Ο Πατροκοσμάς και το μαρτύριο στο Κολικόντασι
Τον κρέμασαν σε μια λεύκα του Κολικόντασι, με την ίδια του τη συγκατάθεση, χωρίς να τους αφήσει να του δέσουν τα χέρια. Σαράντα και πενήντα ιερείς τον ακολουθούσαν από χωριό σε χωριό, και χιλιάδες πιστοί μαζεύονταν στις πλατείες για να ακούσουν τα γλυκά του λόγια. Καταγόταν από ένα μικρό χωριό της Αιτωλίας, κοντά στο Μεγάλο Δένδρο της Ναυπακτίας, και γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς που τον ανέθρεψαν με τον φόβο του Κυρίου.
Στα είκοσι χρόνια του πήρε τα πρώτα γράμματα από τον ιεροδιάκονο Ανανία Δερβισάνο. Έπειτα ανέβηκε στο Άγιον Όρος, όπου άκμαζε τότε η περίφημη σχολή του Βατοπεδίου, και συνέχισε τις σπουδές του κοντά στον Παναγιώτη Παλαμά. Διδάχθηκε ακόμη τη λογική από τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο, δάσκαλο από το Μέτσοβο, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον σοφό Ευγένιο.
Ο νεαρός Κώστας, αν και βρισκόταν στην τάξη των λαϊκών, ζούσε με την απλότητα των μοναχών και προετοίμαζε σιωπηλά τον εαυτό του για τη μεγάλη κλήση που τον περίμενε στα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Όταν η ξακουστή σχολή ερήμωσε ξανά από την αναχώρηση των δασκάλων, ο φωτισμένος Κώστας τράβηξε για τη Μονή Φιλοθέου. Εκεί φόρεσε γρήγορα το μοναχικό ράσο και αφέθηκε με χαρά στους κόπους της ασκητικής ζωής.
Καθώς το μοναστήρι χρειαζόταν λειτουργό, οι πατέρες τον παρακάλεσαν επίμονα και δέχθηκε να χειροτονηθεί ιερομόναχος με το όνομα Κοσμάς. Από τότε που ήταν ακόμη λαϊκός, η καρδιά του φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει τους σκλαβωμένους αδελφούς του με τα γράμματα που είχε μάθει. Έλεγε συχνά πως όσοι αποκτούν γνώση δεν πρέπει να τρέχουν στα σπίτια των αρχόντων για χάρη πλούτου και αξιωμάτων.
Αντίθετα, οφείλουν να διδάσκουν τους ταπεινούς ανθρώπους που ζουν στην αμάθεια και τη φτώχεια. Όμως δεν τόλμησε να αναλάβει μόνος του το αποστολικό έργο, χωρίς να φανερωθεί πρώτα το θέλημα του Θεού. Άνοιξε λοιπόν την Αγία Γραφή και βρήκε τα λόγια του αποστόλου, που προτρέπουν τον καθένα να φροντίζει όχι μόνο για το δικό του συμφέρον, αλλά και για το συμφέρον του αδελφού του.
Αφού πήρε τη βεβαίωση από τον λόγο του Θεού και τη σύμφωνη γνώμη των πατέρων, κατέβηκε στην Κωνσταντινούπολη να συναντήσει τον αδελφό του, τον δάσκαλο Χρύσανθο. Από εκείνον διδάχθηκε λίγη ρητορική τέχνη, για να έχει κάποια μέθοδο στα κηρύγματα που θα έλεγε αργότερα. Πήρε τότε γραπτή άδεια από τον πατριάρχη Σεραφείμ, καταγωγής από τη Δέλβινο, και άρχισε με ζήλο να κηρύττει το Ευαγγέλιο.
Δίδαξε πρώτα στις εκκλησίες και τα χωριά της Πόλης, ύστερα στη Ναύπακτο, στο Βραχώρι και στο Μεσολόγγι. Γύρισε ξανά στην Κωνσταντινούπολη, πήρε νέα ευλογία από τον πατριάρχη Σωφρόνιο και ξεκίνησε δεύτερη περιοδεία με πιο μεγάλη φλόγα. Πέρασε σχεδόν όλα τα νησιά του Αιγαίου και προέτρεπε τους πιστούς να μετανοούν με έργα άξια της μεταστροφής τους.
Στα χίλια επτακόσια εβδομήντα πέντε μετά Χριστόν επέστρεψε στο Άγιον Όρος και μελέτησε για ένα διάστημα τα πατερικά βιβλία. Όμως ο πόθος για τους χριστιανούς τον έσπρωξε να ξαναβγεί στον κόσμο, ώστε να συνεχίσει το αποστολικό του έργο. Άρχισε από τα κοντινά χωριά και προχώρησε στη Θεσσαλονίκη, στη Βέροια και σχεδόν σε όλη τη Μακεδονία.
Έπειτα γύρισε στα χωριά της Χιμάρας, της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας, έφτασε ως την Άρτα και την Πρέβεζα, και από εκεί πέρασε στη Λευκάδα και στην Κεφαλονιά. Όπου κι αν στεκόταν εκείνος ο ευλογημένος άνθρωπος, μαζεύονταν πλήθη μεγάλα και άκουγαν με κατάνυξη τα γλυκά του λόγια. Ο λόγος του ήταν απλός και ταπεινός, σαν συνομιλία ψαράδων μεταξύ τους, και η φωνή του είχε γαλήνη και φως του Αγίου Πνεύματος.
Επειδή καμιά εκκλησία δεν χωρούσε τους ακροατές, ο άγιος κήρυττε στις ανοιχτές πλατείες των χωριών. Είχε μάλιστα συνήθεια να παραγγέλνει στους πιστούς να στήνουν στη μέση της πλατείας έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό. Πάνω σε αυτόν στήριζε τον θρόνο που του είχε φτιάξει ο Κουρτ Πασάς, ανέβαινε και κήρυττε.
Τον θρόνο τον έπαιρνε μαζί του, ενώ τον σταυρό τον άφηνε εκεί ως αιώνια θύμηση των λόγων του και της παρουσίας του. Στα ίδια εκείνα μέρη, όπου είχαν στηθεί οι σταυροί, ο Θεός φανέρωνε κατά καιρούς πολλά θαύματα προς δόξα του ονόματός του. Στο μεγάλο παζάρι του Αργοστολίου, στην καρδιά της Κεφαλονιάς, ανέβλυσε ξαφνικά από τη γη θαυματουργό νερό που τρέχει ακόμη και σήμερα.
Από εκεί ο άγιος πέρασε στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα, όμως οι άρχοντες των τόπων τον παρακάλεσαν να φύγει για να μη γίνουν ταραχές. Ρίχτηκε λοιπόν στην απέναντι ακτή, στην πόλη των Σαράντα Αγίων της Αλβανίας, και άρχισε να διδάσκει τους εξαγριωμένους χριστιανούς από χωριό σε χωριό. Οι άνθρωποι εκείνοι ζούσαν σε βαθιά αμάθεια και είχαν δοθεί σε φόνους, κλοπές και κάθε λογής κακία.
Στις άγριες όμως καρδιές τους ο άγιος έσπειρε με υπομονή τον λόγο του Θεού και κατάφερε να τις ημερώσει με τη χάρη του Κυρίου. Έφερε σε μετάνοια τους ληστές, δίδαξε ευσπλαχνία στους σκληρόκαρδους και ξύπνησε στους αγράμματους τη δίψα για τη Θεία Λειτουργία. Με τα κηρύγματά του ίδρυσε σχολεία σε χωριά και πόλεις, όπου τα παιδιά μάθαιναν δωρεάν τα ιερά γράμματα και τη χριστιανική ζωή.
Έπεισε τους πλούσιους να αγοράσουν περισσότερες από τέσσερις χιλιάδες μεγάλες χάλκινες κολυμβήθρες και να τις χαρίσουν στις εκκλησίες των φτωχών χωριών. Πάνω από τετρακόσιες χιλιάδες μαντίλες μοίρασε στις γυναίκες, για να σκεπάζουν με σεμνότητα την κεφαλή τους μέσα στους ναούς. Πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες κομποσχοίνια και σταυρουδάκια μοίρασε στους ταπεινούς ανθρώπους ως ευλογία και ενίσχυση στην προσευχή.
Όπου περνούσε, τον συνόδευαν σαράντα και πενήντα ιερείς, και παρήγγελνε από νωρίς να ετοιμάζουν θρανία με κεριά και σακιά με βρασμένο σιτάρι. Οι πιστοί έπαιρναν κεριά δωρεάν, χρίονταν με το άγιο έλαιο μετά την Ευχέλαιη ακολουθία και άκουγαν με κατάνυξη τη διδαχή του. Έπειτα μοίραζαν ψωμί και κόλλυβα στους δρόμους από όπου περνούσε ο κόσμος, και όλοι μνημόνευαν με δάκρυα τους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους τους.
Όπως και αλλού, έτσι και στην Αλβανία ο Θεός φανέρωνε μεγάλα σημεία γύρω από τον άγιο διδάσκαλο. Οι αγάδες του Φιλιατίου, που είχαν έρθει να τον ακούσουν, είδαν μια νύχτα φως ουράνιο σαν νεφέλη να σκεπάζει τον τόπο όπου κοιμόταν εκείνος. Σε ένα χωριό κοντά στο Φανάρι, ένας Τούρκος πήρε τον σταυρό που είχε αφήσει ο άγιος και τον πήγαινε στο σπίτι του για ξύλα.
Αμέσως όμως έπεσε σαν χτυπημένος από σεισμό, έβγαζε αφρούς από το στόμα και έτριζε τα δόντια του σαν τρελός. Όταν συνήλθε με τη βοήθεια δύο περαστικών, κατάλαβε την οργή του Θεού και έτρεξε ο ίδιος να ξαναστήσει τον σταυρό στη θέση του. Από τότε τον προσκυνούσε καθημερινά με μεγάλη ευλάβεια.
Μια άλλη φορά, όταν ξανασυνάντησε τον άγιο, έπεσε στα πόδια του και διηγήθηκε με ταπείνωση το θαύμα μπροστά σε όλους τους χωριανούς και τους ξένους. Έπεισε ακόμη πολλές γυναίκες να βγάλουν τα στολίδια τους, και κάποιες ντύθηκαν για πάντα στα μαύρα. Μια πλούσια αρχόντισσα από την Κορυτσά στόλιζε το παιδί της με χρυσά νομίσματα και περιττά κοσμήματα, παρά τις συμβουλές του αγίου.
Όταν εκείνη αρνήθηκε για τελευταία φορά να τα αφαιρέσει, την επομένη το βρήκε νεκρό στο κρεβάτι του και κατάλαβε με συντριβή το λάθος της. Όπου περνούσε, ο πατροκοσμάς δίδασκε να μη γίνονται αγοραπωλησίες την Κυριακή, αλλά να πηγαίνουν όλοι στις εκκλησίες για τη Θεία Λειτουργία. Έλεγε επίσης πως ο ίδιος ο Χριστός τον κάλεσε να κηρύξει το Ευαγγέλιο και πως θα θυσιαζόταν τελικά για την αγάπη του.
Ποτέ δεν είπε λόγο εναντίον των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, στην Καστοριά ή στα Ιωάννινα, αλλά μόνο δίδασκε στους χριστιανούς να ζουν με τιμιότητα και ευσέβεια. Ακόμη και ο Κουρτ Πασάς, όταν τον άκουσε, του έφτιαξε ο ίδιος τον θρόνο και τον σκέπασε με βελούδο, για να κηρύττει από εκεί στους πιστούς της περιοχής. Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων όμως δεν ανέχονταν τη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού στους ραγιάδες.
Πήγαν στον Κουρτ Πασά και τον συκοφάντησαν πως ήταν δήθεν απεσταλμένος της Ρωσίας για να ξεσηκώσει τους χριστιανούς. Όταν η συκοφαντία αποδείχθηκε ψεύτικη, ο άγιος ξαναπήγε στα Ιωάννινα και έπεισε τους πιστούς να κάνουν το παζάρι το Σάββατο αντί για την Κυριακή. Αυτό όμως ζημίωσε πολύ τους Εβραίους, οι οποίοι έδωσαν χρήματα στον πασά για να τον θανατώσει με κρυφό τρόπο.
Όταν έφτασε στο χωριό Κολικόντασι της Αλβανίας, ζήτησε άδεια από τον αρχιερέα του τόπου, όπως ήταν η συνήθειά του πάντοτε. Στη συνέχεια έστειλε ανθρώπους και στον ντόπιο χότζα, ο οποίος δεχόταν εντολές από τον πασά του Βερατίου. Πήρε άδεια και κήρυξε ελεύθερα στους χριστιανούς, αλλά θέλησε να πάει και ο ίδιος στον χότζα για μεγαλύτερη ασφάλεια.
Οι πιστοί προσπάθησαν να τον σταματήσουν, εκείνος όμως πήρε τέσσερις καλόγερους και έναν ιερέα για διερμηνέα και προχώρησε προς τον τόπο της θυσίας του. Ο χότζας του είπε ψέματα πως είχε λάβει επιστολή από τον Κουρτ Πασά, που ζητούσε να στείλει τον άγιο για συνομιλία στο Βεράτι. Έδωσε όμως κρυφή εντολή στους ανθρώπους του να τον φυλάνε, μέχρι να εκτελεστεί η απόφαση του θανάτου του.
Ο ευλογημένος διδάσκαλος κατάλαβε αμέσως τον σκοπό τους και δόξασε τον Κύριο που τον αξίωνε να κλείσει την αποστολική του πορεία με μαρτυρικό θάνατο. Έψαλε όλη τη νύχτα στους συνοδούς του τον ψαλμό «διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν», γεμάτος χαρά σαν να πήγαινε σε γάμο. Το πρωί επτά Τούρκοι δήμιοι τον ανέβασαν σε άλογο, τάχα για να τον πάνε στον πασά.
Αφού απομακρύνθηκαν για δύο περίπου ώρες, έφτασαν δίπλα σε μεγάλο ποτάμι και του φανέρωσαν την πραγματική εντολή. Ο άγιος δέχθηκε με χαρά την απόφαση, γονάτισε στη γη και ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωνε για χάρη του να θυσιαστεί. Σηκώθηκε ύστερα, ευλόγησε σταυροειδώς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και προσευχήθηκε για όλους τους χριστιανούς που κρατούσαν τις παραγγελίες του.
Οι δήμιοι τον έβαλαν να καθίσει κοντά σε ένα δέντρο και ζήτησαν να του δέσουν τα χέρια. Εκείνος όμως δεν τους άφησε, λέγοντας πως μόνος του θα τα κρατούσε σταυρωμένα, σαν να ήταν δεμένα. Ακούμπησε την αγία κεφαλή του στο δέντρο με βαθιά γαλήνη και προσδοκία.
Οι βάρβαροι του πέρασαν σχοινί στον λαιμό, και μόλις το έσφιξαν λίγο, η ψυχή του ανέβηκε αμέσως στους ουρανούς. Ο μακάριος Κοσμάς πήρε από τον Κύριο διπλό στεφάνι, ως αληθινός απόστολος και ως ιερομάρτυρας, στην ηλικία των εξήντα πέντε χρόνων. Οι δήμιοι έγδυσαν το άγιο σώμα του, το έσυραν στο χώμα και το έριξαν στο ποτάμι με μια βαριά πέτρα δεμένη στον λαιμό.
Οι χριστιανοί έσπευσαν με δίχτυα να το βρουν, αλλά δεν τα κατάφεραν τις δύο πρώτες ημέρες. Την τρίτη ημέρα, ο ταπεινός ιερέας Μάρκος της Μονής Αρδενίτσας μπήκε σε ένα κορμό, έκανε τον σταυρό του και ξεκίνησε για το ιερό ψάξιμο. Είδε τότε με έκπληξη το άγιο σώμα να στέκεται όρθιο πάνω στα νερά σαν ζωντανό.
Έτρεξε αμέσως, το αγκάλιασε και το ανέβασε στη στεριά, ενώ από το γλυκύστομο στόμα του αγίου ξεχύθηκε πολύ αίμα στο ποτάμι. Ο ιερέας έντυσε το λείψανο με το ίδιο του το ράσο και το μετέφερε στη Μονή της Παναγίας, όπου το ενταφίασε με τιμές πίσω από το ιερό βήμα. Ο Κουρτ Πασάς μετανόησε πικρά, γιατί ξεγελάστηκε από τα χρήματα των Εβραίων και σκότωσε έναν αθώο άνθρωπο.
Όταν οι μαθητές του αγίου άνοιξαν τον τάφο, βρήκαν το σώμα του ακέραιο και ευωδιαστό, σαν να κοιμόταν γαλήνια. Εκείνη τη στιγμή έφτασε μια τρελή γυναίκα από μακριά, που πίστευε σταθερά στη χάρη του, και θεραπεύτηκε αμέσως μόλις είδε το άγιο λείψανο. Ένας από τους Τούρκους που τον σκότωσαν φόρεσε με χλεύη το καλυμμαύχι του, αλλά έχασε τα λογικά του και ομολογούσε φωνάζοντας τον φόνο του δικαίου.
Ο πασάς τον έκλεισε στη φυλακή, όπου βασανίστηκε σκληρά και πέθανε με φρικτό τέλος. Στο χωριό όπου έδωσε το τελευταίο κήρυγμα, στο Κολικόντασι, άφησε όπως πάντα έναν σταυρό μπηγμένο στη γη. Μετά τη μαρτυρική του τελείωση οι χριστιανοί έβλεπαν κάθε νύχτα φως ουράνιο να λάμπει επάνω από εκείνον τον σταυρό.
Γι' αυτό την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, οι ιερείς και ο λαός τον σήκωσαν με ιερή λιτανεία και τον τοποθέτησαν πίσω από το ιερό βήμα. Όταν οι μαθητές του ελευθερώθηκαν από τον πασά, μάζεψαν τα ιερά αντικείμενα και τα λείψανα του διδασκάλου τους. Τα μοίρασαν σε διάφορα μέρη ως ευλογία και πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν με τη χάρη του και την πρεσβεία του.
Η Εκκλησία τον αναγνώρισε επίσημα ως άγιο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στις είκοσι Απριλίου του χιλίων εννιακοσίων εξήντα ενός μετά Χριστόν. Ακολουθίες και βίους του έγραψαν ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Είθε με τις πρεσβείες του αγίου ιερομάρτυρα να αξιωθούμε και εμείς της Βασιλείας των Ουρανών.
Αμήν.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 24 Gusht
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Σεραπίων ο Θαυματουργός της Ερήμου Νταβίτ-Γκαρέτζι
Από το ραβδί ενός ταπεινού ηγουμένου ξεπήδησε φλόγα τρομερή, που έκανε τους ληστές να εγκαταλείψουν τα ιερά σκεύη και να τραπούν σε φυγή. Ο ίδιος γέροντας ζήτησε αργότερα να τον θάψουν κάτω από την…
Lexo jetënΗ Αγία Σίρα η Παρθενομάρτυς της Περσίας
Μέσα στο σκοτάδι της περσικής μαγείας, μια νεαρή ιέρισσα της φωτιάς γκρέμισε τον βωμό των ειδώλων και φώναξε δημόσια το όνομα του Χριστού. Η Σίρα, κόρη ενός από τους πιο σεβαστούς μάγους του βασιλιά…
Lexo jetënΗ Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Πέτρου Μόσχας
Όταν χτίστηκε ξανά ο μεγαλόπρεπος Καθεδρικός Ναός της Κοιμήσεως στη Μόσχα, τα ιερά λείψανα του Αγίου Πέτρου μεταφέρθηκαν εκεί με λαμπρότητα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Άγιος εμφανίστηκε στην τσαρίνα Αναστασία, σύζυγο του…
Lexo jetënΗ Εμφάνιση της Παναγίας στον Άγιο Σέργιο του Ραντονέζ
Μέσα στη βαθιά νύχτα, ενώ ο Άγιος Σέργιος διάβαζε τον Ακάθιστο Ύμνο, μια φωνή ακούστηκε ξαφνικά να αναγγέλλει την έλευση της Παναχράντου. Λίγο μετά, το ταπεινό κελί του πλημμύρισε από φως λαμπρότερο από τον…
Lexo jetënΟ Άγιος Ευτύχης, μαθητής του Ιωάννη και του Παύλου
Όταν τον έριξαν στα άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν, ένα λιοντάρι άνοιξε το στόμα του και δόξασε με ανθρώπινη φωνή τον Χριστό. Άλλη φορά, ενώ ήταν κρεμασμένος γυμνός στο ξύλο των βασανιστηρίων, από…
Lexo jetënΟ Άγιος Μαρτύριος, Αρχιεπίσκοπος Νοβγκορόντ
Στις όχθες της λίμνης Σελιγκέρ, καθ' οδόν προς το Βλαντίμιρ, ο Άγιος Μαρτύριος παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο τον Αύγουστο του έτους χίλια εκατόν ενενήντα εννέα. Πριν φύγει από τη ζωή, είχε προλάβει…
Lexo jetënΟ Όσιος Αρσένιος του Κομέλ και το θαύμα του ουράνιου φωτός
Ένας ηγούμενος ξακουστού ρωσικού μοναστηριού περπατούσε με ράσα παλιά και γεμάτα μπαλώματα, προκαλώντας την έκπληξη του ίδιου του Μεγάλου Πρίγκιπα της Μόσχας. Λίγο αργότερα, σηκώνοντας στους ώμους του έναν βαρύ ξύλινο σταυρό, βάδιζε μέσα…
Lexo jetën