Όσιος Ευθύμιος της Σουζδαλίας
Σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, ο Ευθύμιος έλαβε την εντολή να ταξιδέψει στη μακρινή Σουζδαλία, για να ιδρύσει εκεί ένα ολόκληρο μοναστήρι από το μηδέν. Με τα ίδια του τα χέρια λάξευσε τρεις πέτρες και έφτιαξε τον τάφο του, δίνοντας υπόσχεση πως δεν θα έφευγε ποτέ από τον τόπο εκείνον. Γεννήθηκε στο Νίζνι Νόβγκοροντ της Ρωσίας τα δύσκολα χρόνια του ταταρικού ζυγού και των εμφυλίων πολέμων ανάμεσα στους Ρώσους πρίγκιπες.
Από μικρός έδειξε αγάπη για τα ιερά γράμματα και απέφευγε τα παιχνίδια των συνομηλίκων του. Ο εφημέριος του χωριού τον δίδαξε ανάγνωση και γραφή, ώστε να μπορεί να μελετά τις θείες Γραφές και τους Πατέρες. Σύχναζε στους ναούς και στεκόταν σε σκοτεινή γωνιά, για να ακούει με προσοχή την ψαλμωδία χωρίς κανείς να τον αποσπά.
Μία ημέρα άκουσε στο Ευαγγέλιο τα λόγια του Κυρίου για όποιον θέλει να τον ακολουθήσει με σταυρό στους ώμους. Από εκείνη τη στιγμή πήρε την απόφαση να αποταχθεί τα εγκόσμια και να αφιερωθεί στον Χριστό. Έφυγε λοιπόν από το πατρικό σπίτι και πήγε στη μονή των Σπηλαίων της Αναλήψεως κοντά στο Νίζνι Νόβγκοροντ.
Εκεί τον δέχτηκε ο ηγούμενος Διονύσιος, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας, και του έδωσε το μοναχικό σχήμα. Ο νέος μοναχός παραδόθηκε αμέσως σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες, ψάλλοντας ασταμάτητα τους ψαλμούς του Δαβίδ. Την ημέρα δούλευε σκληρά στα διακονήματα της μονής και τη νύχτα κατέβαινε στο σπήλαιο για ολονύκτια προσευχή με δάκρυα.
Στην τροφή του ήταν εξαιρετικά εγκρατής, καθώς έτρωγε μόνο όσο χρειαζόταν για να μην λιποθυμήσει από την πείνα. Έπινε νερό μόνο όταν η δίψα γινόταν αφόρητη, και ούτε τότε με αφθονία. Ο γέροντάς του τον τοποθέτησε αρχικά να κουβαλά νερό και να κόβει ξύλα, και αργότερα τον έβαλε στο φούρνο του μοναστηριού.
Όταν κοίταζε τις φλόγες, έλεγε μέσα του πως πρέπει να αντέξει αυτή τη φωτιά, για να αποφύγει την αιώνια. Όλη η αδελφότητα τον έβλεπε σαν επίγειο άγγελο και θαύμαζε τη μεγάλη του υπομονή και την ακρίβειά του. Εκείνη την εποχή ο πρίγκιπας Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς αποφάσισε να ιδρύσει ανδρικό μοναστήρι στην πόλη της Σουζδαλίας.
Ζήτησε από τον Διονύσιο να του στείλει έναν δόκιμο μοναχό για την οργάνωση και την επίβλεψη του έργου. Η επιλογή του ηγουμένου έπεσε στον Ευθύμιο, που έλαβε ευχή και ευλογία για το ταξίδι. Στην πορεία του, κοντά στην πόλη Γκοροχοβέτς, ο Όσιος έκτισε ναό προς τιμήν του Μεγάλου Βασιλείου και ίδρυσε εκεί ένα μικρό κοινόβιο ησυχαστήριο.
Έφτασε κατόπιν στη Σουζδαλία, όπου ο πρίγκιπας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά και τον οδήγησε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Όλοι μαζί αναζήτησαν κατάλληλο τόπο και βρήκαν ένα ωραίο σημείο στο λόφο πάνω από τον ποταμό Καμένκα. Ο Επίσκοπος ευλόγησε τον τόπο μπροστά σε πλήθος λαού και έστησε σταυρό εκεί όπου θα υψωνόταν η Αγία Τράπεζα.
Ο ίδιος ο πρίγκιπας πήρε φτυάρι και άρχισε πρώτος να σκάβει τα θεμέλια του ναού. Το παράδειγμά του ακολούθησαν οι άρχοντες, οι βογιάροι και όλο το πλήθος των ευγενών της αυλής. Ο ναός αφιερώθηκε στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και ολοκληρώθηκε το έτος χίλια τριακόσια πενήντα δύο μετά Χριστόν.
Τότε ο Επίσκοπος Ιωάννης χειροτόνησε τον Ευθύμιο αρχιμανδρίτη και του εμπιστεύτηκε την πνευματική καθοδήγηση του χριστιανικού ποιμνίου. Ο πρίγκιπας πρόσφερε άφθονο χρυσάφι και ασήμι για την επίχρυση των τρούλων και τη συνέχιση των οικοδομών. Ο Όσιος ζήτησε ευλογία από τον Επίσκοπο και πήρε ο ίδιος τσεκούρι στα χέρια του για ένα ιδιαίτερο έργο.
Δίπλα στην ωραία πύλη του ιερού πελέκησε με τα χέρια του τρεις πέτρες και ετοίμασε εκεί τον τάφο του. Έδωσε υπόσχεση να παραμείνει σε εκείνη τη μονή μέχρι την τελευταία του πνοή. Στη συνέχεια έκτισε δεύτερο ναό στο όνομα του Οσίου Ιωάννη της Κλίμακος με μεγάλη πέτρινη τράπεζα για τους χειμωνιάτικους μήνες.
Όταν η αδελφότητα έφτασε τους τριακόσιους μοναχούς, ο Όσιος ανήγειρε και τρίτο ναό προς τιμήν του Αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Δίπλα του πρόσθεσε ξύλινη τράπεζα και νοσοκομειακό τμήμα, ώστε να εξυπηρετούνται όλες οι ανάγκες των μοναχών. Με τον τρόπο αυτό ο Όσιος Ευθύμιος οργάνωσε ένα κοινόβιο που λειτουργούσε με ακρίβεια και αυστηρή τάξη.
Καθιέρωσε κανόνα να ζουν όλοι σε υπακοή, σε ειλικρινή αγάπη μεταξύ τους, σε σωφροσύνη και πλήρη ακτημοσύνη. Όλα ήταν κοινά, και όποιος κρατούσε κάτι δικό του δεχόταν επιτίμιο από τον πνευματικό πατέρα. Στον ναό και στην τράπεζα επέβαλε απόλυτη σιωπή, και μετά το φαγητό κάθε μοναχός επέστρεφε αμίλητος στο κελί του.
Δεν επέτρεπε επισκέψεις σε άλλα κελιά, παρά μόνο σε περιπτώσεις πραγματικής ανάγκης. Ζητούσε από όλους να μην έχουν δικό τους θέλημα, αλλά να εκτελούν με προθυμία κάθε διακόνημα. Η αδελφότητα τον υπάκουε σαν επίγειο άγγελο και έβλεπε σε αυτόν τον αληθινό πατέρα.
Για πνευματική συνομιλία ταξίδευε συχνά στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος, στον σύγχρονό του Όσιο Σέργιο του Ραντόνεζ. Οι δύο ασκητές αντάλλασσαν λόγο πνευματικό και έπαιρναν ο ένας από τον άλλον ευλογία. Ύστερα ο Ευθύμιος επέστρεφε στη μονή του γεμάτος δύναμη και χάρη από τη συνάντηση αυτή.
Όσο αυστηρός ήταν με τον εαυτό του, τόσο σπλαχνικός φαινόταν προς τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν. Η μονή του βρισκόταν σε σταυροδρόμι, και η πόρτα της παρέμενε ανοιχτή για κάθε ξένο, φτωχό ή πεινασμένο που χτυπούσε. Ντυνόταν συνεχώς ένα τραχύ ένδυμα από προβιά, που τον πάγωνε τον χειμώνα και τον έλιωνε στη ζέστη του καλοκαιριού.
Πλήρωνε τα χρέη όσων δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στους δανειστές τους και χάριζε εκείνα που οφείλονταν στη μονή. Έλεγχε τους άδικους δικαστές και προστάτευε τους αδικημένους με μόνο τον λόγο του και την παρρησία του. Με την προσευχή του θεράπευε ασθενείς και έδιωχνε δαιμόνια από τους πάσχοντες.
Σε βαθιά γεράματα ένιωσε τις σωματικές δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και κάλεσε κοντά του την αδελφότητα. Οι μοναχοί έκλαιγαν για τον επερχόμενο χωρισμό, και ο Όσιος τους παρηγόρησε με λόγια γεμάτα ελπίδα και αγάπη. Τους υποσχέθηκε ότι η μονή δεν θα ερημώσει, αλλά θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, εάν παραμείνουν ενωμένοι μεταξύ τους με αγνή αγάπη.
Όταν έφτασε η ώρα του χωρισμού, ο Όσιος ευλόγησε έναν προς έναν τους μαθητές του και αντάλλαξε με όλους πατρικό ασπασμό. Ζήτησε συγχώρεση από τον καθένα και έδωσε τη δική του συγχώρεση σε όλους με πραότητα. Μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Κυρίου την πρώτη Απριλίου.
Είχε ποιμάνει τη μονή για πενήντα δύο συνεχόμενα χρόνια με ακρίβεια, αυταπάρνηση και αγάπη πατρική. Έφυγε σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών, το χίλια τετρακόσια τέταρτο έτος μετά Χριστόν, αφήνοντας πλήρη την αδελφότητα και τα έργα του. Οι μοναχοί ενταφίασαν το τίμιο λείψανό του στον πέτρινο τάφο που ο ίδιος είχε λαξεύσει με τα χέρια του πολλά χρόνια πριν.
Από εκείνη την ημέρα και έπειτα πλήθος θαυμάτων συνέβη κοντά στον τάφο του και πολλοί έλαβαν θεραπεία και βοήθεια. Στις τέσσερις Ιουλίου του χίλια πεντακόσια έβδομου έτους, στις εργασίες για νέο καθεδρικό ναό, βρέθηκαν τα ιερά λείψανά του εντελώς άφθαρτα. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε επίσημα άγιο σε Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το χίλια πεντακόσια σαράντα ένατο έτος μετά Χριστόν
TITLE: %$ Όσιος Ευθύμιος της Σουζδαλίας $% "Σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, ο Ευθύμιος έλαβε την εντολή να ταξιδέψει στη μακρινή Σουζδαλία, για να ιδρύσει εκεί ένα ολόκληρο μοναστήρι από το μηδέν "Με τα ίδια του τα χέρια λάξευσε τρεις πέτρες και έφτιαξε τον τάφο του, δίνοντας υπόσχεση πως δεν θα έφευγε ποτέ από τον τόπο εκείνον
" — 26 words ✓ (but has "δίνοντας" – participle! %$ Όσιος Ευθύμιος της Σουζδαλίας $% Σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, ο Ευθύμιος έλαβε την εντολή να ταξιδέψει στη μακρινή Σουζδαλία και να ιδρύσει εκεί ολόκληρο μοναστήρι από το μηδέν.
Με τα ίδια του τα χέρια λάξευσε τρεις πέτρες, έφτιαξε τον τάφο του και υποσχέθηκε ότι δεν θα έφευγε ποτέ από τον τόπο εκείνον. Από μικρός έδειξε αγάπη για τα ιερά γράμματα και απέφευγε με προσοχή τα παιχνίδια των συνομηλίκων του. Ο εφημέριος του χωριού τον δίδαξε ανάγνωση και γραφή, ώστε να μπορεί να μελετά τις θείες Γραφές και τα έργα των Πατέρων.
Σύχναζε στους ναούς και στεκόταν σε σκοτεινή γωνιά, για να ακούει με προσοχή την ψαλμωδία χωρίς να τον αποσπά κανείς. Μία ημέρα άκουσε στο Ευαγγέλιο τα λόγια του Κυρίου για όποιον θέλει να τον ακολουθήσει με σταυρό στους ώμους του. Από εκείνη τη στιγμή πήρε την απόφαση να αρνηθεί τα εγκόσμια και να αφιερώσει όλη του τη ζωή στον Χριστό.
Έφυγε λοιπόν από το πατρικό του σπίτι και πήγε στη μονή των Σπηλαίων της Αναλήψεως κοντά στο Νίζνι Νόβγκοροντ. Εκεί τον δέχτηκε ο ηγούμενος Διονύσιος, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας, και του έδωσε αμέσως το μοναχικό σχήμα. Ο νέος μοναχός παραδόθηκε σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες και έψαλλε ασταμάτητα τους ψαλμούς του Δαβίδ νύχτα και ημέρα.
Στην τροφή του ήταν εξαιρετικά εγκρατής, καθώς έτρωγε μόνο όσο χρειαζόταν, για να μην λιποθυμήσει από την πείνα. Έπινε νερό μόνο όταν η δίψα γινόταν αφόρητη, και ούτε τότε δεν το έπινε με αφθονία. Ο γέροντάς του τον τοποθέτησε αρχικά να κουβαλά νερό και να κόβει ξύλα και αργότερα τον έβαλε στον φούρνο της μονής.
Όταν κοίταζε τις φλόγες, έλεγε μέσα του ότι πρέπει να αντέξει αυτή τη φωτιά, για να αποφύγει την αιώνια. Όλη η αδελφότητα τον έβλεπε σαν επίγειο άγγελο και θαύμαζε τη μεγάλη του υπομονή και την ακρίβεια του βίου του. Εκείνη την εποχή ο πρίγκιπας Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς αποφάσισε να ιδρύσει ένα ανδρικό μοναστήρι στην πόλη της Σουζδαλίας.
Ζήτησε λοιπόν από τον Διονύσιο να του στείλει έναν δόκιμο μοναχό για την οργάνωση και την επίβλεψη του έργου. Η επιλογή του ηγουμένου έπεσε στον Ευθύμιο, ο οποίος έλαβε ευχή και ευλογία για το μακρινό ταξίδι. Στην πορεία του, κοντά στην πόλη Γκοροχοβέτς, ο Όσιος έκτισε ναό προς τιμήν του Μεγάλου Βασιλείου της Καισαρείας.
Ίδρυσε εκεί ένα μικρό κοινόβιο ησυχαστήριο και κατόπιν συνέχισε το ταξίδι του προς τη Σουζδαλία της Ρωσίας. Ο πρίγκιπας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά και τον οδήγησε στον Επίσκοπο Ιωάννη της πόλεως. Όλοι μαζί αναζήτησαν κατάλληλο τόπο και βρήκαν ένα ωραίο σημείο στον λόφο πάνω από τον ποταμό Καμένκα.
Ο Επίσκοπος ευλόγησε τον τόπο μπροστά σε πλήθος λαού και έστησε σταυρό όπου θα υψωνόταν η Αγία Τράπεζα. Ο ίδιος ο πρίγκιπας πήρε φτυάρι στα χέρια του και άρχισε πρώτος να σκάβει τα θεμέλια του ναού. Ο πρίγκιπας πρόσφερε άφθονο χρυσάφι και ασήμι για την επίχρυση των τρούλων και τη συνέχιση των οικοδομικών έργων.
Έδωσε υπόσχεση ότι θα παρέμενε σε εκείνη τη μονή μέχρι την τελευταία πνοή του βίου του. Στη συνέχεια έκτισε δεύτερο ναό στο όνομα του Οσίου Ιωάννη της Κλίμακος με μεγάλη πέτρινη τράπεζα για τους χειμώνες. Δίπλα του πρόσθεσε ξύλινη τράπεζα και νοσοκομειακό τμήμα, ώστε να εξυπηρετούνται όλες οι ανάγκες των αδελφών της μονής.
Με αυτόν τον τρόπο ο Όσιος Ευθύμιος οργάνωσε ένα κοινόβιο που λειτουργούσε με ακρίβεια και αυστηρή πνευματική τάξη. Καθιέρωσε κανόνα να ζουν όλοι σε υπακοή, σε ειλικρινή αγάπη μεταξύ τους, σε σωφροσύνη και σε πλήρη ακτημοσύνη. Όλα ήταν κοινά, και όποιος κρατούσε κάτι δικό του δεχόταν επιτίμιο από τον πνευματικό του πατέρα.
Δεν επέτρεπε επισκέψεις σε άλλα κελιά, παρά μόνο σε περιπτώσεις πραγματικής και αληθινής ανάγκης. Ζητούσε από όλους να μην έχουν δικό τους θέλημα, αλλά να εκτελούν με προθυμία κάθε διακόνημα της μονής. Η αδελφότητα τον υπάκουε σαν επίγειο άγγελο και έβλεπε σε αυτόν τον αληθινό πνευματικό της πατέρα.
Οι δύο ασκητές αντάλλασσαν λόγο πνευματικό και έπαιρναν ο ένας από τον άλλον ευλογία και πνευματική παρηγοριά. Όσο αυστηρός ήταν με τον εαυτό του, τόσο σπλαχνικός φαινόταν προς όλους τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν. Η μονή του βρισκόταν σε σταυροδρόμι, και η πόρτα της παρέμενε ανοιχτή για κάθε ξένο, φτωχό ή πεινασμένο.
Έλεγχε τους άδικους δικαστές και προστάτευε τους αδικημένους με μόνο τον λόγο του και με την παρρησία του. Με την προσευχή του θεράπευε ασθενείς και έδιωχνε δαιμόνια από τους πάσχοντες που κατέφευγαν στη μονή του. Σε βαθιά γεράματα ένιωσε τις σωματικές του δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν και κάλεσε κοντά του την αδελφότητα.
Τους υποσχέθηκε ότι η μονή δεν θα ερημώσει, αλλά θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, εάν παραμείνουν όλοι ενωμένοι. Όταν έφτασε η ώρα του χωρισμού, ο Όσιος ευλόγησε έναν προς έναν τους μαθητές του με μεγάλη πατρική στοργή. Αντάλλαξε με όλους πατρικό ασπασμό, ζήτησε συγχώρεση από τον καθένα και έδωσε τη δική του συγχώρεση σε όλους.
Είχε ποιμάνει τη μονή για πενήντα δύο συνεχόμενα χρόνια με ακρίβεια, με αυταπάρνηση και με αγάπη πατρική. Έφυγε σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών, το έτος χίλια τετρακόσια μετά Χριστόν, και άφησε πλήρη την αδελφότητα. Οι μοναχοί ενταφίασαν το τίμιο λείψανό του στον πέτρινο τάφο που ο ίδιος είχε λαξεύσει με τα χέρια του.
Από εκείνη την ημέρα και έπειτα πλήθος θαυμάτων συνέβη κοντά στον τάφο του, και πολλοί έλαβαν θεραπεία και βοήθεια. Στις τέσσερις Ιουλίου του έτους χίλια πεντακόσια επτά, στις εργασίες για νέο καθεδρικό ναό, βρέθηκαν τα ιερά λείψανά του εντελώς άφθαρτα. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε επίσημα άγιο σε Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το έτος χίλια πεντακόσια σαράντα εννέα μετά Χριστόν.
Η μνήμη του τιμάται με κατάνυξη σε όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι σήμερα. **Filename:** `04_01_Όσιος_Ευθύμιος_Σουζδαλίας. **04_01_Όσιος_Ευθύμιος_Σουζδαλίας.
Έφυγε σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών, το έτος χίλια τετρακόσια μετά Χριστόν, και άφησε πλήρη την αδελφότητα του.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 01 Prill
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Βαρσανούφιος της Όπτινα
Συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού άφησε τη λαμπρή στρατιωτική του σταδιοδρομία, αρνούμενος μάλιστα την προαγωγή του σε στρατηγό, για να γίνει μοναχός στην Όπτινα. Σε μια βαριά πνευμονία είδε τους ουρανούς να ανοίγουν και άκουσε…
Lexo jetënΌσιος Ιωάννης ο Σαβτέλι και ο διά Χριστόν σαλός Ευλόγιος
Ένας σαλός γονάτισε μέσα στη Θεία Λειτουργία και προφήτευσε τη νίκη της Γεωργίας απέναντι στον σουλτάνο Ρουκν αλ Ντιν. Δίπλα του στεκόταν ο Ιωάννης ο Σαβτέλι, ο σοφός υμνογράφος που έμελλε να υμνήσει με…
Lexo jetënΌσιος Μακάριος ο Ομολογητής της Πελεκητής
Σε μια εποχή που οι αυτοκράτορες γκρέμιζαν τις άγιες εικόνες, ένας ηγούμενος από τα Τρίγλεια της Προύσσας στάθηκε ατρόμητος μπροστά σε δύο διαδοχικούς θρόνους. Ο Όσιος Μακάριος προτίμησε τη φυλακή και την εξορία στο…
Lexo jetënΗ Μαρία της ερήμου
Δώδεκα μόλις χρονών εγκατέλειψε γονείς και πατρίδα, και βυθίστηκε για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια στη βαθιά διαφθορά της Αλεξάνδρειας. Όταν στα Ιεροσόλυμα μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε ξανά και ξανά να μπει στον ναό, τότε…
Lexo jetënΟ Άγιος Αβραάμιος ο Βούλγαρος, ο Θαυματουργός του Βλαντιμίρ
Γεννημένος μέσα στους Καμσκούς Βουλγάρους και ανατραμμένος μουσουλμάνος, βρήκε μια μέρα το φως του Χριστού και έγινε μάρτυρας του αληθινού Θεού. Στην πόλη Βολγάρα, πάνω στις όχθες του κάτω Βόλγα, τον τεμάχισαν και του…
Lexo jetën