Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, ο σιωπηλός δάσκαλος της Ρωσίας
Είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια έζησε κλεισμένος μέσα σε ένα φτωχικό κελί της ερήμου του Βισένσκ, μακριά από κάθε ανθρώπινη συντροφιά. Από εκείνη τη σιωπή έγραψε χιλιάδες επιστολές που έγιναν ανεκτίμητος πνευματικός θησαυρός για την Ορθόδοξη πίστη. Γεννήθηκε στις δέκα Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια δεκαπέντε, στο χωριό Τσερνάφσκα της επαρχίας Ορλώφ της Ρωσίας.
Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Γκοβόρωφ και ο πατέρας του υπηρετούσε ως ιερέας στην ενορία τους. Από μικρό παιδί ένιωσε βαθιά τη γοητεία του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος, με τις άγιες εικόνες, τις ψαλμωδίες και τις ιερές ακολουθίες. Ο ίδιος έγραφε αργότερα ότι αυτή η ατμόσφαιρα αποτελεί τον πιο ισχυρό παράγοντα για τη σωστή αγωγή της παιδικής ψυχής.
Φοίτησε στο εκκλησιαστικό σεμινάριο της πατρίδας του και κατόπιν σπούδασε στη θεολογική ακαδημία του Κιέβου. Εκείνο όμως που χαράχθηκε βαθύτερα μέσα του ήταν οι προσκυνηματικές επισκέψεις στη φημισμένη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Εκεί ένιωσε για πρώτη φορά να γεννιέται η μοναχική κλίση που θα καθόριζε ολόκληρη τη ζωή του.
Το χίλια οκτακόσια σαράντα ένα έγινε μοναχός και έλαβε το νέο όνομα Θεοφάνης, ξεκινώντας μια νέα πορεία αφιέρωσης. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και διορίστηκε καθηγητής στις εκκλησιαστικές σχολές του Κιέβου και του Νόβγκοροντ. Στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα κοσμήτορα στη θεολογική ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως, με μεγάλη ευθύνη και τιμή.
Η βάση της χριστιανικής διδασκαλίας του ήταν η αγάπη, ενώ τα μέσα της σωτηρίας ήταν η Εκκλησία και τα ιερά Μυστήρια. Υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και γνώριζε τον τρόπο να κερδίζει την καρδιά των μαθητών του με σεβασμό και τρυφερότητα. Αισθανόταν βαθιά την ομορφιά και τη σημασία της αποστολής του και έλεγε ότι από όλα τα άγια έργα το πιο άγιο είναι η αγωγή.
Ο πόθος του για ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό τον οδήγησε στους Αγίους Τόπους, σε μια πορεία πνευματικής αναζήτησης. Επισκέφθηκε πολλά μοναστήρια και σκήτες της Παλαιστίνης και έμεινε αρκετό καιρό στη Λαύρα του Αγίου Σάββα. Εκεί γνώρισε τον ερημίτη Ιωσήφ και διδάχθηκε την παράδοση των Πατέρων της Ανατολής.
Όταν επέστρεψε στη Ρωσία, η αγάπη του για την Ανατολή τον τράβηξε ξανά μακριά, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διακόνησε ως ιερέας της ρωσικής πρεσβείας, ζώντας ταυτόχρονα την ορθόδοξη παράδοση με μεγαλύτερη πληρότητα. Το χίλια οκτακόσια πενήντα επτά διορίστηκε εκ νέου καθηγητής και κοσμήτορας της θεολογικής ακαδημίας, αλλά σύντομα παραιτήθηκε από τη θέση.
Προτίμησε την πιο ταπεινή υπηρεσία του επιθεωρητή των θρησκευτικών σχολείων της Αγίας Πετρουπόλεως, αναζητώντας μεγαλύτερη απλότητα. Η Εκκλησία όμως τον ανέδειξε Επίσκοπο της επαρχίας Ταμπώφ και αργότερα της επαρχίας Βλαντιμίρ, με μεγάλη ευθύνη. Ένας βιογράφος του γράφει ότι υπήρξε αληθινός ποιμένας στο μέσον ενός λαού που δεν γνώριζε καλά τον Θεό.
Έγινε ο ίδιος υπόδειγμα για τους κληρικούς του και αφιέρωσε όλη του την ψυχή στην αποστολή του, ιδιαίτερα στο κήρυγμα. Ζούσε πολύ απλά και απασχολούσε τις ώρες του εναλλακτικά με τη μελέτη και την προσευχή. Φρόντιζε πάντοτε να κάνει πιο στενές και πιο εγκάρδιες τις σχέσεις του με τους πιστούς της επαρχίας του.
Δεν ήθελε να υπάρχει τίποτε που να εμποδίζει τον λαό να πλησιάζει τον επίσκοπό του. Το χίλια οκτακόσια εξήντα ένα έλαβε ενεργό μέρος στην τελετή της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος του Ζαντόσκ. Συμμετείχε επίσης και στην επίσημη ανακήρυξή του ως Αγίου της Εκκλησίας, γεγονός που συγκλόνισε όλη τη Ρωσία.
Πέντε χρόνια αργότερα παραιτήθηκε από τη θέση του Επισκόπου και άφησε την επαρχία του για πάντα. Κλείστηκε σε ένα φτωχικό κελί στην έρημο του Βισένσκ και έζησε εκεί ως έγκλειστος για είκοσι οκτώ χρόνια. Αποκόπηκε εντελώς από τον κόσμο και αφοσιώθηκε στη θεωρία του Προσώπου του Θεού με πλήρη παράδοση.
Προσευχόταν ολόκληρη την ημέρα χωρίς διακοπή και τρεφόταν με πολύ απλό φαγητό, όσο χρειαζόταν για να ζει. Όταν ήθελε να ξεκουραστεί, στρεφόταν σε χειρωνακτική εργασία και ποτέ δεν παρέμενε αδρανής. Πολύ χρόνο της έγκλειστης ζωής του τον αφιέρωσε στην αλληλογραφία με χιλιάδες πιστούς από ολόκληρη τη Ρωσία.
Έδινε επίσης μεγάλη σημασία στη Μυστηριακή ζωή και θεωρούσε την Εξομολόγηση και τη Θεία Μετάληψη βασικά μέσα τελειώσεως. Έγραφε πως η μετάνοια είναι αστείρευτη πηγή της αληθινής χριστιανικής ζωής. Κοιμήθηκε με ειρήνη στις έξι Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα τέσσερα, σε ηλικία εβδομήντα εννέα ετών.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 06 Janar
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Βάπτιση του Κυρίου και η Φανέρωση της Αγίας Τριάδας
Στις όχθες του Ιορδάνη ο Ιωάννης Πρόδρομος, μόλις είχε βγει από τριάντα χρόνια άσκησης στην έρημο, αντίκρισε τον ίδιο τον Δημιουργό να ζητά από αυτόν το βάπτισμα. Εκείνη τη στιγμή σχίστηκαν οι ουρανοί, κατέβηκε…
Lexo jetën