EmailFacebookΕπικοινωνία

Νικήτας ο Ομολογητής της Μονής Μηδικίου

Οκτώ μόλις ημέρες μετά τη γέννησή του έχασε τη μητέρα του και ο πατέρας του τον αφιέρωσε στον Θεό σαν νέος Σαμουήλ. Ο ίδιος έζησε έξι ολόκληρα χρόνια κλεισμένος σε σκοτεινό μπουντρούμι, για να μην προδώσει την τιμή των ιερών εικόνων. Καταγόταν από την Καισάρεια της Βιθυνίας, κοντά στην Προύσα, και έζησε τον όγδοο και ένατο αιώνα.

Ο πατέρας του, ο Φιλάρετος, μετά τον θάνατο της συζύγου του εκάρη μοναχός και ανέθεσε την ανατροφή του παιδιού στην ευσεβή γιαγιά του. Από μικρός ο Νικήτας έδειξε ζήλο για τα ιερά γράμματα και σύχναζε στον ναό με σπάνια προσήλωση. Ο επίσκοπος της πόλης τον πήρε κοντά του για να τον μυήσει στις Γραφές και στα δώδεκα χρόνια του τον χειροτόνησε αναγνώστη.

Όταν διάβασε τα λόγια του Κυρίου που καλούν τους μαθητές να εγκαταλείψουν τον κόσμο, η καρδιά του φλογίστηκε από θείο πόθο. Αποφάσισε λοιπόν να ακολουθήσει το παράδειγμα του πατέρα του και να σηκώσει τον σταυρό του πίσω από τον Χριστό. Πρώτος του σταθμός υπήρξε ένας άγιος ασκητής, ο Στέφανος, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην πόλη.

Κοντά στον γέροντα Στέφανο ο νεαρός Νικήτας έζησε καιρό με αυστηρή άσκηση, μαθαίνοντας τα πρώτα μυστικά της ερήμου. Ο ερημίτης όμως τον συμβούλεψε να αναζητήσει κοινοβιακή ζωή, για να δοκιμαστεί μέσα από την υπομονή και την υπακοή. Έτσι ο νέος έφτασε στη φημισμένη μονή του Μηδικίου, στον Όλυμπο της Βιθυνίας, που είχε ιδρύσει ο όσιος Νικηφόρος.

Η υποδειγματική του υπακοή, η απέραντη αγάπη προς τον πνευματικό του πατέρα και η ταπεινή του διαγωγή τον έκαναν αγαπητό σε όλους τους αδελφούς. Μετά από πέντε χρόνια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο και επέστρεψε στο μοναστήρι του. Ο γέροντας Νικηφόρος, χωρίς να παραιτηθεί από τη θέση του ηγουμένου, του εμπιστεύθηκε τη διοίκηση μαζί με τον μοναχό Αθανάσιο από τη μονή των Συμβόλων.

Η συνεργασία των αγίων αυτών ανδρών έκανε το Μηδίκιο πρότυπο για όλα τα μοναστήρια της εποχής και αληθινό ουρανό πάνω στη γη. Ο Νικήτας υπήρξε για τους αδελφούς ζωντανή εικόνα όλων των αρετών, τους καθοδηγούσε με αυστηρότητα και συνάμα με γλυκύτατη ταπείνωση. Η χάρη του Θεού τού χάρισε προορατικό χάρισμα και δύναμη να θεραπεύει πολλούς ασθενείς.

Όταν εκοιμήθησαν ο Αθανάσιος και έπειτα ο πνευματικός του πατέρας Νικηφόρος, ο Νικήτας πιέστηκε από τους μοναχούς και τον πατριάρχη Νικηφόρο να αναλάβει επίσημα την ηγουμενία. Με βαθιά συντριβή δέχθηκε το αξίωμα και συνέχισε να ποιμαίνει το πλήρωμα της μονής με αγάπη και διάκριση. Εκείνη την περίοδο ο αυτοκράτορας Λέων ο Πέμπτος, ο Αρμένιος, ξανάνοιξε τον διωγμό κατά των ιερών εικόνων και κάλεσε τους πιο γνωστούς ηγουμένους στην Κωνσταντινούπολη.

Ήλπιζε ότι θα τους έπειθε να συνταχθούν μαζί του, για να παρασύρει και τον λαό που έμενε πιστός στην Ορθοδοξία. Στη συνάντηση ο τύραννος επικαλέστηκε ένα χωρίο της Γραφής για να δικαιολογήσει την απόρριψη των ιερών εικόνων. Ο Νικήτας όμως απάντησε με γενναιότητα ότι όσοι ενεργούν έτσι αρνούνται την πραγματικότητα της Σαρκώσεως του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Φοβισμένος ο αυτοκράτορας από το κύρος του ηγουμένου του Μηδικίου αποφάσισε να καταφύγει στη βία. Έδωσε εντολή να τον φυλακίσουν σε ένα κελί που ανέδιδε αφόρητη δυσοσμία. Εκεί τον άφησε στα χέρια των απεσταλμένων του, που πήγαιναν τακτικά να τον προσβάλλουν και να τον ανακρίνουν με κακία.

Η παρουσία των ομολογητών στην πρωτεύουσα ανησυχούσε σοβαρά τον αυτοκράτορα και απειλούσε τα σχέδιά του. Έτσι έστειλε τον άγιο μαζί με τους συντρόφους του πεζή στο φρούριο της Μασαλέας, στη Μικρά Ασία. Μόλις όμως έφτασαν εκεί, διέταξε να τους επιστρέψουν αμέσως πίσω στην Κωνσταντινούπολη.

Στη συνέχεια ο Λέων προσπάθησε να τους εξαπατήσει με δόλιο τρόπο. Τους υποσχέθηκε ελευθερία αν κοινωνούσαν έστω μία φορά με τον Θεόδοτο, τον διάδοχο του εξόριστου πατριάρχη Νικηφόρου. Ο Θεόδοτος υποστήριζε ότι είχε εικόνες στο σπίτι του και τις τιμούσε χωρίς όμως να τις προσκυνά.

Εξαντλημένοι από τη μακρά φυλάκιση και παρασυρμένοι από τα υποκριτικά λόγια του αυτοκράτορα, οι ομολογητές δέχθηκαν να κοινωνήσουν με τον σφετεριστή. Έπεισαν μάλιστα και τον Νικήτα να κάνει το ίδιο, την περίοδο του Πάσχα του ογδόντα δεκάτου πέμπτου έτους. Σύντομα όμως ο άγιος ένιωσε φοβερή τύψη συνείδησης και αναχώρησε στην Προκόννησο, στη θάλασσα του Μαρμαρά, για να μετανοήσει.

Σκεπτόμενος όμως το ολέθριο παράδειγμα που είχε δώσει στον λαό, γύρισε πάλι πίσω στην πρωτεύουσα, για να επανορθώσει δημόσια το σφάλμα του. Ο άγιος βγήκε σε ένα κεντρικό σημείο της πόλης και έκανε δημόσια αποκήρυξη της κοινωνίας με τους αιρετικούς. Χτυπούσε το στήθος του και κατηγορούσε τον εαυτό του για το αμάρτημα που είχε διαπράξει.

Αμέσως τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στο νησί της Αγίας Γλυκερίας, κοντά στο ακρωτήριο της Ακρίτας. Εκεί παραδόθηκε για έξι ολόκληρους μήνες στα βασανιστήρια ενός αγρίου άρχοντα, του Ανθίμου, που τον είχαν παρονομάσει Καϊάφα. Τον έκλεισαν σε σκοτεινό μπουντρούμι και τον τάιζαν μόνο ψωμί βουτηγμένο σε στάσιμο νερό.

Παρά την αδυναμία του σώματος, ο όσιος υπέφερε τα μαρτύρια με μεγάλη υπομονή, αποφασισμένος να πεθάνει για να εξιλεωθεί και να διαφυλάξει την ορθόδοξη πίστη. Ενώ το σώμα του τσακιζόταν, η ψυχή του ανέβαινε ελεύθερη στα ύψη της θείας θεωρίας. Ο Θεός μάλιστα του χάρισε και θαυματουργική δύναμη.

Με τη θερμή προσευχή του ελευθερώθηκε ο φίλος του Ζαχαρίας από τα χέρια των βαρβάρων που τον είχαν αιχμαλωτίσει. Επίσης τρεις ναυαγοί που τους θυμήθηκε στην προσευχή του βγήκαν σώοι στη στεριά μέσα από φοβερή τρικυμία. Μετά τον θάνατο του Λέοντος του Πέμπτου, στο όγδοο διακοσιοστό εικοστό έτος, ο Νικήτας ελευθερώθηκε από τη φυλακή του.

Δεν επέστρεψε όμως στο μοναστήρι του Μηδικίου, γιατί έκρινε τον εαυτό του ανάξιο να αναλάβει πάλι την καθοδήγηση των αδελφών μετά την πτώση του. Αποφάσισε να προσφέρει την υπόλοιπη ζωή του ως θυσία, με το μαρτύριο της συνείδησης, αφού πια το μαρτύριο του αίματος δεν ήταν δυνατό. Περιπλανήθηκε λοιπόν από νησί σε νησί γύρω από την Κωνσταντινούπολη, ζώντας μόνος του με τον Θεό.

Πρόσφερε παρηγοριά στους ασθενείς και τους θλιμμένους με τη μεσιτεία της προσευχής του. Στο τέλος εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό μετόχι στον Κεράτιο κόλπο, απέναντι από την πρωτεύουσα. Εκεί έζησε μια ζωή περισσότερο αγγελική παρά ανθρώπινη.

Ύστερα από λίγους μήνες, εξαντλημένος από τα δεινά της φυλακής και τη σκληρή του άσκηση, αρρώστησε βαρειά. Παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό την τρίτη Απριλίου του οκτακοσίου εικοστού τετάρτου έτους. Πολλοί μοναχοί και ομολογητές της Ορθοδοξίας τίμησαν την κηδεία του και τον συνόδευσαν με λιτανείες μέχρι το μοναστήρι του Μηδικίου, όπου τον απέθεσαν δίπλα στον όσιο Νικηφόρο.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 03 Prill

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η παρθενομάρτυς Θεοδοσία της Τύρου

Ένα κορίτσι μόλις δεκαεπτά χρονών στάθηκε μπροστά στους δεσμώτες μάρτυρες της Καισαρείας και τους ζήτησε να τη θυμηθούν στη Βασιλεία του Θεού. Λίγες ώρες αργότερα, σιδερένια νύχια ξέσχιζαν τα πλευρά της, ενώ εκείνη σιωπούσε…

Lexo jetën

Ιωσήφ ο Υμνογράφος, η φωνή που στόλισε την Εκκλησία

Αιχμάλωτος Αράβων πειρατών σε ταξίδι προς τη Ρώμη, ο νεαρός μοναχός βρέθηκε στην Κρήτη και ελευθερώθηκε με θαύμα του Αγίου Νικολάου. Λίγο αργότερα, μέσα σε οπτασία, ένας Απόστολος του ακούμπησε το ιερό Ευαγγέλιο στο…

Lexo jetën
2