ναό του Θεού.

Εκεί περνούσε ημέρες και νύχτες σε προσευχή και μελέτη των ιερών κειμένων, καλλιεργώντας μέσα του τόπο άξιο για το Άγιο Πνεύμα. Ο θείος του, επίσης Νικόλαος, επίσκοπος των Πατάρων, διέκρινε τα χαρίσματά του και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, βλέποντας στο πρόσωπό του τη μέλλουσα δόξα της Εκκλησίας. Όταν οι γονείς του εκοιμήθησαν, ο Νικόλαος μοίρασε όλη την περιουσία τους στους φτωχούς, χωρίς να κρατήσει τίποτε για τον εαυτό του.

Στα Πάταρα ζούσε ένας πρώην πλούσιος άνδρας, ο οποίος, από μεγάλη φτώχεια, σκέφτηκε να εκπορνεύσει τις τρεις θυγατέρες του για να βρει τροφή. Ο Νικόλαος, με αποκάλυψη του Θεού, έμαθε το ολέθριο σχέδιο και αποφάσισε να σώσει την οικογένεια κρυφά, χωρίς να ζητήσει ανθρώπινη δόξα. Μια νύχτα έριξε από το παράθυρο έναν σάκο με χρυσά νομίσματα, και ο πατέρας πάντρεψε την πρώτη του κόρη.

Σύντομα ο άγιος επανέλαβε την κρυφή ευεργεσία και για τη δεύτερη θυγατέρα, αφήνοντας πάλι χρυσάφι. Ο πατέρας τότε αγρυπνούσε, θέλοντας με κάθε τρόπο να γνωρίσει τον ευεργέτη του. Όταν ο Νικόλαος ήρθε για τρίτη φορά, τον πρόλαβε και έπεσε στα πόδια του με δάκρυα ευγνωμοσύνης.

Ο άγιος τον υποχρέωσε με όρκο να μη φανερώσει σε κανέναν το γεγονός όσο εκείνος ζούσε. Έτσι σώθηκαν και οι τρεις κόρες από βέβαιη απώλεια, μέσα από την κρυφή αγάπη του ποιμένα. Με τέτοιες πράξεις ελεημοσύνης γέμιζε καθημερινά τη ζωή του ο μέλλων αρχιερέας του Χριστού.

Όταν αργότερα ταξίδεψε με πλοίο προς τους Αγίους Τόπους, προφήτευσε επερχόμενη φοβερή τρικυμία, λέγοντας πως είδε τον διάβολο να μπαίνει στο σκάφος για να βυθίσει όλους τους ταξιδιώτες. Πράγματι σηκώθηκε άγρια καταιγίδα, και μόνο με την προσευχή του άγιου επανήλθε η γαλήνη στη θάλασσα. Λίγο αργότερα ένας ναύτης έπεσε από το κατάρτι και σκοτώθηκε, αλλά ο Νικόλαος τον ανέστησε με την προσευχή του.

Στα Ιεροσόλυμα προσκύνησε τον Γολγοθά και όλους τους ιερούς τόπους, ενώ μια νύχτα οι κλειδωμένες πύλες του ναού άνοιξαν μόνες τους για χάρη του. Σκέφτηκε τότε να αποσυρθεί στην έρημο, όμως θεία φωνή τον εμπόδισε και τον έστειλε πίσω στην πατρίδα του. Έφτασε στη μονή της Αγίας Σιών, αλλά ο Κύριος του φανέρωσε ότι το έργο του δεν ήταν εκεί, παρά μέσα στον κόσμο.

Έτσι κατέληξε στα Μύρα της Λυκίας, ζώντας ως άσημος ξένος, χωρίς να γνωρίζει κανείς ποιος ήταν. Εκείνη ακριβώς την περίοδο εκοιμήθη ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, και οι επίσκοποι συγκεντρώθηκαν για να εκλέξουν τον διάδοχό του. Με προσευχή ζητούσαν αποκάλυψη από τον Θεό, αφού οι ανθρώπινες προτιμήσεις διχάζονταν.

Σε έναν ηλικιωμένο επίσκοπο εμφανίστηκε φωτεινός άνδρας και του φανέρωσε ότι ο πρώτος που θα έμπαινε τη νύχτα στον ναό θα ήταν ο εκλεκτός του Θεού, με το όνομα Νικόλαος. Ο επίσκοπος στάθηκε στην πύλη και περίμενε, και πράγματι ο άγιος έφτασε πρώτος, πιστός στη συνήθειά του να προσεύχεται από τα μεσάνυχτα. Όταν τον ρώτησε το όνομά του, εκείνος απάντησε με ταπείνωση πως είναι δούλος της αγιοσύνης του.

Έτσι αναγνωρίστηκε ως ο εκλεκτός και χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Μύρων, με αρχικό δισταγμό αλλά και υπακοή στο θείο θέλημα. Λίγο αργότερα ξέσπασε ο διωγμός των Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, και ο Νικόλαος συνελήφθη μαζί με άλλους χριστιανούς και ρίχτηκε στη φυλακή. Εκεί στήριζε τους συγκρατουμένους του με τον λόγο του Θεού, υπομένοντας πείνα, δίψα και θλίψεις.

Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος, η ειρήνη επέστρεψε και ο άγιος επανήλθε στο ποίμνιό του ως ομολογητής. Με ζήλο γκρέμισε τους ναούς των ειδώλων στα Μύρα, ιδιαίτερα τον περίφημο ναό της Αρτέμιδος, εκδιώκοντας τους δαίμονες που κατοικούσαν σε εκείνους τους τόπους. Έγινε προστάτης των αδικημένων και πατέρας των ορφανών, με πόρτα ανοιχτή για κάθε πονεμένο.

Μια μέρα έφτασε στ' αυτιά του πως ο τοπικός άρχοντας Ευστάθιος, παρασυρμένος από δωροδοκίες, καταδίκασε σε θάνατο τρεις αθώους πολίτες της πόλης. Ο άγιος έσπευσε στον τόπο της εκτέλεσης και βρήκε τον δήμιο να υψώνει ήδη το σπαθί πάνω από τους γυμνωμένους τραχήλους. Με θαρραλέα κίνηση άρπαξε το ξίφος από τα χέρια του και έλυσε τους δεσμούς των κατάδικων, χωρίς κανείς να τολμήσει να τον εμποδίσει.

Έπειτα έλεγξε τον άρχοντα για την αδικία του, και εκείνος, συντετριμμένος, ζήτησε συγχώρεση με δάκρυα. Παρόντες στη σκηνή ήταν τρεις στρατηγοί του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, οι Νεπωτιανός, Ούρσος και Ερπυλίων, που ταξίδευαν προς τη Φρυγία. Όταν αργότερα τους συκοφάντησαν στην αυλή και ρίχτηκαν στη φυλακή, καταδικασμένοι σε θάνατο, θυμήθηκαν τη θαυμαστή παρέμβαση του αγίου και τον επικαλέστηκαν με δάκρυα.

Εκείνη τη νύχτα ο Νικόλαος εμφανίστηκε στον ύπνο του αυτοκράτορα και του επάρχου Αβλαβίου, απειλώντας τους και αποκαλύπτοντας την αλήθεια. Το πρωί οι στρατηγοί ελευθερώθηκαν και ο αυτοκράτορας τους έστειλε στα Μύρα με δώρα, ζητώντας την ευλογία του αγίου ποιμένα. Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη για να αντιμετωπιστεί η αίρεση του Αρείου, ο Νικόλαος βρισκόταν ανάμεσα στους τριακόσιους δεκαοκτώ θεοφόρους πατέρες.

Με ζήλο για την αλήθεια αντιστάθηκε στις βλασφημίες του αιρεσιάρχη, και κάποτε, μη αντέχοντας άλλο, χτύπησε τον Άρειο στο πρόσωπο. Οι πατέρες αγανάκτησαν για την πράξη του και τον καθήρεσαν προσωρινά από το αρχιερατικό αξίωμα. Όμως ο ίδιος ο Χριστός και η Παναγία εμφανίστηκαν σε όραμα σε μερικούς από τους επισκόπους, προσφέροντας στον άγιο το Ευαγγέλιο και το ωμοφόριο.

Έτσι κατάλαβαν οι πατέρες ότι η τόλμη του ήταν ευάρεστη στον Θεό και τον αποκατέστησαν στη θέση του με τιμές. Επιστρέφοντας στα Μύρα, ο Νικόλαος έφερε ειρήνη και ευλογία, ξεριζώνοντας τις αιρετικές πλάνες και διδάσκοντας την ορθή πίστη. Μια φορά η Λυκία χτυπήθηκε από φοβερό λιμό, και ο άγιος εμφανίστηκε σε όνειρο σε έναν έμπορο της Ιταλίας, αφήνοντάς του τρία χρυσά νομίσματα ως αρραβώνα.

Όταν εκείνος ξύπνησε και βρήκε πραγματικά το χρυσάφι στο χέρι του, ξεκίνησε για τα Μύρα και πούλησε εκεί το σιτάρι του, σώζοντας τους πεινασμένους κατοίκους από βέβαιο θάνατο. Ένα ακόμη θαύμα έγινε όταν ταξιδιώτες από την Αίγυπτο κινδύνεψαν σε τρομερή θαλασσοταραχή και επικαλέστηκαν τον άγιο, χωρίς να τον έχουν δει ποτέ. Εκείνος εμφανίστηκε αμέσως, μπήκε στο πλοίο, έπιασε το πηδάλιο και πρόσταξε τη θάλασσα να γαληνέψει.

Όταν έφτασαν στα Μύρα, τον αναγνώρισαν στον δρόμο και έπεσαν στα πόδια του με ευγνωμοσύνη. Ο άγιος όμως διέκρινε μέσα τους τον λογισμό της πορνείας και τους νουθέτησε με γλυκύτητα να διαφυλάξουν την αγνότητα του σώματος και της ψυχής. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε σαν το πρόσωπο του Μωυσή, και όσοι τον συναντούσαν αισθάνονταν αμέσως παρηγοριά στις θλίψεις τους.

Ακόμη και άπιστοι μαλάκωναν ακούγοντας τη γλυκιά διδασκαλία του και έρχονταν στον δρόμο της σωτηρίας. Έζησε πολλά χρόνια ως καλός ποιμένας των Μύρων, διδάσκοντας, ελεώντας και θαυματουργώντας ακατάπαυστα. Όταν έφτασε σε βαθιά γεράματα, εκοιμήθη ειρηνικά στις έξι Δεκεμβρίου, και η ψυχή του ανέβηκε στους ουρανούς συνοδευόμενη από αγγέλους.

Το ιερό λείψανό του τοποθετήθηκε στον καθεδρικό ναό της Μητροπόλεως των Μύρων. Από τον τάφο του άρχισε αμέσως να αναβλύζει ευωδιαστό μύρο, που θεράπευε αρρώστιες ψυχικές και σωματικές. Άνθρωποι έρχονταν από όλα τα μέρη της γης για να πάρουν λίγο από εκείνο το ιαματικό μύρο και να βρουν παρηγοριά στα βάσανά τους.

Κάποτε ευσεβείς προσκυνητές από τις εκβολές του Τάναϊ ξεκίνησαν να φτάσουν στα Μύρα, αλλά ο δαίμονας που είχε διωχθεί από τον ναό της Αρτέμιδος προσπάθησε να τους εμποδίσει. Μεταμορφώθηκε σε γυναίκα και τους έδωσε δοχείο με δηλητηριασμένο λάδι, ζητώντας τους να το παραδώσουν στον τάφο του αγίου. Στον δρόμο όμως εμφανίστηκε ο Νικόλαος και τους πρόσταξε να ρίξουν το δοχείο στη θάλασσα, αποκαλύπτοντας τη δαιμονική απάτη.

Όταν το λάδι έπεσε στα κύματα, σηκώθηκαν φλόγες και μαύρος καπνός, και η θάλασσα έβρασε από τα βάθη. Ο άγιος γαλήνεψε τη θύελλα και οι προσκυνητές έφτασαν με ασφάλεια στον προορισμό τους. Από τότε μέχρι σήμερα ο μέγας θαυματουργός σπεύδει σε όσους τον επικαλούνται, σώζοντας από κινδύνους θαλάσσης, από φυλακές, από αρρώστιες και από κάθε ανθρώπινη ανάγκη.

Δοξάζεται έτσι σε όλη την οικουμένη το όνομα της Αγίας Τριάδος δια του πιστού της θεράποντος.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 06 Dhjetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Μάξιμος, Μητροπολίτης Κιέβου

Ένας Έλληνας ιεράρχης βρέθηκε επικεφαλής της Εκκλησίας της Ρωσίας σε μια εποχή που οι Τάταροι ρήμαζαν τις πόλεις και έσπερναν τον τρόμο. Όταν το ίδιο το Κίεβο έμεινε σχεδόν ερειπωμένο από τις επιδρομές, ο…

Lexo jetën
0