Ο Άγιος Εφραίμ της Νέας Μάκρης
Κρεμασμένος ανάποδα σε μια μουριά που στέκει ζωντανή μέχρι σήμερα, ένας ταπεινός ιερομόναχος δέχτηκε αναμμένο ξύλο στα σπλάχνα του και παρέδωσε την ψυχή του ψιθυρίζοντας στον Χριστό. Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια κανείς δεν γνώριζε το όνομά του, ώσπου ο ίδιος φανερώθηκε στην ηγουμένη Μακαρία και της είπε από τα ίδια του τα χείλη πως ονομάζεται Εφραίμ. Ο Άγιος Εφραίμ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Μόρφης, γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου του χιλίων τριακοσίων ογδόντα τέσσερα, σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία κοντά στον Ληθαίο ποταμό.
Έχασε νωρίς τον πατέρα του και η ευσεβής μητέρα του ανέλαβε ολομόναχη τη φροντίδα επτά παιδιών. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, για να αποφύγει τον εξισλαμισμό και το παιδομάζωμα των γενιτσάρων, κατέφυγε στη σταυροπηγιακή μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στο όρος των Αμώμων κοντά στη Νέα Μάκρη της Αττικής. Εκεί σήκωσε με χαρά τον σταυρό της μοναχικής ζωής και αφιερώθηκε ολόκληρος στον Χριστό.
Για είκοσι επτά σχεδόν χρόνια μιμήθηκε τους μεγάλους Πατέρες της ερήμου, με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή. Η χάρη του Θεού τον καθάρισε από τα πάθη και τον ανέδειξε σκεύος εκλεκτό του Παναγίου Πνεύματος. Με τον καιρό αξιώθηκε το μέγα μυστήριο της ιεροσύνης και υπηρετούσε το άγιο θυσιαστήριο με φόβο Θεού και βαθιά κατάνυξη, σαν άγγελος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στα χίλια τετρακόσια δεκαέξι οι Τούρκοι λεηλάτησαν την Αττική και ανάγκασαν τον δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στον σουλτάνο. Λίγα χρόνια αργότερα οι βάρβαροι έφτασαν και στη μονή του Ευαγγελισμού, την κατέστρεψαν και έσφαξαν όλους τους πατέρες. Ο Άγιος Εφραίμ εκείνη την ώρα προσευχόταν σε μια σπηλιά στην κορυφή του βουνού και δεν αντιλήφθηκε τίποτε.
Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, αντίκρισε με φρίκη τα σώματα των αδελφών του πεσμένα στο χώμα. Με δάκρυα στα μάτια τα έθαψε και θρήνησε γοερά για την απώλεια της συνοδίας του. Έμεινε όμως μόνος του στον τόπο της μετανοίας, χωρίς να εγκαταλείψει τη μονή που είχε ποτιστεί με αίμα μαρτύρων.
Τον επόμενο χρόνο, στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου του χιλίων τετρακοσίων είκοσι πέντε, επέστρεψαν οι ίδιοι βάρβαροι και τον συνέλαβαν. Τον έκλεισαν σε ένα μικρό κελί χωρίς ψωμί και νερό και τον χτυπούσαν κάθε μέρα ανελέητα, για να τον αναγκάσουν να αρνηθεί τον Χριστό και να γίνει μουσουλμάνος. Για πολλούς μήνες ο Άγιος υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια, αλλά η ψυχή του παρέμενε στερεωμένη στον σταυρωμένο Κύριο.
Όταν οι διώκτες του κατάλαβαν ότι δεν θα τον λυγίσουν με τίποτε, αποφάσισαν να τον θανατώσουν με σκληρό τρόπο. Στις πέντε Μαΐου του χιλίων τετρακοσίων είκοσι έξι, ημέρα Τρίτη, τον έσυραν έξω από το κελί του και τον οδήγησαν στον τόπο της θυσίας. Τον κρέμασαν ανάποδα σε μια μουριά, που σώζεται ακόμη μέσα στον περίβολο της μονής, και άρχισαν να τον χτυπούν και να τον χλευάζουν με σκληρά λόγια.
«Πού είναι ο Θεός σου και γιατί δεν έρχεται να σε σώσει; », φώναζαν γύρω του οι Αγαρηνοί ειρωνικά. Ο μάρτυρας δεν λύγισε καθόλου, αλλά ψιθύριζε ταπεινά να γίνει το θέλημα του Κυρίου επάνω του.
Του τράβηξαν τα γένια, του ξέσχισαν τα ρούχα και άφησαν το σώμα του γυμνό και γεμάτο πληγές. Έπειτα ένας από αυτούς πήρε ένα αναμμένο ξύλο και το κάρφωσε με μανία στα σπλάχνα του Αγίου. Οι κραυγές του σχίζανε τον αέρα από τον αβάσταχτο πόνο και το αίμα του πότιζε τη γη.
Οι βασανιστές δεν χόρταιναν, μα επαναλάμβαναν τα ίδια μαρτύρια ξανά και ξανά πάνω στο μισοπεθαμένο κορμί του. Το σώμα του σπαρτάριζε, τα μέλη του τινάζονταν και αίμα έτρεχε από το στόμα του μαζί με σάλιο πικρό. Όταν πια δεν είχε δύναμη να μιλήσει, προσευχόταν σιωπηλά να συγχωρήσει ο Θεός τις αμαρτίες του.
Νομίζοντας ότι είχε ξεψυχήσει, οι Τούρκοι έκοψαν τα σχοινιά και άφησαν το σώμα του να πέσει στο χώμα. Η οργή τους όμως δεν έσβησε, και συνέχισαν να τον κλωτσούν και να τον χτυπούν με αγριότητα. Σε κάποια στιγμή ο μάρτυρας άνοιξε για τελευταία φορά τα μάτια του και είπε ότι παραδίδει το πνεύμα του στον Κύριο.
Γύρω στις εννιά το πρωί η αγία ψυχή του χωρίστηκε από το σώμα και ανέβηκε στον στεφανοδότη Χριστό. Όλα αυτά τα γεγονότα έμειναν θαμμένα στη σιωπή και στη λήθη για σχεδόν πέντε αιώνες. Στον ίδιο τόπο, πάνω στα ερείπια της παλιάς μονής, ξεπρόβαλε αργότερα μια γυναικεία αδελφότητα με ηγουμένη τη μοναχή Μακαρία, που κοιμήθηκε στις είκοσι τρεις Απριλίου του χιλίων εννιακοσίων ενενήντα εννέα.
Η ηγουμένη Μακαρία περιπλανιόταν συχνά μέσα στα γκρεμίσματα και αναλογιζόταν τους μάρτυρες, που το αίμα τους είχε ποτίσει το δέντρο της Ορθοδοξίας. Κατάλαβε ότι ο τόπος ήταν αγιασμένος και παρακαλούσε τον Κύριο να της φανερώσει κάποιον από τους πατέρες που είχαν ζήσει εκεί. Μια εσωτερική φωνή, στην αρχή απαλή και αργότερα πιο καθαρή, της έλεγε να σκάψει σε ένα συγκεκριμένο σημείο του προαυλίου.
Στις τρεις Ιανουαρίου του χιλίων εννιακοσίων πενήντα ανέθεσε σε έναν εργάτη να σκάψει εκεί, εκείνος όμως αρνιόταν και ήθελε άλλο μέρος. Όπου κι αν δοκίμαζε, χτυπούσε σε πέτρα και δεν προχωρούσε καθόλου το σκάψιμο. Στο τέλος υποχώρησε και ξεκίνησε να σκάβει εκεί που του έδειχνε η ηγουμένη, μέσα στα ερείπια ενός παλιού κελιού.
Σε βάθος περίπου δύο μέτρων εμφανίστηκε το κεφάλι ενός ανθρώπου και αμέσως ξεχύθηκε στον αέρα μια ανέκφραστη ευωδιά. Ο εργάτης χλόμιασε και δεν μπορούσε καν να μιλήσει από τη συγκίνηση. Η ηγουμένη γονάτισε με δάκρυα και ασπάστηκε ευλαβικά το ιερό σκήνωμα.
Καθώς απομάκρυνε προσεκτικά το χώμα, φάνηκαν τα μανίκια του ράσου του, υφασμένα σε αργαλειό άλλης εποχής. Όταν έπεσε το βράδυ, η ηγουμένη Μακαρία διάβαζε τον εσπερινό μέσα στον τόπο της εύρεσης. Ξαφνικά άκουσε σταθερά και δυνατά βήματα να ξεκινούν από τον τάφο και να προχωρούν προς την πόρτα του ναού.
Φοβήθηκε να γυρίσει το κεφάλι της, μέχρι που μια φωνή τη ρώτησε ως πότε σκόπευε να τον αφήσει εκεί παρατημένο. Σήκωσε τότε τα μάτια της και αντίκρισε έναν ψηλό μοναχό με μικρά στρογγυλά μάτια και μαύρα γένια που έφταναν ως το στήθος. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα λαμπρό φως και με το δεξί έδινε την ευλογία του.
Η ψυχή της γέμισε χαρά και ο φόβος έφυγε αμέσως μακριά της. Του υποσχέθηκε ότι μόλις ξημερώσει θα φροντίσει με κάθε σεβασμό το ιερό του σκήνωμα. Το πρωί, μετά τον όρθρο, καθάρισε τα οστά και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα του ιερού βήματος, ανάβοντας μπροστά τους ένα κερί.
Την ίδια νύχτα ο μάρτυρας φανερώθηκε στο όνειρό της, την ευχαρίστησε με συγκίνηση και της αποκάλυψε από τα ίδια του τα χείλη το όνομά του. Της διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία της ζωής και του φρικτού μαρτυρίου του. Από εκείνη την ώρα ο Άγιος Εφραίμ άρχισε να επιτελεί αναρίθμητα θαύματα σε όσους τον επικαλούνται με πίστη και αγάπη.
Όσοι ασπάζονται τα χαριτόβρυτα λείψανά του βρίσκουν θεραπεία από κάθε λογής αρρώστια και ψυχικό πόνο. Ο μάρτυρας τρέχει γρήγορα κοντά σε όσους τον φωνάζουν στις δυσκολίες τους και απαντά με στοργή πατρική στις δεήσεις τους. Η μνήμη του τιμάται δύο φορές μέσα στο έτος από την Εκκλησία μας.
Στις τρεις Ιανουαρίου εορτάζεται η εύρεση των τιμίων λειψάνων του, και στις πέντε Μαΐου το μαρτυρικό του τέλος πάνω στη μουριά. Στα Τρίκαλα της γενέτειράς του ο Άγιος πανηγυρίζεται στον ιερό ναό του Αγίου Στεφάνου, απέναντι από τον οποίο, κατά την παράδοση, βρισκόταν το πατρικό του σπίτι. Το δύο χιλιάδες έντεκα το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης κατέταξε επίσημα τον Όσιο Εφραίμ στο ορθόδοξο εορτολόγιο.
Στον περίβολο της μονής της Νέας Μάκρης σώζεται ακόμη ζωντανή η μουριά του μαρτυρίου, προστατευμένη από ένα ειδικό κτίσμα γύρω της. Χιλιάδες προσκυνητές καταφθάνουν καθημερινά για να ασπαστούν το λείψανο και να λάβουν την ευλογία και τη χάρη του μεγάλου αυτού νεομάρτυρα της Ορθοδοξίας.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 05 Maj
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Αδριανός του Μονζένσκ και το όνειρο της ερημικής εκκλησίας
Ένα παιδί από την Κοστρομά είδε στον ύπνο του μια ερημική εκκλησία ανάμεσα σε δύο ποταμούς και άκουσε φωνή να του δείχνει τον τόπο της ζωής του. Ο νεαρός Αμώς, βαριά άρρωστος εκείνες τις…
Lexo jetënΗ Αστείρευτη Κούπα της Παναγίας στο Σερπούχοφ
Ένας παράλυτος και μέθυσος βετεράνος σύρθηκε με τα τέσσερα από την επαρχία της Τούλα μέχρι το Σερπούχοφ, υπακούοντας σε τρία επίμονα οράματα. Εκεί, μπροστά σε μια άγνωστη εικόνα της Παναγίας με την επιγραφή «Αστείρευτη…
Lexo jetënΗ Πηνελόπη που έγινε Ειρήνη
Ένα περιστέρι, ένας αετός και ένας κόρακας μπήκαν ένα πρωί στον πύργο της μικρής Πηνελόπης κι άφησαν πάνω στο τραπέζι κλαδί ελιάς, στεφάνι λουλουδιών κι ένα φίδι. Λίγο αργότερα, η ίδια κοπέλα έσπαζε με…
Lexo jetën