Η Οσία Θεοδώρα της Αλεξανδρείας
Μια αρχόντισσα της Αλεξανδρείας έκρυψε για χρόνια το μυστικό της ζώντας ανάμεσα σε μοναχούς με ανδρική στολή και άλλο όνομα. Όταν ένας κροκόδειλος τη μετέφερε αβλαβή πάνω στην πλάτη του μέσα στη λίμνη, τότε η αγιότητά της άρχισε να φανερώνεται. Η Θεοδώρα έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Ζήνωνα, στα τέλη του πέμπτου αιώνα μετά Χριστόν.
Ήταν παντρεμένη με έναν σεμνό και αγαπητό άνδρα, τον Παφνούτιο, και ζούσε με τιμή και αρμονία στο σπιτικό της. Ο εχθρός της σωτηρίας όμως δεν ανέχτηκε αυτή την ευτυχία και έβαλε μέσα της μια στιγμή σκοτεινής αδυναμίας. Μια κακότροπη γυναίκα την πλησίασε και της είπε ψέματα, πως αμαρτία γινόμενη στο σκοτάδι δεν τη βλέπει ούτε ο ήλιος ούτε ο Θεός.
Η Θεοδώρα, νέα και άπειρη, πίστεψε στα λόγια εκείνα και έπεσε στο αμάρτημα της μοιχείας. Με το ξημέρωμα όμως η συνείδησή της φλεγόταν και το πρόσωπό της δεν σήκωνε πια το βλέμμα του συζύγου. Έτρεξε σε μια γνωστή της ηγουμένη και της εξομολογήθηκε όλη την πτώση της με δάκρυα πικρά.
Εκείνη της θύμισε την αμαρτωλή του Ευαγγελίου, που με κλάμα έπλυνε τα πόδια του Χριστού και βρήκε άφεση. Όταν άκουσε στα Ιερά Ευαγγέλια πως τίποτε κρυφό δεν θα μείνει για πάντα σκεπασμένο, η Θεοδώρα κατάλαβε το βάρος της και αποφάσισε ριζική μετάνοια. Έκοψε τα μαλλιά της, φόρεσε ανδρικά ρούχα και έφυγε κρυφά από το σπίτι της μέσα στη νύχτα.
Φοβόταν πως ο σύζυγός της θα την έβρισκε σε γυναικείο μοναστήρι και κατευθύνθηκε σε αντρική μονή, τον Οκτωκαιδέκατο, δεκαοκτώ μίλια έξω από την πόλη. Παρουσιάστηκε στον ηγούμενο ως Θεόδωρος από την Αλεξάνδρεια και ζήτησε να την δεχτεί για μετάνοια. Ο γέροντας θέλησε να δοκιμάσει την προαίρεσή της και την άφησε μια ολόκληρη νύχτα έξω από την πύλη, ανάμεσα σε άγρια θηρία της ερήμου.
Εκείνη παρέμεινε εκεί προσευχόμενη, σκεπασμένη μόνο από το σημείο του σταυρού και τη βοήθεια του Θεού. Το πρωί έπεσε στα γόνατα του ηγουμένου και τον παρακάλεσε με δάκρυα να την κρατήσει στη συνοδεία. Ο γέροντας, βλέποντας τη σταθερότητα της απόφασής της, την έντυσε με το αγγελικό σχήμα.
Έτσι μια γυναίκα έζησε ανάμεσα σε άνδρες με όνομα ανδρικό και κανένας από τους αδελφούς δεν γνώριζε το μυστικό της. Μόνο ο Θεός έβλεπε την καρδιά της. Επί οκτώ ολόκληρα χρόνια η Θεοδώρα αγωνίστηκε με ζήλο που εξέπληττε ακόμη και τους πιο γερασμένους ασκητές της μονής.
Δούλευε σε κάθε χειρωνακτική εργασία, ξενυχτούσε στην προσευχή και έβρεχε το έδαφος με τα δάκρυά της. Παρακαλούσε νύχτα και μέρα τον Κύριο να της χαρίσει τέλεια συγχώρηση και να την αποκαταστήσει στη χάρη της καθαρότητας. Το σώμα της, που κάποτε είχε γνωρίσει την αμαρτία, έγινε ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα από τη σκληρή άσκηση.
Κάποτε ο ηγούμενος την έστειλε με τις καμήλες στη μονή να φέρει νερό από κοντινή λίμνη, όπου ζούσε ένας τεράστιος κροκόδειλος και κατασπάραζε όσους περνούσαν. Από υπακοή κατέβηκε στην όχθη χωρίς δισταγμό, και το θηρίο τη σήκωσε πάνω στη ράχη του στη μέση της λίμνης. Όταν εκείνη γέμισε το αγγείο της, την επέστρεψε στην ξηρά και αμέσως έπεσε νεκρό από τα λόγια της.
Οι φύλακες θαύμασαν και διηγήθηκαν στον ηγούμενο όσα είδαν. Μερικοί όμως αδελφοί φθόνησαν το θαύμα και έστησαν δόλιο σχέδιο εναντίον της. Εκείνη υπέμεινε σιωπηλή, παραδίδοντας τα πάντα στον Θεό.
Σε ένα ταξίδι στην Αλεξάνδρεια για τις ανάγκες της μονής η Θεοδώρα διανυκτέρευσε στο μοναστήρι των Εννατών, καθώς της είχε επιτρέψει ο γέροντάς της. Στον ξενώνα βρισκόταν τότε η κόρη του εκεί ηγουμένου, η οποία θέλησε να παρασύρει τον νεαρό μοναχό στην αμαρτία, αγνοώντας το αληθινό φύλο του. Η Θεοδώρα την απέκρουσε σταθερά και αναχώρησε επιστρέφοντας στη μονή της.
Η κοπέλα όμως αμάρτησε με άλλον επισκέπτη και έμεινε έγκυος. Από φόβο και αναίδεια κατηγόρησε ψευδώς τον Θεόδωρο πως ήταν εκείνος ο πατέρας του παιδιού. Όταν γεννήθηκε το βρέφος, οι μοναχοί των Εννατών το έφεραν στην πύλη της μονής με βαριά κατηγορία.
Αυτή τη φορά ακόμη και ο ηγούμενος πίστεψε στη συκοφαντία και έδιωξε τη Θεοδώρα από το μοναστήρι μαζί με το παιδί. Η οσία δεν είπε ποτέ την αλήθεια, για να μη φανερώσει το μυστικό της, και δέχτηκε τη ντροπή σαν αντιστάθμισμα για την παλιά πτώση. Έστησε μια καλύβα κοντά στη μονή και άρχισε να μεγαλώνει το ξένο παιδί.
Οι βοσκοί λυπήθηκαν και της έδιναν λίγο γάλα. Εκείνη τρεφόταν με αγριόχορτα και θαλασσινό νερό. Επί επτά ολόκληρα χρόνια η Θεοδώρα έμεινε εξόριστη από το μοναστήρι, υπομένοντας τον καύσωνα του καλοκαιριού και την παγωνιά του χειμώνα μέσα στη φτωχική καλύβα της.
Ο διάβολος δεν την άφησε ήσυχη, αλλά πήρε μορφές διάφορες για να σαλέψει τη γνώμη της. Της εμφανίστηκε ως ο σύζυγός της, παρακαλώντας τη να επιστρέψει στο σπιτικό της, και έπειτα ως άρχοντας με στρατό, που απαιτούσε προσκύνηση. Άλλοτε της έφερε ψεύτικα δώρα και χρυσάφι, άλλοτε εξαπέλυσε εναντίον της θηρία και δαίμονες με ανθρώπινες φωνές.
Όλες αυτές τις προσβολές τις διέλυε με το σημείο του σταυρού και με τον ψαλμικό λόγο «ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς». Κάποτε μάλιστα δαίμονες τη χτύπησαν τόσο άγρια, ώστε οι βοσκοί τη βρήκαν σχεδόν νεκρή και την κουβάλησαν στην καλύβα. Μετά τα επτά χρόνια οι αδελφοί παρακάλεσαν τον ηγούμενο και εκείνος δέχτηκε πάλι τη Θεοδώρα στη μονή μαζί με το αγόρι.
Της έδωσε ένα ήσυχο κελί, για να αναπαυθεί από τους κόπους. Εκείνη όμως συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση τις αγρυπνίες, τις νηστείες και τις δάκρυσμένες προσευχές της προς τον Κύριο. Στο κελί της η Θεοδώρα δίδασκε καθημερινά το παιδί στα γράμματα, στον φόβο του Θεού και στην ταπεινή μοναχική ζωή.
Κάποια χρονιά έπεσε μεγάλη ξηρασία στην περιοχή και τα πηγάδια της μονής στέρεψαν εντελώς. Ο ηγούμενος κάλεσε τότε τη Θεοδώρα και της είπε με εμπιστοσύνη να κατεβάσει το σκεύος της στο ξεροπήγαδο. Εκείνη υπάκουσε, και το αγγείο της ανέβηκε γεμάτο καθαρό νερό μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων.
Στους αδελφούς απέδωσε το θαύμα στην πίστη του γέροντα και ποτέ δεν δέχτηκε τιμή για τον εαυτό της. Όταν ένιωσε πως πλησίαζε το τέλος της, έκλεισε την πόρτα του κελιού της και έδωσε στο παιδί τις τελευταίες ορμηνείες της. Του ζήτησε να αγαπά τον Θεό περισσότερο από κάθε άλλο πλάσμα και τον εαυτό του.
Το συμβούλεψε να σέβεται τον ηγούμενο, να φυλάει το στόμα του από κάθε αργό λόγο και να μη λείπει ποτέ από την κοινή ακολουθία. Έπειτα προσευχήθηκε με δάκρυα ζητώντας έλεος για τις αμαρτίες της και παρέδωσε γαλήνια την ψυχή της στον Κύριο. Την ίδια νύχτα ο ηγούμενος είδε όραμα ουράνιο, καθώς δύο φωτεινοί άνδρες τον οδήγησαν στον παράδεισο.
Εκεί αντίκρισε χρυσό θρόνο μέσα σε ένα λαμπρό παλάτι, όπου κάθισαν με δόξα μια ωραιότατη γυναίκα, ντυμένη βασιλικά. Άγγελος του εξήγησε πως ήταν ο μοναχός Θεόδωρος, που στην αλήθεια ήταν γυναίκα και είχε υπομείνει συκοφαντία και εξορία χωρίς να φανερώσει το μυστικό. Όταν ξύπνησε, ο γέροντας έτρεξε με τους αδελφούς στο κελί της οσίας και τη βρήκαν κοιμισμένη με πρόσωπο φωτεινό σαν αγγελικό.
Κάλεσαν τότε τον ηγούμενο των Εννατών και τους μοναχούς που είχαν φέρει την κατηγορία. Μπροστά σε όλους ο γέροντας αποκάλυψε το στήθος της οσίας και φάνηκε ότι ήταν γυναίκα. Οι συκοφάντες έπεσαν με δάκρυα και ζητούσαν συγχώρηση από την ασκήτρια.
Στη συνέχεια έφτασε και ο σύζυγός της, ο Παφνούτιος, ο οποίος έκλαψε πικρά πάνω στο τίμιο λείψανο. Έπειτα κουρεύτηκε μοναχός στο ίδιο κελί όπου είχε αγωνιστεί η γυναίκα του. Το παιδί που είχε αναθρέψει η οσία έγινε αργότερα ηγούμενος της μονής και ακολούθησε πιστά τα βήματά της.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 11 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Καπλουνόβκα
Όταν οι στρατιώτες του Σουηδού βασιλιά προσπάθησαν να κάψουν τη μικρή εκκλησία του χωριού, τα ξύλα γύρω της δεν άρπαξαν φωτιά με κανέναν τρόπο. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη της Πολτάβα, ο τσάρος…
Lexo jetënΟ Όσιος Ευφρόσυνος, ο μάγειρας του Παραδείσου
Ένας απλός χωρικός, αγράμματος και ταπεινός, βρέθηκε μέσα σε όνειρο να περπατά στον Παράδεισο και να μοιράζει μήλα ευωδιαστά στον ιερέα. Όταν εκείνος ξύπνησε από τον ύχο του χτυπήματος, βρήκε στα ράσα του τρεις…
Lexo jetën