Ο Σεβαστιανός και η συνοδεία του στη Ρώμη
Στο ανάκτορο του Διοκλητιανού υπηρετούσε ένας νεαρός αρχηγός της αυτοκρατορικής φρουράς που έκρυβε στην καρδιά του τον Χριστό. Με την εύνοια του αυτοκράτορα στα χέρια του, ο Σεβαστιανός κατέβαινε κρυφά στις φυλακές της Ρώμης για να στηρίξει τους χριστιανούς δεσμώτες. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια και είχε ανατραφεί στα Μεδιόλανα, στη σημερινή πόλη του Μιλάνου.
Η ανδρεία, η σύνεση και η δικαιοσύνη του τον είχαν αναδείξει νωρίς ανάμεσα στους αξιωματικούς της αυλής. Οι στρατιώτες τον τιμούσαν σαν πατέρα και οι αυλικοί τον αγαπούσαν για την εντιμότητά του. Όμως η πραγματική του υπηρεσία ήταν αλλού, στους αδελφούς που μαρτυρούσαν για τον Χριστό.
Δεν φοβόταν τα βασανιστήρια ούτε λυπόταν τα αξιώματα, αλλά κράτησε κρυφή την πίστη του για να μπορεί να βοηθάει τους διωκόμενους. Όσους δεν μπορούσε να γλιτώσει από τα δεσμά, τους ενίσχυε με λόγια θερμά και τους ετοίμαζε για το μαρτύριο. Έτσι κέρδιζε ψυχές για τον Θεό, την ώρα που ο διώκτης αυτοκράτορας πίστευε πως είχε δίπλα του τον πιο πιστό αξιωματικό του.
Δύο νεαροί ευγενείς αδελφοί, ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, είχαν ομολογήσει τον Χριστό και περίμεναν την εκτέλεσή τους στη φυλακή. Οι γονείς τους, ο Τρανκυλλίνος και η Μαρκία, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ζήτησαν από τον έπαρχο Χρωμάτιο τριάντα ημέρες αναβολής. Μέσα σε αυτό το διάστημα προσπάθησαν με δάκρυα να τους μεταπείσουν, και οι δύο αδελφοί σχεδόν λύγισαν από τα παρακάλια των δικών τους.
Τότε εμφανίστηκε στο κελί ο Σεβαστιανός και αποκάλυψε την παγίδα του πονηρού πίσω από αυτή τη φαινομενική αγάπη. Τους θύμισε πως οι αιώνιοι στέφανοι δεν θυσιάζονται για τα δάκρυα μιας στιγμής. Τους ζωγράφισε τη βασιλεία των ουρανών, όπου δεν υπάρχει αρρώστια ούτε θάνατος, αλλά χαρά που δεν τελειώνει.
Είπε ακόμη πως θα ήταν έτοιμος ο ίδιος να χύσει το αίμα του μπροστά τους, για να γίνει παράδειγμα της θυσίας του. Καθώς μιλούσε, το πρόσωπό του έλαμψε σαν αγγέλου και επτά ουράνιοι αγγελιαφόροι τον περιέβαλαν με λαμπρό ένδυμα. Ένας ωραίος νέος ακούστηκε να του λέει πως πάντοτε θα είναι μαζί Του, και όλοι οι παρόντες ανατρίχιασαν από τη θέα.
Στο σπίτι του πρωτοσκρινιαρίου Νικοστράτου, όπου φυλάσσονταν οι αδελφοί, βρισκόταν και η σύζυγός του Ζωή, που έξι χρόνια ήταν βουβή από βαριά αρρώστια. Έπεσε στα πόδια του Σεβαστιανού και με νεύματα ζητούσε τη θεραπεία της. Ο άγιος έκανε το σημείο του σταυρού πάνω της και η γυναίκα μίλησε αμέσως με καθαρή φωνή.
Δοξολόγησε τον Κύριο και διηγήθηκε πως είχε δει άγγελο να κρατάει ανοιχτό βιβλίο μπροστά στον Σεβαστιανό. Ο Νικόστρατος έλυσε τα δεσμά των αδελφών και τους πρόσφερε να φύγουν, όμως εκείνοι αρνήθηκαν την ελευθερία. Πίστεψε στον Χριστό ο ίδιος μαζί με τη γυναίκα του και ζήτησε το άγιο βάπτισμα.
Ο Σεβαστιανός τον συμβούλεψε να συγκεντρώσει όλους τους κρατουμένους και κάλεσε τον πρεσβύτερο Πολύκαρπο. Στις τάξεις των φωτισμένων προστέθηκαν ο πατέρας των αδελφών Τρανκυλλίνος με την οικογένειά του, ο γραμματεύς Κλαύδιος με τους άρρωστους γιους του, καθώς και δεκαέξι κατάδικοι. Οι νεοφώτιστοι έφτασαν τους εξήντα τέσσερις και η νύχτα γέμισε ύμνους και χαρά αναγέννησης.
Όταν ο Κλαύδιος ανέφερε στον έπαρχο Χρωμάτιο τη συνάθροιση, εκείνος κάλεσε τον Σεβαστιανό και τον Πολύκαρπο για να ελέγξει τα γεγονότα. Άκουσε για τη θεραπεία της Ζωής και είδε τον γιο του Τιβούρτιο να συγκλονίζεται από τη μαρτυρία τους. Ο ίδιος υπέφερε από έντονη αρρώστια στα πόδια, ενώ ο Τρανκυλλίνος είχε ήδη γιατρευτεί θαυμαστά από παρόμοιο πάθος.
Ζήτησε λοιπόν να πιστέψει στον Χριστό και να βαπτιστεί μαζί με τον γιο του και με όλο το σπιτικό του. Πριν δεχτεί το λουτρό της αναγέννησης, ελευθέρωσε δούλους, αποκατέστησε αδικίες και διέλυσε πάνω από διακόσια είδωλα του οικιακού του ναού. Ένας ολόλαμπρος νέος εμφανίστηκε δίπλα του και του ανήγγειλε την πλήρη θεραπεία του σώματός του.
Ο αριθμός των νεοφώτιστων στη Ρώμη ξεπέρασε τους χίλιους τετρακόσιους, και ο Χρωμάτιος εγκατέλειψε το αξίωμα του επάρχου για να αφοσιωθεί στον Χριστό. Επίσκοπος της πόλης ήταν τότε ο μακάριος Γάιος, που τέλεσε τη θεία λειτουργία μέσα στο σπίτι του πρώην επάρχου. Ο διωγμός όμως είχε γίνει τόσο σφοδρός, ώστε οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να αγοράσουν τροφή ούτε να αντλήσουν νερό χωρίς να θυσιάσουν στα είδωλα.
Επειδή ο κίνδυνος μεγάλωνε καθημερινά, ο επίσκοπος Γάιος όρισε τον Χρωμάτιο και τον πρεσβύτερο Πολύκαρπο να αποσυρθούν στα κτήματα της Καμπανίας μαζί με όσους δεν άντεχαν το μαρτύριο. Στη Ρώμη παρέμειναν ο Σεβαστιανός ως υπερασπιστής της Εκκλησίας, ο νεαρός Τιβούρτιος, ο Νικόστρατος με τη Ζωή και τον αδελφό του Καστόριο, ο Κλαύδιος με τον γιο του Συμφοριανό και τον αδελφό του Βικτωρίνο. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος χειροτονήθηκαν διάκονοι και ο πατέρας τους Τρανκυλλίνος πρεσβύτερος.
Οι θείες λειτουργίες τελούνταν κρυφά στο παλάτι ενός αξιωματούχου της αυλής με το όνομα Κάστουλος, ο οποίος ήταν επίσης χριστιανός. Εκεί η μικρή ομάδα περνούσε μέρες και νύχτες σε προσευχή, νηστεία και ψαλμωδίες, ενώ προσδοκούσε με χαρά την ώρα του μαρτυρίου. Πλήθος ασθενών έρχονταν κρυφά κοντά τους και έβρισκαν την υγεία τους.
Τυφλοί ξαναέβλεπαν, παράλυτοι σηκώνονταν και πονηρά πνεύματα έφευγαν με την προσευχή των αγίων. Από αυτά τα θαύματα πολλοί ειδωλολάτρες πίστευαν στον Χριστό και ζητούσαν τον φωτισμό του αγίου βαπτίσματος. Πρώτη βάδισε προς το μαρτύριο η μακαρία Ζωή.
Την έπιασαν να προσεύχεται στον τάφο του αποστόλου Πέτρου και την οδήγησαν στο δικαστήριο, όπου ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό. Την κρέμασαν από τα μαλλιά πάνω σε πυκνό δυσώδη καπνό και πέθανε από ασφυξία, ενώ το σώμα της ρίχτηκε στον Τίβερη ποταμό. Σύντομα παρουσιάστηκε σε όραμα στον Σεβαστιανό και του ανήγγειλε την κοίμησή της.
Ο πρεσβύτερος Τρανκυλλίνος ακολούθησε με την ίδια ανδρεία, λιθοβολημένος στον τάφο του αποστόλου και ριγμένος στο ίδιο ποτάμι. Ο Νικόστρατος, ο Καστόριος, ο Κλαύδιος, ο Βικτωρίνος και ο Συμφοριανός συνελήφθησαν στις όχθες αναζητώντας τα σώματα των αδελφών τους. Αφού αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, τους έδεσαν στον λαιμό βαριές πέτρες και τους βύθισαν στη θάλασσα.
Τον νεαρό Τιβούρτιο τον πρόδωσε ένας ψευδοχριστιανός με το όνομα Τορκουάτος. Στη δίκη του ο άγιος περπάτησε με γυμνά πόδια πάνω σε αναμμένα κάρβουνα σαν να βάδιζε σε δροσερά λουλούδια. Στο τέλος ο δικαστής διέταξε τον αποκεφαλισμό του και πιστοί χριστιανοί ενταφίασαν το σώμα του στη Λαβικανή οδό.
Ο ίδιος προδότης παρέδωσε στους ειδωλολάτρες και τον Κάστουλο μαζί με τους διακόνους Μαρκελλίνο και Μάρκο. Ο Κάστουλος μετά από βασανιστήρια ρίχτηκε σε λάκκο και θάφτηκε ζωντανός κάτω από το χώμα. Τους δύο αδελφούς τους κάρφωσαν με σιδερένια καρφιά στα πόδια πάνω σε ένα κούτσουρο, για να μείνουν όρθιοι μέχρι να υποχωρήσουν.
Εκείνοι όμως πέρασαν όλη τη νύχτα ψάλλοντας τους ψαλμούς του Δαβίδ και δοξάζοντας τον Θεό. Το πρωί τους κέντησαν με λόγχες στα πλευρά και έτσι παρέδωσαν τις ψυχές τους. Τελευταίος έμεινε ο Σεβαστιανός, που περίμενε με λαχτάρα τη συνάντηση με τον Κύριο.
Ο Διοκλητιανός τον ανέκρινε προσωπικά και θαύμασε τη σταθερότητά του απέναντι σε κάθε απειλή. Διέταξε να τον βγάλουν έξω από την πόλη, να τον δέσουν γυμνό σε ένα δέντρο και να τον τοξεύσουν οι στρατιώτες. Τα βέλη διαπέρασαν ολόκληρο το σώμα του και τον άφησαν εκεί σαν νεκρό.
Όμως η Ειρήνη, η σύζυγος του μάρτυρα Καστούλου, ήρθε νύχτα για να τον θάψει και τον βρήκε ζωντανό. Τον μετέφερε στο σπίτι της και μέσα σε λίγες ημέρες ο Σεβαστιανός θεραπεύτηκε θαυμαστά από τις πληγές του. Οι χριστιανοί τον παρακαλούσαν να φύγει από τη Ρώμη, εκείνος όμως αρνήθηκε με σταθερότητα.
Στάθηκε στα σκαλιά του ναού του Ηλιογάβαλου και περίμενε τη διέλευση των αυτοκρατόρων για να τους ελέγξει δημόσια. Όταν τον είδε ο Διοκλητιανός, έμεινε άναυδος μπροστά στον άνθρωπο που νόμιζε νεκρό από τα βέλη. Ο μάρτυρας τού δήλωσε πως ο Κύριός του τον ανέστησε για να γίνει μάρτυρας της αδικίας του και υπερασπιστής των χριστιανών.
Ο εξαγριωμένος αυτοκράτορας διέταξε να τον οδηγήσουν στον Μέγα Ιππόδρομο και να τον χτυπήσουν με ρόπαλα μέχρι θανάτου. Έτσι ο Σεβαστιανός παρέδωσε με χαρά την ψυχή του στον Αθλοθέτη Χριστό. Το άγιο σώμα του ρίχτηκε σε βαθύ βόθρο, για να μην το βρουν οι πιστοί.
Όμως ο μάρτυρας εμφανίστηκε σε όραμα σε μια ευλαβική γυναίκα με το όνομα Λουκίνα. Της ζήτησε να μεταφέρει το λείψανό του στις κατακόμβες και να το ενταφιάσει κοντά στην οδό των αποστόλων, όπου αργότερα υψώθηκε η περίφημη βασιλική του.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 18 Dhjetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Μόδεστος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων
Ενενήντα χιλιάδες χριστιανοί σφαγιάστηκαν στην Παλαιστίνη όταν οι Πέρσες ενώθηκαν με σαράντα χιλιάδες Εβραίους για να αφανίσουν την πίστη. Μέσα σε αυτή τη φρίκη ένας ταπεινός μοναχός, ο Μόδεστος, ανέλαβε να ανασηκώσει από τα…
Lexo jetënΌσιος Φλώρος, ο πατρίκιος που έγινε επίσκοπος Αμισού
Έχασε μέσα σε λίγο διάστημα τη γυναίκα του και το παιδί του από φοβερή αρρώστια, και τότε άφησε το παλάτι των αυτοκρατόρων. Από πατρίκιος της Κωνσταντινούπολης βρέθηκε μοναχικός ασκητής στον Ανάπλου, και αργότερα ποιμένας…
Lexo jetënΔανιήλ ο Ησυχαστής της Μολδαβίας
%$ Δανιήλ ο Ησυχαστής της Μολδαβίας $% Με τα ίδια του τα χέρια σκάλισε ένα κελί μέσα στον γυμνό βράχο, πάνω από το ρέμα της Πούτνα, για να ζήσει εκεί μόνος με τον Θεό.…
Lexo jetënΟ Άγιος Συμεών του Βερχοτούρε, ο ευγενής που έγινε ζητιάνος
Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας, όμως έκρυψε την καταγωγή του και διάλεξε να ζήσει σαν φτωχός ζητιάνος μέσα στα χωριά της ρωσικής γης. Περπατούσε από τόπο σε τόπο και έραβε δωρεάν ρούχα και μισοπάλτα για…
Lexo jetënΟ Όσιος Μιχαήλ ο Σύγκελος και Ομολογητής
Στο πρόσωπο των δύο μαθητών του χαράχτηκαν με πυρακτωμένα σίδερα υβριστικοί στίχοι, και έμειναν στην ιστορία ως οι Γραπτοί. Ο ίδιος ο Μιχαήλ, γέροντας πια και ογδόντα ετών, αρνήθηκε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως…
Lexo jetënΟι Μάρτυρες της Ρώμης που ένωσε το αίμα και η πίστη
Κρεμασμένοι ανάποδα πάνω από φωτιά που έβγαζε πυκνό δηλητηριώδη καπνό, ο Νικόστρατος και η Ζωή άφησαν την τελευταία τους πνοή για τον Χριστό. Λίγο πιο πέρα, ένας πατέρας και τα δύο του παιδιά βάδιζαν…
Lexo jetën