EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Χίλιοι Τρεις Μάρτυρες της Νικομήδειας

Χίλιοι τρεις άνθρωποι, μαζί με βρέφη που θήλαζαν ακόμη στην αγκαλιά των μητέρων τους, έπεσαν την ίδια στιγμή κάτω από τα ξίφη των στρατιωτών στη Νικομήδεια. Ήταν δούλοι και υπηρέτες τεσσάρων Ρωμαίων αξιωματούχων, και ζήτησαν μόνοι τους τον θάνατο για να ακολουθήσουν τους κυρίους τους στον Χριστό. Το μαρτύριό τους συνδέεται με τον φοβερό διωγμό που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός εναντίον της Εκκλησίας.

Εκείνα τα χρόνια οι χριστιανοί παντού φυλακίζονταν και θανατώνονταν για το όνομα του Κυρίου. Ανάμεσα στους πρώτους που μαρτύρησαν ήταν ο επίσκοπος Θεόπεμπτος και ο πρώην μάγος Θεωνάς, καθώς και τέσσερις αυλικοί του παλατιού, ο Βάσσος, ο Ευσέβιος, ο Ευτύχιος και ο Βασιλείδης. Στη φρουρά τους είχε ανατεθεί ο άγιος μάρτυς Πέτρος, ο θαλαμηπόλος του Διοκλητιανού, ο οποίος φύλαγε τους δεσμώτες με σεβασμό και αγάπη.

Οι σύζυγοι των τεσσάρων αξιωματούχων είχαν δεχθεί και αυτές την πίστη και έμειναν ακλόνητες στην ομολογία του Χριστού. Όλοι μαζί παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Κύριο και άφησαν πίσω τους ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων του σπιτιού τους, που είδαν από κοντά τη γενναιότητα και τη χαρά των κυρίων τους μπροστά στον θάνατο. Μετά τον θάνατο των αγίων εκείνων αρχόντων, το οικιακό προσωπικό συγκεντρώθηκε και άρχισε να σκέφτεται βαθιά το νόημα όσων είχαν δει.

Δούλοι και ελεύθεροι, υπηρέτες και υπηρέτριες, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε ένα ερώτημα που έκαιγε την καρδιά τους. Είπαν μεταξύ τους πως οι κύριοι που τους εξουσίαζαν στον κόσμο τούτο περιφρόνησαν την πρόσκαιρη ζωή για την αγάπη του Χριστού. Κέρδισαν έτσι τη Βασιλεία των Ουρανών και απολαμβάνουν ήδη τα αιώνια αγαθά κοντά στον αληθινό Θεό.

Αναρωτήθηκαν γιατί να μην ακολουθήσουν και αυτοί τον ίδιο δρόμο, αφού η πίστη ήταν ανοιχτή για όλους. Αποφάσισαν λοιπόν με μία φωνή να παρουσιαστούν στον Διοκλητιανό και να ομολογήσουν φανερά το όνομα του Κυρίου. Ήθελαν να λάβουν μαζί με τους κυρίους τους τον άφθαρτο στέφανο της μέλλουσας ζωής.

Όταν μέτρησαν πόσοι ήταν, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, βρέθηκαν χίλιοι τρεις άνθρωποι. Όλοι μαζί ξεκίνησαν πρόθυμα και χωρίς δισταγμό, σαν να πορεύονταν σε πανηγύρι, και έφτασαν μπροστά στο δικαστήριο του σκληρού διώκτη της πίστεως. Στάθηκαν λοιπόν ενώπιον του αυτοκράτορα και φώναξαν με μία ψυχή ότι είναι χριστιανοί και ακολουθούν τους πατέρες και κυρίους τους.

Δήλωσαν πως δεν προσκυνούν τα κωφά και άψυχα είδωλα, ούτε υποτάσσονται στους δαίμονες που κρύβονται πίσω από αυτά. Ο Διοκλητιανός, βλέποντας το μεγάλο πλήθος, γέμισε από οργή, αλλά προσπάθησε στην αρχή να φανεί ήπιος και πατρικός. Άρχισε να τους μιλάει με κολακευτικά λόγια και να τους παρουσιάζει την υποταγή στα είδωλα ως πράξη σωφροσύνης.

Τους είπε ότι ενεργούν παράλογα και ρίχνουν μόνοι τους τον εαυτό τους σε φοβερή απώλεια. Τους υποσχέθηκε μεγάλες τιμές, πλούσια δώρα και βασιλική εύνοια, αν συμφωνούσαν να θυσιάσουν στους θεούς του κράτους. Τους ζήτησε να μην ακολουθήσουν την τύχη του Ευσεβίου και των φίλων του, που πέθαναν με τόσο σκληρό θάνατο.

Οι άγιοι όμως αποκρίθηκαν με γαλήνη ότι δεν ζητούν δώρα και ούτε φοβούνται απειλές. Είπαν πως μόνο μία θυσία τους ενδιαφέρει, η θυσία αινέσεως προς τον ζώντα και αληθινό Θεό. Ο αυτοκράτορας φοβήθηκε μήπως το θάρρος των μαρτύρων προκαλέσει αναταραχή στον λαό της πόλεως.

Έδωσε γρήγορα νόημα στους στρατιώτες να περικυκλώσουν με γυμνά ξίφη όλη τη χριστιανική ομάδα. Ανάμεσα στους ομολογητές βρίσκονταν πολλά μικρά παιδιά, που οι μητέρες τους κρατούσαν σφιχτά στην αγκαλιά τους. Κάποια ήταν μόλις δύο ή τριών μηνών, ενώ άλλα μόλις είχαν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής τους.

Όταν ο κλοιός των στρατιωτών έκλεισε γύρω τους, ο Διοκλητιανός δοκίμασε ξανά να τους μεταπείσει με ψεύτικη συμπόνια. Τους είπε να σκεφτούν τα βρέφη τους και να επιστρέψουν στα σπίτια τους σώοι και αβλαβείς, αφού τάχα τους λυπόταν. Πρόσθεσε μάλιστα πως ο Χριστός δεν θα μπορούσε να τους βοηθήσει σε τίποτε εκείνη την ώρα.

Οι άγιοι αποκρίθηκαν πως μαθήτευσαν να προσκυνούν τον έναν Θεό που κατοικεί στους ουρανούς. Είπαν πως δοξάζουν τον Μονογενή Υιό και Λόγο του και το Πανάγιο Πνεύμα, και πως τίποτε δεν είναι γλυκύτερο από τον Χριστό που ζει στους αιώνες. Τότε ο Διοκλητιανός εξαγριώθηκε και διέταξε αμέσως τους στρατιώτες να κατασφάξουν όλους χωρίς καμία διάκριση.

Οι οπλισμένοι άνδρες όρμησαν σαν θηρία από κάθε πλευρά και άρχισαν το φοβερό έργο της σφαγής. Δεν λυπήθηκαν ούτε τα βρέφη που θήλαζαν ακόμη στο στήθος των μητέρων τους εκείνη τη στιγμή. Από τους χιλίους τρεις δεν έμεινε στη ζωή κανείς, και όλοι μαζί παρέδωσαν την ψυχή τους στον Κύριο.

Έτσι ολοκλήρωσαν τον αθλητικό τους αγώνα μέσα στην αληθινή ομολογία του ονόματος του Χριστού. Το μαρτύριό τους έγινε στη Νικομήδεια, τη μητρόπολη της επαρχίας της Βιθυνίας, την εποχή του Διοκλητιανού. Σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο ήταν δεκατρείς του μηνός Μεχίρ, που αντιστοιχεί στην έβδομη Φεβρουαρίου.

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους με κατάνυξη και ευλάβεια κάθε χρόνο αυτή την ημέρα. Οι άγιοι μάρτυρες κέρδισαν με το αίμα τους τους αμάραντους στεφάνους της αιωνίου ζωής. Έμειναν μέχρι το τέλος άφοβοι και χαρούμενοι, και παραδίδονται στους πιστούς ως υπόδειγμα ομόψυχης ομολογίας μέσα στους αιώνες.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 07 Shkurt

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω

Από μικρό παιδί στεκόταν στον αέρα την ώρα της προσευχής, και η ίδια η μητέρα του τον αντίκρισε πολλές φορές να υψώνεται πάνω από το χώμα. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών δύο μοναχοί από τη…

Lexo jetën

Ο Παρθένιος της Λαμψάκου

Ένας απλός ψαράς, που δεν είχε μάθει ούτε γράμματα, έβαζε στο μάτι ενός ανθρώπου με μια κίνηση το βολβό που είχε ξεριζώσει το κέρατο ενός βουβαλιού. Λίγο αργότερα, ο ίδιος νεαρός γονάτιζε μπροστά σε…

Lexo jetën
2