Ο Όσιος Σεραπίων ο Σινδονίτης
Έδωσε το μοναδικό του ρούχο σε έναν γυμνό ζητιάνο της Αλεξάνδρειας και έμεινε ο ίδιος γυμνός στην άκρη του δρόμου. Λίγο αργότερα πούλησε και το μικρό Ευαγγέλιο που κουβαλούσε πάντοτε, για να ελευθερώσει έναν άνθρωπο φυλακισμένο για χρέη. Ο Όσιος Σεραπίων έζησε στην Αίγυπτο και πήρε το προσωνύμιο Σινδονίτης, επειδή σκέπαζε το σώμα του μόνο με ένα φτωχικό λινό πανί.
Από τα νεανικά του χρόνια αγκάλιασε τη μοναχική ζωή χωρίς περιουσία, χωρίς κελί και χωρίς κανένα μόνιμο κατάλυμα στη γη. Περπατούσε από τόπο σε τόπο σαν πτηνό του ουρανού και έμενε εκεί όπου τον έβρισκε η νύχτα. Δεν έμπαινε ποτέ σε σπίτι για να ξεκουραστεί ή να κοιμηθεί άνετα σε στρωμένο κρεβάτι.
Κρατούσε επάνω του μόνο τη φτωχή σινδόνα και ένα μικρό Ευαγγέλιο, που το αγαπούσε σαν θησαυρό. Το πρωί σηκωνόταν και συνέχιζε αμέσως τον δρόμο του, σαν να ήταν άσαρκος και ελαφρύς. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί τον αποκαλούσαν απαθή και αληθινό φίλο του Χριστού στη γη.
Συχνά τον συναντούσαν κοντά στα χωριά να κάθεται στην άκρη του δρόμου και να κλαίει σιωπηλά. Όταν τον ρωτούσαν τι έχει, εκείνος απαντούσε πως ο Κύριός του τού εμπιστεύθηκε έναν πολύτιμο θησαυρό. Έλεγε ότι έχασε αυτόν τον θησαυρό και ότι περιμένει τώρα την παιδαγωγική τιμωρία του Δεσπότη του.
Μιλούσε παραβολικά, εννοώντας με τον Κύριο τον Θεό και με τον θησαυρό την ίδια του την ψυχή. Οι ακροατές νόμιζαν πως αναφερόταν σε χρυσάφι και του έδιναν λίγο ψωμί ή λαχανικά για παρηγοριά. Ο Όσιος δεχόταν τη μικρή προσφορά και απαντούσε ταπεινά «αμήν, αμήν», ευλογώντας την αγάπη τους.
Κάποτε στην Αλεξάνδρεια συνάντησε έναν ζητιάνο γυμνό, που έτρεμε ολόκληρος από το δριμύ κρύο. Σκέφθηκε ότι αν εκείνος φοράει ρούχο και αφήσει τον αδελφό του να πεθάνει, θα κατακριθεί ως φονιάς. Έβγαλε αμέσως τη σινδόνα του και τη χάρισε στον φτωχό άνθρωπο.
Κάθισε γυμνός κοντά στον τόπο εκείνον, κρατώντας μόνο το Ευαγγέλιο πάνω στο στήθος του. Όταν ένας γνωστός τον είδε, ρώτησε ποιος γύμνωσε τον γέροντα. Ο Σεραπίων του έδειξε το Ευαγγέλιο και απάντησε ότι αυτό τον γύμνωσε.
Λίγο αργότερα συνάντησε έναν άνθρωπο που τον οδηγούσαν στη φυλακή για ένα χρέος που δεν μπορούσε να ξεπληρώσει. Ο Όσιος τον λυπήθηκε βαθιά, όμως δεν είχε τίποτε άλλο για να τον βοηθήσει αποτελεσματικά. Πούλησε τότε το μικρό Ευαγγέλιο που κρατούσε και έδωσε τα χρήματα για να εξοφληθεί το χρέος.
Όταν επέστρεψε στην καλύβα όπου κατέλυε κάποτε, ο μαθητής του ρώτησε πού είναι η σινδόνα του. Ο γέροντας απάντησε πως την έστειλε εκεί όπου θα τη βρει πολλαπλάσια στη Βασιλεία. Ο μαθητής ξαναρώτησε πού βρίσκεται το αγαπημένο μικρό Ευαγγέλιο που τον συντρόφευε πάντοτε.
Εκείνος αποκρίθηκε με γαλήνη ότι το Ευαγγέλιο τού έλεγε κάθε ημέρα να πουλάει τα υπάρχοντα και να τα μοιράζει στους φτωχούς αδελφούς. Άκουσε λοιπόν τη φωνή του και έκανε ακριβώς ό,τι του υπαγόρευε ο ίδιος ο λόγος του Χριστού. Έδωσε τα χρήματα στον άνθρωπο που βρισκόταν σε μεγάλη ανάγκη και κέρδισε έλεος από τον Θεό.
Έπειτα από καιρό κάποιος γνωστός του χάρισε ένα παλιό και φθαρμένο πανί, για να σκεπάζει τη γυμνότητά του στους δρόμους. Έφθασε κάποτε ο ακτήμων αυτός γέροντας στην Ελλάδα και έμεινε τρεις ολόκληρες ημέρες μέσα στην Αθήνα. Πεινούσε φοβερά, αλλά κανείς δεν του πρόσφερε ούτε ένα κομμάτι ψωμί, ούτε είχε χρήματα να αγοράσει.
Ακολουθώντας τα λόγια του Χριστού, δεν κρατούσε ποτέ νομίσματα, σακούλι ή ρούχα, παρά μόνο τη φτωχή σινδόνα. Την τέταρτη ημέρα η πείνα τον εξάντλησε και ανέβηκε σε ένα ψηλό σημείο της πόλης. Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει με δυνατή φωνή πως οι Αθηναίοι πρέπει να τον βοηθήσουν.
Πλησίασαν τότε φιλόσοφοι και άρχοντες της πόλης και τον ρώτησαν από πού έρχεται και τι τον βασανίζει. Εκείνος αποκρίθηκε πως είναι Αιγύπτιος και πως τον κυνηγούν τρεις παλιοί δανειστές. Είπε ότι από τους δύο πρώτους ελευθερώθηκε, καθώς δεν τον ταράζουν πια ούτε η σαρκική επιθυμία ούτε η φιλαργυρία.
Όμως ο τρίτος δανειστής, η ανάγκη της τροφής, δεν τον αφήνει σε ησυχία και τον ταλαιπωρεί διαρκώς. Εξήγησε ότι τέσσερις ημέρες δεν είχε βάλει τίποτε στο στόμα του, και ζητούσε λίγη ευσπλαχνία από τους ακροατές του. Κάποιοι φιλόσοφοι, νομίζοντας πως ο γέροντας τους εξαπατά, του έδωσαν δοκιμαστικά ένα χρυσό νόμισμα και τον παρακολουθούσαν από μακριά.
Εκείνος έτρεξε αμέσως στους αρτοπώλες, άφησε το νόμισμα μπροστά τους και πήρε μόνο ένα ψωμί. Έφυγε χωρίς να ζητήσει ρέστα και δεν ξαναφάνηκε ποτέ μέσα στα όρια εκείνης της πόλης. Οι φιλόσοφοι κατάλαβαν τότε πως είχαν συναντήσει έναν αληθινά ενάρετο άνδρα του Θεού.
Πήγαν στους αρτοπώλες, πλήρωσαν την αξία του ψωμιού και πήραν πίσω το χρυσό νόμισμα. Αργότερα ο μακάριος Σεραπίων έφθασε στη Λακεδαιμονία και έμαθε για έναν τοπικό άρχοντα. Ο άνθρωπος αυτός ζούσε ενάρετα, αλλά είχε παρασυρθεί στην αίρεση των Μανιχαίων.
Ο Όσιος πήγε κοντά του και πούλησε τον εαυτό του ως δούλο, για να τον κερδίσει στον Χριστό. Μέσα σε δύο χρόνια, με τη χάρη του Θεού, τον έπεισε να αποκηρύξει την πλάνη του. Έτσι ο άρχοντας ενώθηκε με την Εκκλησία μαζί με όλο τον οίκο του.
Όλοι τίμησαν τον γέροντα όχι ως δούλο, αλλά ως πατέρα και ευεργέτη της σωτηρίας τους. Όταν θεώρησε πως ολοκληρώθηκε το έργο της σωτηρίας τους, ο Όσιος επέστρεψε τα χρήματα που είχε πάρει και αναχώρησε ήσυχα. Συνέχισε τον συνηθισμένο τρόπο του, περνώντας από πολλές χώρες και πόλεις για χάρη των ψυχών.
Διηγούνται γι’ αυτόν και ένα παρόμοιο γεγονός από τα νεανικά του χρόνια, όταν ήταν ακόμη πολύ νέος. Πούλησε τότε τον εαυτό του σε έναν Έλληνα θεατρίνο, για είκοσι αργύρια. Κράτησε όμως τα χρήματα και έμεινε δούλος στον οίκο του, μέχρι να τον οδηγήσει στον Χριστό.
Ο θεατρίνος έβλεπε πως ο νέος δούλος του νήστευε διαρκώς και έτρωγε λίγο ψωμί μόνο το βράδυ. Έβλεπε επίσης πως όλες τις νύχτες σηκωνόταν και προσευχόταν με δάκρυα ενώπιον του Θεού. Συγκινήθηκε βαθιά μέσα του και πίστεψε στον αληθινό Χριστό με όλη του την καρδιά.
Βαπτίστηκε ο ίδιος, βαπτίστηκε και η γυναίκα του, και όλος ο οίκος του δέχθηκε τη νέα πίστη. Έπειτα ο θεατρίνος είπε στον Σεραπίωνα πως θέλει να τον απελευθερώσει από τη δουλεία, όπως εκείνος τους ελευθέρωσε από τη δουλεία του διαβόλου. Ο Όσιος τους αποκάλυψε τότε το μυστικό του και είπε πως ποτέ δεν υπήρξε πραγματικός δούλος κανενός.
Εξήγησε πως ήταν ελεύθερος Αιγύπτιος, που τους λυπήθηκε όταν τους είδε χαμένους και κοντά στην αιώνια απώλεια. Γι’ αυτό πούλησε τον εαυτό του, ώστε να τους οδηγήσει με τη βοήθεια του Θεού στον δρόμο της σωτηρίας. Τώρα τους ζητούσε να πάρουν πίσω τα αργύρια, για να φύγει και να βοηθήσει και άλλες ψυχές.
Εκείνοι όμως τον παρακαλούσαν με δάκρυα να μείνει, υποσχόμενοι να τον τιμούν σαν πατέρα και κύριό τους. Καθώς δεν μπορούσαν να τον μεταπείσουν, δεν δέχονταν τουλάχιστον ούτε τα αργύρια πίσω. Του ζητούσαν να τα μοιράσει εκείνος στους φτωχούς της περιοχής.
Ο άνθρωπος του Θεού αρνήθηκε λέγοντας πως δεν μπορεί να μοιράζει ξένο ασήμι σε άλλους. Έφυγε λοιπόν και ταξίδεψε σε νέους τόπους, για να σπείρει παντού τον λόγο του Χριστού. Κάποτε βρήκε ένα πλοίο που ξεκινούσε από την Αλεξάνδρεια για τη Ρώμη και ανέβηκε σε αυτό.
Οι ναυτικοί δεν τον ρώτησαν αν έχει πληρώσει το αντίτιμο της μεταφοράς του. Καθένας από τους ναυτικούς νόμιζε πως κάποιος άλλος είχε εισπράξει τα χρήματα από τον φτωχοντυμένο επιβάτη. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από την ακτή, κάθισαν το βράδυ να φάνε όλοι μαζί κάτι.
Είδαν πως ο γέροντας δεν δοκίμασε τίποτε και νόμισαν πως νηστεύει εκείνη την ημέρα. Το ίδιο συνέβη και τη δεύτερη και την τρίτη ημέρα του ταξιδιού. Σκέφτηκαν πως ίσως είχε κρυώσει στη θάλασσα και υπέφερε από τον δριμύ θαλασσινό αέρα.
Όμως και την τέταρτη και την πέμπτη ημέρα ο γέροντας παρέμενε εντελώς νηστικός μέσα στο πλοίο. Τον ρώτησαν τότε γιατί δεν τρώει απολύτως τίποτε όλες αυτές τις ημέρες. Εκείνος απάντησε ταπεινά πως δεν τρώει επειδή δεν έχει τίποτε δικό του για να φάει.
Όταν κατάλαβαν πως δεν είχε πληρώσει ούτε για τη μεταφορά του, άρχισαν να γογγύζουν με θυμό. Τον ρωτούσαν γιατί ανέβηκε στο καράβι, χωρίς χρήματα ούτε για το ναύλο ούτε για την τροφή. Ο γέροντας απάντησε πως δεν έχει τίποτε άλλο εκτός από το παλιό φτωχικό ρούχο που φοράει.
Είπε στους ναυτικούς πως αν δεν θέλουν να τον μεταφέρουν, μπορούν να τον γυρίσουν πίσω στην ακτή της Αλεξάνδρειας. Εκείνοι του απάντησαν πως ούτε για εκατό χρυσά νομίσματα δεν θα γύριζαν πίσω για χάρη του. Άλλωστε φυσούσε ευνοϊκός άνεμος και το ταξίδι προχωρούσε γρήγορα προς τον προορισμό τους.
Τον άφησαν λοιπόν να συνεχίσει το ταξίδι μαζί τους και άρχισαν να τον τρέφουν για την αγάπη του Θεού. Όταν ο Όσιος έφθασε επιτέλους στη Ρώμη, αναζήτησε τους ευσεβείς ανθρώπους της μεγάλης εκείνης πόλης. Έμπαινε στα σπίτια τους και συνομιλούσε ταπεινά μαζί τους για τη ζωή και την πίστη του Χριστού.
Από κάθε άγια συντροφιά αντλούσε καρπούς πνευματικούς και θησαύριζε αρετές μέσα στην ψυχή του. Αυτός ήταν ο λόγος που γύριζε ακούραστα από τόπο σε τόπο όλα τα χρόνια της ζωής του. Συγκέντρωνε πνευματικό πλούτο, για να αγοράσει με αυτόν τα αιώνια αγαθά του ουρανού.
Πήρε τελικά τη μακαρία ανάπαυση από τη χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Σε Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων, αμήν.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 14 Maj
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Θεράπων, ο Επίσκοπος Κιτίου και Ιερομάρτυρας της Κύπρου
Άραβες πειρατές τον κατέσφαξαν πάνω στην Αγία Τράπεζα, την ώρα ακριβώς που λειτουργούσε και πρόσφερε την αναίμακτη θυσία στον Κύριο. Στα Ιεροσόλυμα μια Εβραία μάνα έκλαιγε γοερά πάνω από το νεκρό παιδί της, μέχρι…
Lexo jetënΆγιος Λεόντιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων
Από τα πλούτη της Τιβεριούπολης της Φρυγίας έφτασε στον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων, σε εποχή που οι Λατίνοι κυριαρχούσαν στους Αγίους Τόπους. Αρνήθηκε επισκοπικούς θρόνους στη Ρωσία και στην Κύπρο από ταπεινότητα, αλλά τελικά…
Lexo jetënΌσιος Νικήτας ο Έγκλειστος και Επίσκοπος Νόβγκοροντ
Ένας μοναχός των Σπηλαίων του Κιέβου παρασύρθηκε από τον διάβολο που του εμφανίστηκε ως άγγελος φωτεινός και φωτεινός αγγελιαφόρος. Ο ίδιος μοναχός, ύστερα από βαθιά μετάνοια, έγινε επίσκοπος Νόβγκοροντ και θαυματουργός της ρωσικής Εκκλησίας…
Lexo jetënΗ Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας του Ιαροσλάβλ των Σπηλαίων
Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια η Αλεξάνδρα Ντομπίτσκινα βασανιζόταν από βαριά ψυχική και σωματική αρρώστια μέσα στο σπίτι της στο Ιαροσλάβλ. Μια νύχτα του χίλια οκτακόσια είκοσι τρία είδε σε όραμα έναν παλιό ναό και μέσα…
Lexo jetënΙσίδωρος ο διά Χριστόν σαλός του Ροστώβ
Από τα πλούσια αρχοντικά της Γερμανίας ξεκίνησε ένας νέος που μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς. Έγινε περιπλανώμενος ζητιάνος και κατέληξε στη μακρινή Ρωσία, όπου έζησε σαν τρελός μέσα στο χιόνι. Ο Άγιος…
Lexo jetënΟ Άγιος Ισίδωρος και η μυροβόλος Μυρόπη της Χίου
Στα λιμάνια της Χίου, ένας αξιωματικός του ρωμαϊκού στόλου από την Αλεξάνδρεια προδόθηκε στον ναύαρχό του από έναν εκατόνταρχο. Ο ίδιος του ο πατέρας έφτασε αργότερα στο νησί για να τον πείσει να αρνηθεί…
Lexo jetën