EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω

Από μικρό παιδί στεκόταν στον αέρα την ώρα της προσευχής, και η ίδια η μητέρα του τον αντίκρισε πολλές φορές να υψώνεται πάνω από το χώμα. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών δύο μοναχοί από τη Ρώμη τον έντυσαν το Μεγάλο και Αγγελικό Σχήμα, μέσα σε μια ταπεινή καλύβα κοντά στη θάλασσα. Οι πρόγονοί του είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την Αίγινα εξαιτίας των συνεχών επιδρομών των Σαρακηνών στο νησί.

Μετά από πολλές περιπλανήσεις εγκαταστάθηκαν στο χωριό Καστόριον της Φωκίδας, όπου γεννήθηκε ο μικρός Λουκάς. Ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας με επτά παιδιά, που ζούσε από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Από την παιδική του ηλικία έδειξε κλίση προς την πνευματική ζωή και την άσκηση, σαν να ήταν γέροντας με πολλή πείρα.

Δεν δοκίμαζε κρέας, αυγά, γαλακτοκομικά ή άλλα νόστιμα φαγητά, αλλά τρεφόταν μόνο με ψωμί και λαχανικά. Έπινε αποκλειστικά νερό και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κρατούσε αυστηρή νηστεία χωρίς καμία τροφή. Δούλευε ολόκληρη την ημέρα στο χωράφι ή στη βοσκή των ζώων με μεγάλη υπομονή και προθυμία.

Παρά την κούραση, μοίραζε στους φτωχούς το λιτό φαγητό του και πολλές φορές έδινε ακόμη και τα ρούχα του. Επέστρεφε στο σπίτι σχεδόν γυμνός, και οι γονείς του τον μάλωναν με σκληρά λόγια. Όταν πέθανε ο πατέρας του, άφησε τη γεωργία και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην πνευματική ζωή.

Έφτασε σε τόσο μεγάλο μέτρο αρετής, ώστε την ώρα της προσευχής σηκωνόταν από το έδαφος. Η μητέρα του τον είδε πολλές φορές μετέωρο και διηγούνταν αργότερα το θαύμα με όρκο. Επειδή ποθούσε διακαώς τη μοναχική ζωή, μια μέρα άφησε κρυφά το σπίτι και πήρε τον δρόμο για τη Θεσσαλία.

Στρατιώτες όμως τον σταμάτησαν, νομίζοντας πως ήταν δούλος δραπέτης, και απαίτησαν να μάθουν ποιος ήταν ο κύριός του. Όταν εκείνος αποκρίθηκε με καθαρή καρδιά πως είχε κύριο τον Χριστό, τον ξυλοκόπησαν άγρια και τον έριξαν στη φυλακή. Όταν τελικά τον έστειλαν πίσω στο σπίτι, υπέμεινε σιωπηλά όλες τις επιπλήξεις και τις βρισιές των δικών του.

Ο Θεός όμως είδε με ευμένεια την υπομονή του νεαρού και ετοίμασε τον δρόμο. Δύο μοναχοί που έρχονταν από τη Ρώμη πέρασαν από το χωριό του, καθώς πορεύονταν προς τα Ιεροσόλυμα. Ο Λουκάς κατάφερε να πείσει τη μητέρα του να τον αφήσει να φύγει μαζί τους με την ευχή της.

Όταν έφτασαν στην Αθήνα, οι μοναχοί τον εμπιστεύθηκαν, δεκατετράχρονο πια, στον ηγούμενο ενός μοναστηριού της πόλης. Εκείνος, βλέποντας την ταπείνωση και την ευγένειά του, τον έντυσε με το μικρό μοναχικό σχήμα. Στο μεταξύ η μητέρα του έκλαιγε απαρηγόρητα για τον αγαπημένο της γιο και τον αναζητούσε με δάκρυα.

Ο ηγούμενος έβλεπε στον ύπνο του κάθε νύχτα τη χήρα γυναίκα να θρηνεί και να τον κατηγορεί για τον πόνο της. Έτσι κάλεσε τον νεαρό και του έδωσε ευλογία να επιστρέψει κοντά στη μητέρα του. Μετά από τέσσερις μήνες παραμονής στο πατρικό, εκείνη τον άφησε ελεύθερο να ασκητεύσει κοντά τους.

Πήγε στο όρος της Ιωαννίτσας, όπου υπήρχε ναός των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Εκεί έστησε μικρό κελί και άρχισε αμέσως σκληρό πνευματικό αγώνα. Η ταπεινή καλύβα του έγινε στίβος μυστικών νικών και κρυφής αγάπης για τον Θεό.

Πάλευε σκληρά με την τυραννία του ύπνου και κάθε νύχτα έμενε άγρυπνος, κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες με την ευχή «Κύριε, ελέησον». Διατηρούσε επίσης έναν μικρό κήπο, του οποίου τους καρπούς μοίραζε σε επισκέπτες και γείτονες. Όσο πιο ασκητικός γινόταν, τόσο πιο γλυκός φαινόταν στους ανθρώπους, στα ζώα και ακόμη στα ερπετά της ερήμου.

Κάποια μέρα τον επισκέφθηκαν δύο ευλαβείς μοναχοί που πορεύονταν προς τη Ρώμη. Βλέποντας τη ζωή του να μη διαφέρει από εκείνη τέλειου ασκητή, αν και ήταν μόλις δεκαοκτώ ετών, τον έντυσαν με το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα. Έτσι θωρακισμένος, μπήκε σε ακόμη σκληρότερους πνευματικούς αγώνες και σε μεγαλύτερη απομόνωση από τον κόσμο.

Με τη νηστεία, τα δάκρυα και τη συνεχή προσευχή έφτασε σε τέτοιο ύψος, ώστε ο Θεός τού χάρισε το δώρο της θαυματουργίας και της προφητείας. Προείπε έτσι την επιδρομή των Βουλγάρων, που ερήμωσε την Ελλάδα τη χρονιά εννιακόσια δεκαεπτά. Πολλοί άνθρωποι από τα γύρω μέρη έρχονταν για να πάρουν την ευλογία του και να εξομολογηθούν τα κρυφά τους.

Ο Όσιος τους αποκάλυπτε τους λογισμούς και τους έδινε άφεση εν ονόματι του Κυρίου. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις ο διάβολος βρήκε ευκαιρία και του έστειλε, με πρόσχημα την εξομολόγηση, τρεις γυναίκες. Μετά την αναχώρησή τους, του υπέβαλε σαρκικούς λογισμούς και άρχισε σκληρός πόλεμος μέσα του.

Ο Όσιος πάλεψε με δάκρυα και προσευχή τρεις ολόκληρες μέρες και νύχτες, ώσπου φάνηκε άγγελος και τον ελευθέρωσε από το πάθος. Έτσι έγινε άγγελος μέσα σε σώμα και δεν τον ενοχλούσαν πια σαρκικοί λογισμοί ή η παρουσία γυναικών. Αφού πέρασε επτά χρόνια στο όρος της Ιωαννίτσας, η απειλή των βουλγαρικών επιδρομών τον ανάγκασε να φύγει με τη συνοδεία του σε κοντινό νησί.

Μια ξαφνική επίθεση τους πέταξε ξανά μακριά, και ο Όσιος αναγκάστηκε να κολυμπήσει για να σωθεί. Έφτασε τελικά στην Κόρινθο, όπου αποφάσισε να μπει στο σχολείο, αν και ήταν πια μεγάλος, γιατί ποθούσε να διαβάζει την Αγία Γραφή. Οι μαθητές όμως ήταν τόσο άτακτοι, ώστε προτίμησε να μείνει αμόρφωτος παρά να υπομένει τη συμπεριφορά τους.

Κοντά εκεί ζούσε ένας στυλίτης που του ζήτησε να μείνει μαζί του. Ο Όσιος χάρηκε πολύ που θα έπαιρνε τον δρόμο της υπακοής, κάτω από έμπειρο πνευματικό οδηγό. Για δέκα ολόκληρα χρόνια ψάρευε, κουβαλούσε νερό και ξύλα και υπηρετούσε τον γέροντα με απόλυτη υπακοή.

Μετά την αποκατάσταση της ειρήνης το έτος εννιακόσια είκοσι επτά, στη βασιλεία του νέου Βουλγάρου ηγεμόνα Πέτρου, επέστρεψε στο κελί του στην Ιωαννίτσα. Εκεί διπλασίασε τον ζήλο του στην άσκηση και την αγάπη του προς όσους τον επισκέπτονταν. Όταν έμαθε πως ο αρχιεπίσκοπος της Κορίνθου περνούσε από εκείνα τα μέρη, πήγε να του εκφράσει τον σεβασμό του και να του προσφέρει λαχανικά από τον κήπο.

Ο ιεράρχης ζήτησε να επισκεφθεί το κελί του και έμεινε έκπληκτος από τη φτώχεια του ασκητή. Θέλησε να του δώσει χρήματα, αλλά ο Όσιος αρνήθηκε, λέγοντάς του πως ποθούσε μόνο την προσευχή και τη διδαχή. Σε άλλη περίσταση τον ρώτησαν γιατί δεν πήγαινε στα μοναστήρια κατά τις μεγάλες εορτές.

Εκείνος αποκρίθηκε πως οι εορτές και οι ύμνοι έχουν σκοπό να γεννούν τον φόβο του Θεού στην ψυχή. Τι μπορούν να προσθέσουν, λοιπόν, σε άνθρωπο που τον απέκτησε ήδη με τη σιωπή και την προσευχή; Σε μοναστήρι κοντά στη Θήβα, που συνήθιζε να επισκέπτεται, ήρθε άρχοντας της πόλης και τον παρακάλεσε να θεραπεύσει τον βαριά άρρωστο γιο του.

Στην αρχή ο Όσιος αρνήθηκε λέγοντας πως μόνος ιατρός ψυχών και σωμάτων είναι ο Θεός. Παρακινημένος όμως από τον φίλο του Αντώνιο, ηγούμενο της μονής, πήγε στο σπίτι του πατέρα και προσευχήθηκε με δάκρυα για τον άρρωστο νέο. Το πρωί ο νέος σηκώθηκε εντελώς υγιής, ανέβηκε στο άλογό του και επέστρεψε στις δουλειές του.

Τα θαύματα και οι προφητείες του είχαν διαδοθεί ευρέως και έφερναν πλήθος επισκεπτών. Έτσι αναγκάστηκε να αφήσει την Ιωαννίτσα και να μετακινηθεί στο ήσυχο μέρος του Καλαμίου. Έμεινε εκεί τρία χρόνια, ώσπου νέα επιδρομή Ούγγρων τον ανάγκασε να καταφύγει στο έρημο νησάκι του Αμπελώνα.

Η αδελφή του τού έστελνε πότε πότε ψωμί, που εκείνος μοίραζε στους φτωχούς ναυτικούς και στους ταξιδιώτες. Συγχρόνως παρηγορούσε με κάθε τρόπο τους θλιμμένους, βεβαιώνοντάς τους πως θα έρχονταν καλύτερες ημέρες. Τα τρία αυτά χρόνια στο νησί δοκίμασε πολλές κακουχίες και μια βαριά αρρώστια.

Προτίμησε όμως τον πόνο ως πνευματικό κέρδος αντί να χρησιμοποιήσει το φάρμακο που του αποκαλύφθηκε μέσω θείου οράματος. Στο τέλος υποχώρησε στις παρακλήσεις των μαθητών του και κατέφυγε σε νέο τόπο ησυχίας. Επέστρεψε λοιπόν στο μέρος που λεγόταν Στείρι ή Σωτήριο, τόπο σπάνιας φυσικής ομορφιάς, στον οποίο όμως έφτανε κανείς με μεγάλη δυσκολία.

Καθάρισε την περιοχή, την έκανε όμορφο κήπο και έχτισε εκεί το ταπεινό του κελί. Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη συντροφιά των πιο κοντινών μαθητών του, προσπαθώντας να κρύβει τις αρετές του. Η φήμη του όμως ως νέου προφήτη του Θεού τον έκανε γνωστό σε πλήθος ανθρώπων.

Έρχονταν επισκέπτες από παντού και συναγωνίζονταν μεταξύ τους ποιος θα τον φιλοξενούσε στο σπίτι του. Σε όλους έλεγε τα μελλούμενα της ζωής τους και προφήτευσε είκοσι χρόνια νωρίτερα την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες, χάρη στον Νικηφόρο Φωκά. Στα χρόνια εκείνα των αδιάκοπων πειρατικών και βαρβαρικών επιδρομών, ειδοποιούνταν εγκαίρως από τον ουρανό για κάθε κίνδυνο.

Έτσι προειδοποιούσε τους ανθρώπους της περιοχής να καταφεύγουν στα γύρω βουνά και δάση. Κάποιος πιστός, που είχε σχηματίσει άσχημη γνώμη για τον Όσιο, τον είδε σε όραμα να στέκεται μέσα στον ουρανό πάνω σε λαμπερό πορφυρό τάπητα. Τότε μετάνιωσε πικρά και ζήτησε συγχώρηση.

Έκτοτε τίμησε τον Όσιο με ολόκληρη την καρδιά του και διηγούνταν παντού όσα είδε. Στον έβδομο χρόνο της παραμονής του στο Στείρι, ο Όσιος Λουκάς αρρώστησε βαριά και έπεσε στο κρεβάτι. Αγκάλιασε με αγάπη τους μαθητές του και όλους όσους ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά.

Ζήτησε από όλους να προσεύχονται για εκείνον και παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο. Αυτό συνέβη την έβδομη ημέρα του Φεβρουαρίου, τη χρονιά εννιακόσια πενήντα τρία, όπως ο ίδιος είχε προείπει στους μαθητές του. Πριν την κοίμησή του, υψώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, αναφώνησε με βαθιά κατάνυξη: «Εις χείρας Σου, Κύριε, παραδίδω το πνεύμα μου».

Από τον τάφο του ανέβλυσε ευωδιαστό μύρο, που μαζευόταν σε ειδικό σκεύος για τη θεραπεία των ασθενών. Ο ίδιος ο τάφος μεταβλήθηκε σε πηγή πολλών και μεγάλων θαυμάτων προς δόξαν του Θεού. Όπως είχε προφητεύσει ο ίδιος ο Όσιος, χτίστηκαν αργότερα στον τόπο εκείνον δύο μεγάλοι ναοί.

Στη συνέχεια ιδρύθηκε επίσης μοναστήρι, που μέχρι και σήμερα παραμένει ξακουστός τόπος προσκυνήματος. Πλήθος πιστών από κάθε γωνιά της Ελλάδας καταφεύγει στη χάρη του, ζητώντας θεραπεία, παρηγοριά και πνευματική στήριξη. Έτσι ο Όσιος Λουκάς συνεχίζει να θαυματουργεί και μετά την κοίμησή του, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 07 Shkurt

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Παρθένιος της Λαμψάκου

Ένας απλός ψαράς, που δεν είχε μάθει ούτε γράμματα, έβαζε στο μάτι ενός ανθρώπου με μια κίνηση το βολβό που είχε ξεριζώσει το κέρατο ενός βουβαλιού. Λίγο αργότερα, ο ίδιος νεαρός γονάτιζε μπροστά σε…

Lexo jetën

Οι Χίλιοι Τρεις Μάρτυρες της Νικομήδειας

Χίλιοι τρεις άνθρωποι, μαζί με βρέφη που θήλαζαν ακόμη στην αγκαλιά των μητέρων τους, έπεσαν την ίδια στιγμή κάτω από τα ξίφη των στρατιωτών στη Νικομήδεια. Ήταν δούλοι και υπηρέτες τεσσάρων Ρωμαίων αξιωματούχων, και…

Lexo jetën
2