EmailFacebookΕπικοινωνία

Η οπτασία της Σοφιανής και η Δευτέρα Παρουσία

Στην Άβυδο, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, μια ευλαβής γυναίκα ονόματι Σοφιανή έμεινε νεκρή για τρία ολόκληρα ημερονύκτια. Όταν συνήλθε, διηγήθηκε όσα είδε στον ουρανό, τα φρικτά μυστήρια της Δευτέρας Παρουσίας και τις πύλες του Παραδείσου. Ζούσε με τον ορθόδοξο σύζυγό της στα χρόνια του χίλια εξακόσια επτά μετά Χριστόν, σε μια εποχή γεμάτη δοκιμασίες για τους χριστιανούς της Πόλης.

Μια ξαφνική και βαριά αρρώστια την έριξε στο κρεβάτι για είκοσι ολόκληρες ημέρες, χωρίς να μπορεί να σηκώσει ούτε το κεφάλι της. Κατά τη δύση του ηλίου, στις τρεις Αυγούστου, άπλωσε τα χέρια της προς τον ουρανό και φάνηκε σαν να ξεψύχησε. Οι συγγενείς της ετοίμαζαν τα απαραίτητα για την ταφή, μέσα σε ασταμάτητο θρήνο και βαθιά απελπισία.

Παρατήρησαν όμως ότι κάτω από τον αριστερό μαστό της το σώμα παρέμενε ζεστό, και την άφησαν ασαβάνωτη. Στο μεταξύ έφτασε και η αδελφή της Άννα, η οποία μέσα στον πόνο της πήρε κρύο νερό και ράντισε το πρόσωπό της. Η Σοφιανή τότε συνήλθε ξαφνικά και άρχισε να μιλά για όσα είχε δει στην άλλη ζωή.

Με παράπονο είπε στην αδελφή της πως καλύτερα να μην ερχόταν, γιατί οι φωνές της την έβγαλαν από έναν φωτεινό Παράδεισο και την ανέκφραστη δόξα του Θεού. Όταν συνήλθε εντελώς, οι παρευρισκόμενοι ζήτησαν με επιμονή να ακούσουν τα μυστήρια που είχε αντικρίσει στην άλλη πραγματικότητα. Εκείνη όμως ζήτησε πρώτα Πνευματικό, για να τα εξομολογηθεί και να κριθεί αν είναι θεμιτό να μαθευτούν.

Με πατριαρχική προσταγή ήρθε ο Ιερόθεος Κουκουζέλης, προηγούμενος της Μονής Σταυροβουνίου της Κύπρου, για να ακούσει την εξομολόγησή της. Η Σοφιανή του διηγήθηκε ότι, μόλις ανακάθισε στο κρεβάτι, λιποθύμησε και είδε μπροστά της έναν αστραπόμορφο νέο. Εκείνος κρατούσε ένα χρυσό δοχείο γεμάτο νερό και της είπε πως, αν το πιει, θα υγιαίνει στο σώμα και στην ψυχή.

Μόλις άπλωσε τα χέρια να πιάσει το ποτήρι, η ψυχή της αρπάχθηκε από το σώμα και ακολούθησε εκείνον τον νέο προς τα ύψη. Πέρασαν επτά σφαιροειδείς κύκλους του ουρανού μέσα σε σκοτάδι βαθύ, ώσπου έφτασαν σε έναν φωτεινό και πανευώδη τόπο. Εκεί υψώνονταν δύο τεράστιες πύλες, η μία από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους και η άλλη από αναμμένο σίδερο.

Ο οδηγός της εξήγησε ότι η χρυσή πύλη οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών και η σιδερένια στην κόλαση των αμαρτωλών. Γύρω από τη φοβερή σιδερένια πύλη στέκονταν οπλισμένοι γίγαντες, και η Σοφιανή έμεινε άφωνη από τον τρόμο της εκείνη τη στιγμή. Ανέβηκαν ακόμη ψηλότερα, σε τόπο φωτεινότερο, όπου υπήρχαν άπειρα πλήθη φωτόμορφων ανδρών σε διαφορετικά ύψη και θέσεις.

Ο άγγελος την τοποθέτησε ανάμεσά τους και της είπε να σκύψει και να προσκυνήσει με βαθύ φόβο. Έπειτα την σήκωσε και της φανέρωσε έναν πύρινο βασιλικό θρόνο, κάτω από τον οποίο ένα χέρι κρατούσε ζυγαριά. Επάνω στον θρόνο, μέσα σε φωτεινές νεφέλες, καθόταν ο Δεσπότης Χριστός με γαλαζοπόρφυρο ένδυμα και πρόσωπο που έλαμπε εκθαμβωτικά.

Στα δεξιά Του στεκόταν η Παναγία και αριστερά ο Τίμιος Πρόδρομος, όπως ακριβώς τους εικονίζουν οι αγιογράφοι των ναών μας. Άγγελοι αναρίθμητοι έψαλλαν αδιάκοπα το τρισάγιο και τη δοξολογία, ενώ άλλοι μετέφεραν ψυχές ανθρώπων από τη γη. Όταν τις παρουσίαζαν μπροστά στον Κύριο, εκείνες προσκυνούσαν με φόβο, όπως είχε κάνει νωρίτερα και η ίδια η Σοφιανή.

Οι άγγελοι, ολοκληρώνοντας τη δοξολογία τους, έκλιναν τις κεφαλές και ο Κύριος ύψωνε τα άχραντα χέρια Του για να τους ευλογήσει. Από τα δάχτυλα του δεξιού Του χεριού έπεφταν ποταμηδόν πολύτιμοι λίθοι και μαργαριτάρια, που κατέβαιναν προς τη γη. Ο οδηγός της εξήγησε πως οι μαργαρίτες είναι το άφατο έλεος και η άπειρη αγάπη του Κυρίου προς τους ορθοδόξους χριστιανούς.

Στέλνει την ευλογία Του στα σπίτια όσων κρατούν αληθινή την πίστη, εξομολογούνται καθαρά και απέχουν από τα έργα του διαβόλου. Όσοι ελεούν και αγαπούν τον πλησίον τους κληρονομούν ζώντες την ευλογία και μετά θάνατον τη μακαριότητα του Παραδείσου. Αντίθετα, από το αριστερό χέρι του Κυρίου έπεφταν φλογεροί πύρινοι κόμποι, που σήμαιναν την οργή Του προς τους αδίκους.

Όσοι ζουν αμαρτωλά και αδικούν τον πλησίον τους παραπέμπονται στο αιώνιο πυρ μαζί με τους ακάθαρτους δαίμονες. Αριστερά από τον θρόνο και τη ζυγαριά διακρινόταν ένα τεράστιο χάσμα, γεμάτο δυσωδία, καπνό και σπαρακτικές φωνές. Από εκείνο το βάραθρο ακούγονταν ασταμάτητα ουαί και αλίμονο, που πάγωναν την καρδιά της Σοφιανής από τον τρόμο τους.

Οι άγγελοι έφερναν τις ψυχές μία προς μία και τα έργα τους ζυγίζονταν, τα καλά στο δεξί και τα πονηρά στο αριστερό μέρος. Τις άγιες ψυχές οδηγούσαν προς τη χρυσή πύλη, ενώ τις αμετανόητες τις έριχναν στο χάος της αβύσσου με πολλή λύπη. Εκείνη τη στιγμή έφεραν μία ψυχή, της οποίας οι αμαρτίες πλεόναζαν, και ο Κύριος ετοιμαζόταν να την παραδώσει στο χάος.

Τότε όμως παρουσιάστηκαν η Παναγία και ο Τίμιος Πρόδρομος, και παρακαλούσαν τον Δεσπότη να σπλαχνιστεί την ψυχή αυτή. Πρόβαλαν τη φυλαγμένη πίστη της και ικέτευαν τη μακροθυμία Του να νικήσει την οργή για χάρη της μετανοίας. Ανέβηκαν επίσης οι ελεημοσύνες, οι Λειτουργίες, τα κεριά, οι προσφορές και τα μνημόσυνα που είχαν τελεστεί στη γη γι' αυτήν.

Ακούστηκαν ακόμη οι προσευχές των ιερέων και οι ευχές των φτωχών, που είχαν λάβει βοήθεια από τους συγγενείς της. Ο Κύριος αποκρίθηκε ότι, για χάρη των ιερέων και των φτωχών αδελφών Του, χαρίζει συγχώρεση στην ψυχή αυτή. Η μακροθυμία του Θεού φάνηκε τότε σε όλη της τη δύναμη, χαρίζοντας ελπίδα ακόμη και στους πιο βεβαρημένους από αμαρτίες.

Πριν όμως ο Κύριος νεύσει να την κατατάξουν με τους δικαίους, έφτασαν στον θρόνο οι οδυρμοί και τα μοιρολογήματα των γονέων της. Μαζί ανέβηκαν και βλασφημίες κατά του Θεού, τις οποίες ξεστόμιζαν μέσα στην απελπισία τους και την έλλειψη πίστης στην ανάσταση των νεκρών. Οργίστηκε τότε ο Κύριος και πρόσταξε τους αγγέλους να ρίξουν την ψυχή στο σκότος το εξώτερο, μακριά από τους δικαίους.

Οι άγγελοι υπάκουσαν με πολλή λύπη, και η Σοφιανή τόλμησε να ρωτήσει γιατί λυπούνται τόσο όταν χάνεται μία ψυχή. Ο οδηγός της εξήγησε πως, αν χαίρονται για τους σωσμένους, πολύ περισσότερο πενθούν για όσους πέφτουν στον αιώνιο Άδη. Αμέσως μετά ακούστηκε μεγάλος θόρυβος, καθώς άγγελοι έφερναν μια άλλη ψυχή με ψαλμωδίες, θυμιάματα και λαμπάδες φωτεινές.

Το ένδυμά της ήταν λευκό και καθαρό σαν τον ήλιο, χωρίς καμία κηλίδα αμαρτίας επάνω του. Η Σοφιανή σκέφτηκε ότι αυτό θα ήταν η στολή του αγίου Βαπτίσματος, που είχε φυλάξει αμόλυντη η μακαρία εκείνη ψυχή. Οι άγγελοι βόησαν με ευχαριστία στον Παντοκράτορα Δεσπότη, και ο Κύριος πρόσταξε να την αναπαύσουν μαζί με τους αγίους Του.

Έπειτα ο Κύριος έστρεψε τον λόγο Του προς τη Σοφιανή και ζήτησε να της δείξουν τις κατοικίες και τις μονές των αγίων. Πρόσταξε να επιστρέψει στο σώμα της, ώστε να σωθούν και άλλοι από τη διήγηση αυτής της φοβερής οπτασίας που αξιώθηκε. Της υποσχέθηκε ακόμη πως, αν αγωνιστεί για περισσότερες αρετές, μετά από τρία χρόνια θα απολαύσει μεγαλύτερες τιμές κοντά Του.

Ο άγγελος την άρπαξε και ακολούθησαν εκείνη τη δίκαιη ψυχή, μαζί με πλήθος άλλων σωσμένων ψυχών προς τη χρυσή πύλη. Εκεί εμφανίστηκε με ανέκφραστη δόξα η Παναγία, μαζί με τον Απόστολο Πέτρο, που κρατούσε στα χέρια του τα κλειδιά. Άνοιξε εκείνη την ωραία πύλη και μπήκαν όλοι σε έναν τόπο φωτοστόλιστο και πανευώδη, που ξεπερνούσε κάθε γήινη φαντασία.

Το έδαφος δεν έμοιαζε με τη δική μας γη, αλλά ήταν λευκό σαν καθαρό βαμβάκι, στολισμένο με λίθους και μαργαριτάρια. Δένδρα ψηλά και ευωδιαστά ήταν κατάφορτα από άνθη και καρπούς, που έμοιαζαν με ολάνθιστα ρόδα και ολόλευκα κρίνα. Κάτω από εκείνα τα δένδρα αναπαύονταν άνδρες, γυναίκες και παιδιά πάνω σε χρυσοπόρφυρα στρώματα, μέσα σε απερίγραπτη γαλήνη.

Η Σοφιανή αναγνώρισε εκεί πολλούς από την πατρίδα της και την Πόλη, που είχαν φύγει από αυτή τη ζωή. Είδε μάλιστα τον ιερέα πατέρα της Ιωάννη, τη μητέρα της Αναστασία και μια αδελφή της, χωρίς όμως να μπορέσει να τους πλησιάσει ή να τους μιλήσει. Οι κατοικίες τους δεν ήταν όμοιες μεταξύ τους, ακριβώς όπως δεν ήταν όμοιες οι αρετές και τα έργα τους στη γη.

Προχωρώντας ακόμη, αντίκρισε τους Αγίους σε τόπο ψηλότερο και φωτεινότερο, ντυμένους με λευκές στολές και λαμπρότατο φως. Η Παναγία στράφηκε τότε και της είπε να σπεύσει, για να προσκυνήσει τον δίκαιο Αβραάμ, καθώς ο χρόνος της εκεί ήταν περιορισμένος. Έτρεξε λοιπόν και είδε από μακριά τον Αβραάμ να κάθεται σε έναν ωραιότατο θρόνο, με αναρίθμητες ψυχές ολόγυρα.

Εκείνος της ένευσε να πλησιάσει, και η Σοφιανή προχώρησε με μεγαλύτερο θάρρος για να τον αντικρίσει από κοντά. Την ίδια στιγμή όμως άκουσε τις φωνές της αδελφής της και το κρύο νερό άγγιξε το πρόσωπό της. Επανήλθε στον εαυτό της και αισθάνθηκε το σώμα της παγωμένο, σαν να είχε γίνει εντελώς πάγος.

Όταν ο Πνευματικός τη ρώτησε αν είδε δαιμόνια ή τελώνια ή κολάσεις αμαρτωλών, εκείνη απάντησε πως δεν αξιώθηκε τίποτε περισσότερο. Στην ερώτησή του για κάποιο αγαθό έργο της, διηγήθηκε ένα γεγονός που είχε συμβεί τρία χρόνια νωρίτερα. Καθώς έγνεθε στο πατρικό της σπίτι, μια μεσημβρία άκουσε μεγάλη βοή και είδε τρεις ιεροπρεπείς άνδρες με αρχιερατικές στολές.

Από τις εικόνες αναγνώρισε τους Τρεις Ιεράρχες, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Έκανε τον σταυρό της, τους προσκύνησε με βαθύ φόβο και άκουσε τη φωνή τους να της ζητά κάτι ξεχωριστό. Της είπαν να αφιερώσει το σπίτι της στον Θεό, για να γίνει εκκλησία στο όνομά τους και εκείνοι θα πρέσβευαν για τη σωτηρία της.

Η Σοφιανή απάντησε δειλά πως ήταν φτωχοί άνθρωποι, ο τόπος ακάθαρτος, και χρειαζόταν ακόμη η βασιλική άδεια για την ανέγερση. Οι Άγιοι όμως την καθησύχασαν, λέγοντας πως ο αχυρώνας τους ήταν παλιά ναός δικός τους και θα τακτοποιούσαν τα πάντα. Την προειδοποίησαν μάλιστα πως, αν παρακούσει, ο Θεός θα της αφαιρούσε τη ζωή της ως ανυπάκουη.

Όταν ο σύζυγός της επέστρεψε το βράδυ, του ανέφερε όσα είχαν συμβεί, χωρίς όμως να γίνει κάτι αμέσως. Μετά από τρεις ημέρες, μετά το απόδειπνο και τη μικρή προσευχή τους, εμφανίστηκαν ξανά οι Τρεις Ιεράρχες με σεισμό. Της είπαν με αυστηρότητα γιατί δεν υπάκουσε στα λόγια τους και την προειδοποίησαν πως ο θάνατος θα ερχόταν αιφνίδια.

Ο σύζυγός της τότε υποσχέθηκε πως από εκείνη τη μέρα ο τόπος θα ανήκε στον Θεό και στην αγιοσύνη τους. Οι Άγιοι του υπέδειξαν να σκάψει το πρωί μέσα στον αχυρώνα, για να βρει μάρμαρα, σταυρούς και την Αγία Τράπεζα. Του είπαν επίσης να ζητήσει την άδεια από τον Σουλτάνο, και εκείνοι θα τον έπειθαν να τη δώσει χωρίς εμπόδιο.

Πέρασαν τη νύχτα δοξολογώντας τον Θεό και το πρωί ανακοίνωσαν το θαυμαστό γεγονός στους συγχωριανούς τους. Όλοι έτρεξαν με σκαπτικά εργαλεία και βρήκαν την Αγία Τράπεζα από λευκό μάρμαρο μαζί με άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Η βασιλική άδεια εκδόθηκε εύκολα, και άρχισε αμέσως η ανοικοδόμηση του αγίου ναού των Τριών Ιεραρχών.

Πούλησαν τα χωράφια τους και αγόρασαν όσα χρειάζονταν για την εκκλησία, μέχρι να ολοκληρωθούν με χαρά όλες οι εργασίες. Με πατριαρχική άδεια, ήρθε ο άγιος μητροπολίτης Κίτρους και εγκαινίασε τον ναό με κάθε εκκλησιαστική λαμπρότητα. Μετά το γεγονός, η Σοφιανή με τον σύζυγό της έφυγαν από το χωριό και εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη σε ενοικιαζόμενο σπίτι.

Με δάκρυα παρακάλεσε τον Πνευματικό της να πείσει τον σύζυγό της, ώστε να της επιτρέψει να γίνει μοναχή. Ήθελε να κλάψει τις αμαρτίες της μέσα στα τρία χρόνια που της είχε υποσχεθεί ο Κύριος ότι θα ζούσε ακόμη. Ο Πνευματικός μίλησε στον σύζυγο, ο οποίος συμφώνησε να πάνε μαζί στους Αγίους Τόπους μετά από δύο χρόνια.

Εκεί θα προσκυνούσαν τα Ιερά Προσκυνήματα και θα αφιερώνονταν και οι δύο ολόψυχα στον Θεό. Πράγματι, πούλησαν τα υπάρχοντά τους και έφυγαν για τα Ιεροσόλυμα, όπου εξομολογήθηκαν τα πάντα στον Πατριάρχη Σωφρόνιο. Κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων και η Σοφιανή πήγε σε γυναικείο μοναστήρι με το νέο όνομα Σωφρονία.

Ο σύζυγός της Χρήστος εισήλθε σε ανδρικό μοναστήρι και μετονομάστηκε Χαρίτων, κλείνοντας έτσι θαυμαστά τον κύκλο της κοινής τους αφιέρωσης.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 06 Gusht

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Αββακούμ ο Νεομάρτυρας της Θεσσαλονίκης

Στις έξι Αυγούστου του χιλίων εξακοσίων εικοσιοκτώ, μέσα στη μεγαλούπολη της Θεσσαλονίκης, ένας ταπεινός μοναχός έδωσε τη ζωή του για τον Χριστό. Το όνομά του, Αββακούμ, σώθηκε μόνο μέσα από μία σύντομη ενθύμηση σε…

Lexo jetën

Το άκτιστο φως στο Θαβώρ

Σαράντα μέρες πριν από το Πάθος, ο Χριστός ανέβασε τρεις μόνο μαθητές σε ένα ψηλό βουνό και άστραψε μπροστά τους σαν ήλιος. Δίπλα Του στάθηκαν ο Μωυσής από τους νεκρούς και ο Ηλίας από…

Lexo jetën
9