Μαρκιανός και Μαρτύριος, οι νοτάριοι της Κωνσταντινουπόλεως
Δύο ταπεινοί γραμματείς του Πατριάρχη Παύλου του Ομολογητή αρνήθηκαν χρυσάφι και αρχιερατικούς θρόνους, για να μην προδώσουν τη θεότητα του Χριστού. Οι αρειανοί τους έσυραν στον τόπο της εκτελέσεως, και εκείνοι ζήτησαν λίγο χρόνο μόνο για μια τελευταία προσευχή. Στους χρόνους που η αίρεση του Αρείου τάραζε βαθιά την Εκκλησία του Χριστού, ξέσπασαν σκληροί διωγμοί εναντίον των ορθοδόξων πιστών.
Οι αρειανοί καταδίωκαν όσους ομολογούσαν τον Χριστό Θεό αληθινό και όχι κτίσμα του Πατρός. Η αίρεση δυνάμωσε ακόμη περισσότερο, όταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, παρασύρθηκε στην ίδια πλάνη. Κοντά του στάθηκαν δύο ισχυροί αυλικοί, ο Ευσέβιος και ο Φίλιππος, φανατικοί αρειανοί και σκληροί διώκτες των ορθοδόξων.
Αυτοί υπήρξαν οι κύριοι υπαίτιοι της εξορίας και του μαρτυρικού θανάτου του αγίου Παύλου του Ομολογητή, τον οποίο έπνιξαν μυστικά οι ομόφρονές τους. Στη θέση του ανέβασαν στον πατριαρχικό θρόνο τον αιρετικό Μακεδόνιο. Πολλούς ακόμη διδασκάλους και ομολογητές της ευσέβειας θανάτωσαν με ποικίλους τρόπους.
Ανάμεσα στους πιστούς υπερασπιστές της αλήθειας ξεχώριζαν δύο νέοι, ο Μαρκιανός και ο Μαρτύριος. Οι δύο άνδρες υπηρετούσαν τον Πατριάρχη Παύλο μέσα στον μεγάλο ναό της Κωνσταντινουπόλεως με βαθιά αφοσίωση. Ο Μαρκιανός είχε το διακόνημα του αναγνώστη, ενώ ο Μαρτύριος υπηρετούσε ως υποδιάκονος της Εκκλησίας.
Και οι δύο εργάζονταν ως νοτάριοι, δηλαδή ως γραμματείς του πατριάρχη, καταγράφοντας τις διδασκαλίες και τις πράξεις που στερέωναν την ορθή πίστη. Δεν περιορίζονταν όμως μόνο στο γραφικό τους έργο, αλλά κήρυτταν με δύναμη και υπεράσπιζαν την Εκκλησία σαν δύο γερές ασπίδες. Ο Κύριος τους χάρισε στόμα και σοφία, που οι αντίπαλοί τους δεν μπορούσαν να αντικρούσουν με κανέναν τρόπο.
Μετά την εξορία και τη θανάτωση του αγίου Παύλου, οι αιρετικοί έστρεψαν το μίσος τους πάνω στους πιστούς μαθητές του. Στην αρχή προσπάθησαν να τους παρασύρουν με δόλο, κρύβοντας την κακία τους κάτω από γλυκά λόγια. Τους πρόσφεραν πολύ χρυσάφι και υποσχέθηκαν μεγάλες εύνοιες από τον αυτοκράτορα.
Τους έταζαν μάλιστα αρχιερατικούς θρόνους και πλούσιες περιουσίες, αρκεί να δέχονταν την αρειανική διδασκαλία. Όμως οι άγιοι περιφρόνησαν όλες αυτές τις προσφορές με τόλμη και πίστη ασάλευτη στον Χριστό. Όταν οι αιρετικοί κατάλαβαν πως ούτε τα δώρα ούτε οι υποσχέσεις λύγιζαν τους ομολογητές, άλλαξαν αμέσως τακτική.
Άρχισαν να τους απειλούν με συκοφαντίες στον αυτοκράτορα, με βασανιστήρια και με τον ίδιο τον θάνατο. Οι άγιοι όμως στάθηκαν αδιάσειστοι και ομολόγησαν με παρρησία την ορθόδοξη πίστη των αγίων Πατέρων. Προτίμησαν την ατίμωση, τα βάσανα και την ίδια τη σφαγή, παρά να ζήσουν μέσα στην αίρεση με πλούτη και δόξα.
Έτσι οι εχθροί της αλήθειας τους καταδίκασαν σε θάνατο, τον οποίο εκείνοι ποθούσαν για την αγάπη του Χριστού. Όταν τους οδήγησαν στον τόπο της εκτελέσεως, ζήτησαν λίγη ώρα για να προσευχηθούν. Σήκωσαν τα μάτια και τα χέρια στον ουρανό και είπαν με γαλήνη: Κύριε ο Θεός, που έπλασες αόρατα τις καρδιές μας και κατευθύνεις όλα τα έργα μας, δέξου με ειρήνη τις ψυχές των δούλων σου.
Θανατωνόμαστε για χάρη σου και λογιαζόμαστε σαν πρόβατα σφαγής, μα χαιρόμαστε για τέτοιον έξοδο από τη ζωή. Αξίωσέ μας να γίνουμε κοινωνοί της αιώνιας ζωής κοντά σου, την πηγή κάθε υπάρξεως και αγαθότητας. Μετά την προσευχή τους, οι μάρτυρες έκλιναν με ήσυχη χαρά τα ιερά κεφάλια τους κάτω από το ξίφος.
Οι ασεβείς αρειανοί τους αποκεφάλισαν για την ομολογία της θεότητας του Ιησού Χριστού, γύρω στο έτος τριακόσια τριάντα πέντε. Κάποιοι ευλαβείς πιστοί παρέλαβαν με σεβασμό τα τίμια λείψανά τους και τα ενταφίασαν με τιμές. Ο τάφος τους βρισκόταν κοντά στις Μελαντιάδες πύλες της Κωνσταντινουπόλεως και έγινε σύντομα τόπος προσκυνήματος.
Αργότερα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανήγειρε ναό στη μνήμη τους και μετέφερε εκεί τα ιερά λείψανα με μεγάλη λαμπρότητα. Μέσα σε αυτόν τον ναό οι πιστοί δέχονταν πολλές θεραπείες και ιάσεις από διάφορες ασθένειες. Οι πρεσβείες των αγίων μαρτύρων ενεργούσαν θαυμαστά για όσους κατέφευγαν με πίστη στη χάρη τους.
Έτσι δοξαζόταν το όνομα της Αγίας Τριάδος, η οποία υμνείται από κάθε πιστή ψυχή στους αιώνες. Οι δύο νοτάριοι αναδείχθηκαν εξαίρετοι υπερασπιστές της ορθόδοξης πίστεως και πιστοί ακόλουθοι του διδασκάλου τους Παύλου. Από τα νεανικά τους χρόνια αγωνίστηκαν με ανδρεία και κατατρόπωσαν τον αποστάτη Άρειο, διαφυλάσσοντας ακέραιη την πατροπαράδοτη πίστη.
Μαζί με τον άγιο Παύλο βρήκαν την αληθινή ζωή κοντά στον Χριστό.