
Στον δρόμο προς τη Δαμασκό, ένας μανιώδης διώκτης της Εκκλησίας γκρεμίστηκε από ένα εκτυφλωτικό φως και άκουσε τον Χριστό να τον καλεί με τ’ όνομά του. Λίγες ημέρες αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος βαπτιζόταν χριστιανός μέσα στη Δαμασκό από τα χέρια του Ανανία. Γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας από γονείς Ιουδαίους με ρωμαϊκή υπηκοότητα, ανάμεσα στα έτη πέντε και δεκαπέντε μετά Χριστόν.
Έλαβε αρχικά το εβραϊκό όνομα Σαούλ, που σημαίνει ο ζητούμενος από τον Θεό, και αργότερα έγινε γνωστός με το λατινικό όνομα Παύλος, που σημαίνει μικρός. Έμαθε την τέχνη της κατασκευής σκηνών και σπούδασε τον μωσαϊκό νόμο στα Ιεροσόλυμα κοντά στον περίφημο δάσκαλο Γαμαλιήλ. Έγινε ζηλωτής Φαρισαίος και διώξας με πάθος τους πιστούς, φύλαξε μάλιστα τα ρούχα όσων λιθοβολούσαν τον πρωτομάρτυρα Στέφανο.
Με γράμματα των αρχιερέων ξεκίνησε για τη Δαμασκό, θέλοντας να συλλάβει και να φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ τους εκεί χριστιανούς. Ο δρόμος όμως αυτός υπήρξε η μεγάλη στροφή της ζωής του, καθώς ο Κύριος τον περίμενε και τον κάλεσε προσωπικά κοντά Του. Όταν τον τύλιξε το ουράνιο φως, έπεσε στη γη και άκουσε τη φωνή να τον ρωτά γιατί καταδιώκει τον Ιησού.
Έμεινε τυφλός για τρεις ημέρες, χωρίς τροφή και νερό, και προσευχόταν αδιάκοπα να του φανερώσει ο Κύριος το θέλημά Του. Ο Θεός φανέρωσε σε όραμα στον απόστολο Ανανία να αναζητήσει τον Σαούλ σε ορισμένο σπίτι της πόλης. Ο Ανανίας δίστασε, γιατί γνώριζε τη φήμη του ως φανατικού διώκτη, όμως ο Κύριος του είπε ότι αυτός ο άνθρωπος θα γίνει εκλεκτό σκεύος Του.
Πήγε λοιπόν, έβαλε τα χέρια του πάνω στον τυφλό και του είπε ότι τον στέλνει ο ίδιος ο Χριστός. Αμέσως έπεσαν από τα μάτια του κάτι σαν λέπια και ξαναβρήκε το φως του. Σηκώθηκε, βαπτίστηκε, έφαγε, δυνάμωσε και γέμισε Άγιο Πνεύμα.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να κηρύττει στις συναγωγές ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Όλοι όσοι τον άκουγαν θαύμαζαν την ξαφνική αλλαγή του πρώην διώκτη, ενώ οι Ιουδαίοι της Δαμασκού αμέσως άρχισαν να σχεδιάζουν τη θανάτωσή του. Οι μαθητές τον κατέβασαν νύχτα μέσα σε ένα καλάθι από το τείχος της πόλης και έτσι γλίτωσε.
Αναχώρησε για την Αραβία, επέστρεψε στη Δαμασκό και μετά από τρία χρόνια ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα να γνωρίσει τον Πέτρο. Εκεί τον παρουσίασε στους αποστόλους ο Βαρνάβας, ο παλιός του συμμαθητής, και τους διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί στον δρόμο. Από την Αντιόχεια ξεκίνησαν μαζί την πρώτη μεγάλη ιεραποστολική περιοδεία, μετά από φανερή εντολή του Αγίου Πνεύματος.
Πέρασαν την Κύπρο, την Πέργη, την Αντιόχεια της Πισιδίας, το Ικόνιο, τα Λύστρα και τη Δέρβη, κηρύττοντας τον Χριστό σε Ιουδαίους και ειδωλολάτρες. Στα Λύστρα θεράπευσαν έναν εκ γενετής χωλό και ο λαός νόμισε πως είναι θεοί, ώσπου με δυσκολία τους εμπόδισαν να τους προσφέρουν θυσίες. Λίγο αργότερα, οι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν το πλήθος και λιθοβόλησαν τον Παύλο, αφήνοντάς τον στο έδαφος ως νεκρό.
Σηκώθηκε όμως και την επομένη συνέχισε τον δρόμο του. Η αποστολική σύνοδος της Ιερουσαλήμ, που έγινε γύρω στο σαράντα εννέα μετά Χριστόν, δικαίωσε το κήρυγμά του, αποφαίνοντας ότι οι εξ εθνών χριστιανοί δεν υποχρεούνται να τηρούν τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου. Με αυτή την απόφαση άνοιξε ο δρόμος του Ευαγγελίου προς όλη την οικουμένη και ο Παύλος έγινε ο κατεξοχήν απόστολος των εθνών.
Στις τέσσερις περιοδείες του, γεμάτες αφάνταστο δυναμισμό και αυτοθυσία, διέσχισε τη Μικρά Ασία, τη Μακεδονία, την Ελλάδα και την Ιταλία. Στους Φιλίππους βάπτισε τη Λυδία και τον δεσμοφύλακα μετά τον σεισμό μέσα στη φυλακή. Στη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια κήρυξε σε εκείνους που μελετούσαν τις γραφές με ζήλο.
Στην Αθήνα ανέβηκε στον Άρειο Πάγο και μίλησε για τον άγνωστο Θεό, που οι Αθηναίοι τιμούσαν χωρίς να Τον γνωρίζουν. Στην Κόρινθο έμεινε ενάμισι χρόνο φιλοξενούμενος στο σπίτι του Ακύλα και της Πρισκίλλης, εργαζόμενος ο ίδιος με τα χέρια του στη σκηνοποιΐα. Στην Έφεσο παρέμεινε τρία ολόκληρα χρόνια και ο Κύριος έκανε μέσω αυτού εξαιρετικά θαύματα.
Ακόμη και τα μαντήλια από το σώμα του θεράπευαν ασθένειες και έδιωχναν πονηρά πνεύματα. Πολλοί μάγοι μετανόησαν και έκαψαν δημόσια τα βιβλία τους, τα οποία άξιζαν πενήντα χιλιάδες αργύρια. Έτσι το λόγος του Κυρίου αυξανόταν και κραταιωνόταν σε κάθε πόλη όπου πατούσε το πόδι του αποστόλου.
Όταν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, Ιουδαίοι από την Ασία τον αναγνώρισαν στον ναό και ξεσήκωσαν τον λαό εναντίον του. Τον έσυραν έξω από τον ναό και θα τον σκότωναν, αν δεν έφτανε εγκαίρως ο χιλίαρχος των Ρωμαίων με τους στρατιώτες του. Ο Παύλος μίλησε από τις σκάλες προς το πλήθος, διηγούμενος την κλήση του στον δρόμο της Δαμασκού, και ζήτησε τη ρωμαϊκή του υπηκοότητα.
Επικαλέστηκε αργότερα τον Καίσαρα και έτσι ξεκίνησε δέσμιος για τη Ρώμη συνοδευόμενος από εκατόνταρχο. Το πλοίο πέρασε μεγάλη φουρτούνα και τσακίστηκε στη Μάλτα, όμως και οι διακόσιοι εβδομήντα έξι επιβάτες σώθηκαν, καθώς άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στον απόστολο και του διαβεβαίωσε τη σωτηρία όλων. Στο νησί δάγκωσε το χέρι του μια οχιά, αλλά εκείνος την τίναξε στη φωτιά χωρίς να πάθει τίποτε.
Έπειτα θεράπευσε τον πατέρα του άρχοντα Ποπλίου και πολλούς άλλους ασθενείς του νησιού. Έφτασε επιτέλους στη Ρώμη το πενήντα εννέα μετά Χριστόν και έμεινε εκεί δύο ολόκληρα χρόνια ελεύθερος, κηρύττοντας τη βασιλεία του Θεού με κάθε παρρησία και διδάσκοντας όσους έρχονταν κοντά του. Αφέθηκε στη συνέχεια ελεύθερος και ταξίδεψε στην Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, οδηγώντας πολλούς εθνικούς από την πλάνη των ειδώλων στην αληθινή πίστη.
Στην Ισπανία βάπτισε τη Ξανθίππη, τον σύζυγό της Πρόβο και τον άρχοντα της πόλης Φιλόθεο μαζί με όλο τους τον οίκο. Συνέλαβε εξάλλου με τη χάρη του Κυρίου τη θεολογία των δεκατεσσάρων επιστολών του, που σφραγίζουν το πλάτος του ορθόδοξου δόγματος και της χριστιανικής ηθικής. Σε όλους τους κόπους του τον συντρόφευε ένας σκόλοπας στη σάρκα, που τον ταπείνωνε για να μην υπερηφανεύεται από τις αποκαλύψεις του Παραδείσου.
Παρακάλεσε τρεις φορές τον Κύριο να τον απαλλάξει, μα έλαβε την απάντηση πως αρκεί η χάρη Του, αφού η δύναμη του Θεού φανερώνεται μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία. Επιστρέφοντας τελικά στη Ρώμη επί Νέρωνος, συνελήφθη και φυλακίστηκε για δεύτερη φορά, και έγραψε τότε στον μαθητή του Τιμόθεο ότι έφτασε η ώρα της αναχωρήσεώς του. Σύμφωνα με την παράδοση, αποκεφαλίστηκε ως Ρωμαίος πολίτης μεταξύ των ετών εξήντα τέσσερα και εξήντα οκτώ μετά Χριστόν.
Από τη θεοτίμητη πληγή του ανέβλυσε αίμα μαζί με γάλα, και οι πιστοί ενταφίασαν το σώμα του κοντά στον απόστολο Πέτρο.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 29 Qershor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Ο Απόστολος Πέτρος, ο κορυφαίος των μαθητών
Ένας απλός ψαράς της Γαλιλαίας ζήτησε να σταυρωθεί ανάποδα, επειδή δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να μιμηθεί τον Κύριο. Ο ίδιος άνθρωπος είχε φέρει στην πίστη του Χριστού τρεις χιλιάδες ψυχές μέσα σε…
Lexo jetën
Πέτρος και Παύλος, οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι
Ένας ψαράς της Γαλιλαίας ομολόγησε πρώτος τη θεότητα του Χριστού και άκουσε από τα ίδια τα χείλη του Κυρίου πως πάνω σε αυτή την πέτρα της πίστης θα οικοδομηθεί η Εκκλησία. Ένας σκληρός διώκτης…
Lexo jetën